ΜΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Δεν είναι τυχαίο που το κείμενο αυτό το γράφω στη Θεσσαλονίκη. Είναι νωρίς το απόγευμα και πίνω καφέ στο αγαπημένο μου καφέ De Facto, στέκι των φοιτητικών μου χρόνων, αλλά και τωρινό, όταν έρχομαι στην πόλη μου την αγαπημένη. Δεν είναι τυχαίο που εδώ επέλεξα να γράψω κάποιες σκέψεις για το νέο μου μυθιστόρημα το Ίσκιλι. Γιατί εδώ στη Θεσσαλονίκη μεγάλωσα, έζησα όλα μου τα παιδικά και τα πρώτα νεανικά χρόνια, σπούδασα, κι εδώ ζουν οι γονείς μου, η οικογένειά μου και φίλοι αγαπημένοι. Κάθε φορά λοιπόν που ανεβαίνω, ευτυχώς συχνά, έρχονται και ζωντανεύουν μνήμες από το παρελθόν. Ξεχασμένες λεπτομέρειες του χθες ενεργοποιούν αναμνήσεις που φωτίζουν το σήμερα. Γιατί όσο κι αν δεν συνειδητοποιούμε το παρελθόν, το δικό μας και των δικών μας, πάντα ζει μέσα μας, το «φέρουμε». Κι όσο περισσότερη επίγνωση έχουμε σε σχέση μ’ αυτό, τόσο φυσικά συνδεόμαστε μαζί του.

Η δική μου σύνδεση με το παρελθόν ήταν πάντα έντονη. Μια κι ήμουνα ένα παιδί «σφουγγάρι». Χωρίς να το θέλω, χωρίς να το επιλέγω, χωρίς καν να το καταλαβαίνω είχα πάντα τεταμένες τις κεραίες, τις αισθήσεις μου. Άκουγα, έβλεπα, ρωτούσα. Κι όταν δεν έπαιρνα απάντηση, προσπαθούσα να διαβάσω κάτω από το βλέμμα τής μη απόκρισης τα μάτια των άλλων. Γιατί; Ήθελα να βρίσκω τι μπορεί να κρυβόταν από κάτω. Ακόμα και με την παιδική μου φαντασία.

Αν το Σοχούμ, το πρώτο μου μυθιστόρημα, το έγραψα κυριολεκτικά με μια ανάσα, σαν να ήμουν σ’ ένα όνειρο, το Ίσκιλι το έγραψα πολύ συνειδητά. Μετά την εμπειρία που έζησα με το Σοχούμ, όπου αφέθηκα στην ιστορία της αγαπημένης μου γιαγιάς Παναΐλας, του παππού Λεόντη και του ξεριζωμού τους να μ’ οδηγήσει στην εξιχνίαση της δικής μου προσωπικής ιστορίας, αισθάνθηκα ότι η διαδρομή αυτή μου πρόσφερε μεγάλη ανακούφιση. Η διείσδυση στο παρελθόν με βοήθησε να φέρω στο φως κομμάτια «πληγωμένα» δικά μου, που ενώ δεν αφορούσαν εμένα προσωπικά, τα κουβαλούσα μέσα μου και με πονούσαν. Μετά το Σοχούμ ένιωσα έντονη ανάγκη να ολοκληρώσω αυτό το ταξίδι στο παρελθόν των προγόνων γράφοντας την ιστορία και της οικογένειας του πατέρα μου, του παππού του Κώστα.

Φυσικά και είχα σχέσεις τόσο ως παιδί όσο κι αργότερα με την οικογένεια αυτή. Αλλά οι δεσμοί δεν ήταν τόσο ισχυροί, όσο με την οικογένεια της μητέρας μου, του Σοχούμ. Εκεί τα γεγονότα τα αισθανόμουν βιωμένα κι ας μην τα είχα ζήσει η ίδια. Στο Ίσκιλι επίσης πολλές πτυχές της ιστορίας του παππού μου ήταν εντελώς άγνωστες. Δεν γνώριζε τίποτε ούτε ο ίδιος ο πατέρας μου για τον πατέρα του, την περίοδο που έζησε παιδί την Γενοκτονία των Ποντίων. «Έσφαξαν τους γονείς μου, όταν ήμουν πολύ μικρός, γύρω στα πέντε, με πήραν και με μεγάλωσαν Τούρκοι… δύσκολα, ναι… και μετά να ναι καλά ο Ζαρίφης, που με βρήκε και με πήρε κι ήρθαμε Ελλάδα….». Αυτά τα λίγα έλεγε στον πατέρα μου. Και τίποτε άλλο. Δυο λόγια. Κι εκείνος δεν ρωτούσε παραπάνω. Είχαν μια ζωή τόσα βάσανα, που δεν προλάβαιναν, δεν είχαν κουράγιο, χρόνο, να ρωτήσουν παραπάνω. Τους ένοιαζε μόνο το πώς θα επιβιώσουν.

Χρειάστηκε λοιπόν έρευνα μεγάλη. Μελέτησα πολύ ιστορία. Ήδη μετά το Σοχούμ ξύπνησε πάλι μέσα η αγάπη για την ιστορία, που ήταν το πρώτο αντικείμενο σπουδών μου, πριν γίνω ηθοποιός. Διάβασα, μελέτησα χάρτες, προσπάθησα να καταλάβω ποια ήταν η μεγάλη πορεία λύτρωσης των Ποντίων την εποχή της Γενοκτονίας. Κι ακόμα ψάξαμε με τον πατέρα μου ανθρώπους, των οποίων οι γονείς μπορεί να συμμετείχαν σ’ αυτήν. Κι ευτυχώς βρήκαμε. Και ήταν εντυπωσιακό για μένα σε μια συζήτηση μ’ έναν μακρινό φίλο να βλέπω την Ιστορία να διαγράφεται μπροστά μου μέσα από ζωντανές μαρτυρίες. Ήταν μια διαδικασία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, που ομολογώ έκανα για πρώτη φορά. Κι ύστερα αφέθηκα στο ρου της φαντασίας, εκεί όπου η συγγραφή σε πάει σε κόσμο άλλο.

Ένα πολύ μεγάλο κομμάτι λοιπόν στηρίζεται σε μυθοπλασία. Μέχρι να φτάσει στην Ελλάδα ο Κώστας, τα χρόνια που δεν ξέραμε τίποτα για τη ζωή του, έπρεπε να τον ζήσω μόνο μέσα από δικές μου εικόνες. Κι ήταν εικόνες πολύ άγριες και σκληρές, κάποιες φορές απάνθρωπες, που κάποιες στιγμές αποκτούσαν τρυφεράδα. Ήρθαν στιγμές που τρόμαξε η ψυχή μου. Μ’ αγρίευαν. Έγραφα κι ένιωθα σαν να περπατώ ξυπόλητη ανάμεσα σε καθρέπτες σπασμένους κι έπρεπε πολύ να προσέχω, να μην κοπώ. Αλλά το πήγα μέχρι το τέλος. Ήταν μεγάλη η πρόκληση. Κι ακόμα μεγαλύτερη την έκανε το γεγονός ότι ο κεντρικός ήρωας ήταν άνδρας κι έπρεπε αλλιώς να σκέφτομαι από ό,τι είχα συνηθίσει. Όταν τέλειωσα το Ίσκιλι, ένιωσα μια λύτρωση. Λες και είχα διαπεράσει εγώ όλους αυτούς τους κινδύνους, αλλά επιτέλους έφτασα! Ήταν όμως μεγάλη και η έκπληξη μου, γιατί συνειδητοποίησα ότι πήρα απαντήσεις για μένα, για πράγματα που θεωρούσα ανεξήγητα στη ζωή μου και χωρίς να το καταλάβω, ήρθαν και πήραν εξήγηση.

Συχνά όταν συζητώ με φίλους και μου μιλάνε για το παρελθόν των παππούδων τους, τους παροτρύνω να γράψουν την ιστορία τους, ακόμα κι αν δεν έχουν καμιά σχέση με την συγγραφή. Ακόμα και με λίγα λόγια. Για να ξέρουν οι ίδιοι και τα παιδιά τους. Για να μάθουν και να απελευθερωθούν. Επειδή είναι σημαντικό να γνωρίζεις και να θυμάσαι. Έτσι μόνο αφήνεις το παρελθόν να σε διαπεράσει και να φωτίσει το παρόν. Για μας, αλλά και για τους επόμενους. Επειδή έτσι τα παιδιά μας αποκτούν μια άλλη, πιο βιωματική, πιο ουσιαστική σχέση με την Ιστορία. Παύει να είναι μια σειρά από χρονολογίες και γεγονότα σε δυσνόητα βιβλία, που πρέπει να απομνημονεύσουν. Είναι ζωντανή και τους αφορά. Γι’ αυτό και είναι σημαντικό να την μάθουν, για να μπορούν να εξηγούν το παρόν, να δυναμώνουν, να προχωρούν.

Νιώθω πραγματικά ευγνώμων που έγραψα το Ίσκιλι, όπως και το Σοχούμ. Τα δύο αδερφάκια όπως τα έχω ονομάσει. Καταρχήν, γιατί όπως ήδη έγραψα, ήταν μια σπουδαία προσωπική υπαρξιακή διαδρομή για μένα. Ταυτόχρονα χαίρομαι που αξιώθηκα να γράψω αυτά τα δύο βιβλία και να τα αφιερώσω στους αγαπημένους μου γονείς. Το Σοχούμ στη μητέρα μου και το Ίσκιλι στον πατέρα μου. Χαίρομαι για την χαρά που πήραν μετά από τόσα βάσανα και δυσκολίες. Χαίρομαι, γιατί τους αξίζει. Είναι εξαιρετικοί γονείς και άνθρωποι. Και τους αξίζει η χαρά. Όπως αξίζει σε κάθε άνθρωπο πέρα από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει στην ζωή.

Άλλωστε, αυτό που ζούμε σήμερα μοιάζει σαν επανάληψη γεγονότων του παρελθόντος. Προσφυγιά, μετανάστευση, κακουχίες, εμπόλεμες καταστάσεις και προκλήσεις, αναπάντεχες δοκιμασίες για τον πλανήτη, όπως είναι η πανδημία. Τι μπορεί να κρατήσει έναν άνθρωπο ζωντανό, όρθιο στα δυο του πόδια, να πατά γερά στη γη; Μόνο η αγάπη για τη ζωή, όπως κι αν έρχονται τα πράγματα. Αυτή η ζωογόνα αγάπη, που δίνει δύναμη ανεξάντλητη κι αστείρευτη κι ελπίδα.

Ο καφές μου τελείωσε. Μπροστά μου όλο και περισσότεροι άνθρωποι αρχίζουν να περνάνε, έτοιμοι για την απογευματινή τους βόλτα στην αγορά. Κάποιοι φοράνε μάσκες χαμηλωμένες στο πηγούνι, άλλοι τις κρατάνε στο χέρι, άλλοι ανέμελοι περιδιαβαίνουν. Ζωή και κίνηση ξυπνά το απόγευμα στην όμορφη πόλη. Με μια γλυκιά θαλπωρή. Ώρα για περίπατο. Έναν ωραίο περίπατο στο κέντρο. Ένας όμορφος περίπατος συχνά μου μοιάζουν όλα. Ένας περίπατος κι ένα βιβλίο. Ένας μεγάλος περίπατος και η ίδια η ζωή…. Να είστε όλοι γεροί και ασφαλείς κι όσο περισσότερο χαρούμενοι μπορείτε. Σας ευχαριστώ πολύ!!

Γιώτα Ιωαννίδου

Η Γιώτα Ιωαννίδου κατάγεται από τη Θεσσαλονίκη. Είναι απόφοιτος του Ιστορικού-Αρχαιολογικού Τμήματος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου και της Δραματικής Σχολής του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος. Έχει μεταπτυχιακό στην Πολιτιστική Πολιτική, Διοίκηση και Επικοινωνία από το Πάντειο Πανεπιστήμιο. Εργάζεται ως ηθοποιός στο θέατρο και στον κινηματογράφο και ως εκφωνήτρια σε ραδιόφωνο και τηλεόραση. Το 2016 ανέβηκε η παράσταση Femin play toujours, σε δικό της κείμενο, σκηνοθεσία και παραγωγή. Τα τρία τελευταία χρόνια διδάσκει θέατρο σε ομάδες ενηλίκων και εφήβων σε γυμνάσια και σκηνοθετεί τις παραστάσεις τους. Το 2017 εκδόθηκε το πρώτο της μυθιστόρημα Σοχούμ από τις Εκδόσεις Αιώρα (σελ.: 304, τιμή: 13,90 €). Τον Μάρτιο του 2020 το Σοχούμ μεταφράστηκε και εκδόθηκε στα γαλλικά με τον τίτλο Exils από τις Éditions Monemvassia. Το Ίσκιλι είναι το δεύτερο μυθιστόρημά της και κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Αφοί Κυριακίδη (σελ.: 350, τιμή: €15,00).
Τον πίνακα του εξωφύλλου φιλοτέχνησε η Ελένη Ιωαννίδου Τσολακίδου.

Μοιράσου το άρθρο: