ΜΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Στο «Κέρμα στον αέρα» αφηγούμαι την ιστορία μιας οικογένειας: οκτώ δεκαετίες, δέκα πρόσωπα, μια μέρα στη ζωή καθενός. Από τα βουνά της Αλβανίας, στη Σάμο του Εμφυλίου και της Χούντας, στον Πειραιά και στην Αυστραλία και ξανά πίσω στην Αθήνα. Από τις προσδοκίες της Μεταπολίτευσης στις διαψεύσεις της κρίσης και στη νέα μετανάστευση.

Η μυθοπλασία και η πραγματικότητα μπλέκονται στις σελίδες του. Κάποια από αυτά τα δέκα πρόσωπα, δηλαδή, υπήρξαν ή υπάρχουν ακόμα στη ζωή μου και κάποια άλλα είναι επινοημένα. Δεν έχει και τόση σημασία, όμως. Έτσι κι αλλιώς όλους τους γνωρίζω καλά, κατά μία έννοια τους περιέχω. Άλλους λιγότερο κι άλλους περισσότερο. Όταν στεκόμαστε μπροστά σ’ έναν καθρέφτη και κοιτάμε το είδωλό μας, ο χώρος πίσω μας φαίνεται εντελώς διαφορετικός, παράταιρος και ανοίκειος: αλλού βρίσκονται τα παράθυρα και οι πόρτες, από αλλού μπαίνει το φως, τα έπιπλα είναι σε διαφορετική θέση, όχι εκεί που τα έχουμε συνηθίσει. Χάνουμε τον προσανατολισμό μας. Είναι κάτι σαν vertigo. Το ίδιο συμβαίνει συχνά και όταν κοιτάμε πίσω στον χρόνο – και στο παρελθόν μας…

Στις αρχές του περασμένου καλοκαιριού βρέθηκα για ρεπορτάζ σε ένα ψυχογηριατρικό οικοτροφείο. Oι τρόφιμοι, που ζουν εκεί, έπειτα από αρκετά χρόνια νοσηλείας σε ψυχιατρικά νοσοκομεία, είχαν ετοιμάσει μια μικρή παράσταση, στο πλαίσιο της ενότητας δράσεων «Άνοιγμα στην πόλη/Πειραιάς», του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά και του Φεστιβάλ Αθηνών. Μέσα από σύντομους διαλόγους και μονολόγους, μας αφηγήθηκαν την πορεία τους. Η Αγγελική -γύρω στα εβδομήντα πρέπει να είναι- μεγάλωσε στη Νότιο Αφρική. Θυμάται την πισίνα του σχολείου της, τις εκδρομές με τους γονείς και τα αδέλφια της, τις γιορτές των ομογενών στο Greek Club και το ενυδρείο του Sun City, με τα τεράστια υδάτινα κλουβιά του, τρία μέτρα ύψος. «Εκεί ήταν ένας μεγάλος μπλε αστακός. Ακίνητος. Ράθυμος. Κολλημένος στο κρύσταλλο. Σταθήκαμε πρόσωπο με πρόσωπο. Μας χώριζαν τα λίγα χιλιοστά του γυαλιού. Μιλούσα μαζί του. Θα ήθελα να ξαναπάω στη Νότιο Αφρική, πριν πεθάνω, να δω πόσο έχει αλλάξει ο τόπος που γεννήθηκα. Αλλά μόνο αν έρθει μαζί μου ο γιος μου, που είναι ό,τι πιο όμορφο έχω», μας είπε. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Μας ζήτησε συγγνώμη. «Από το κλάμα έρχομαι», δικαιολογήθηκε.

Η φράση της σφηνώθηκε στο μυαλό μου. Είχε δίκιο η Αγγελική. Όλοι έχουμε την ίδια αφετηρία: από το κλάμα ερχόμαστε. Το αφόρητο μας γεννάει, μας πλάθει. Μόνο που όταν είμαστε μπροστά του, ενστικτωδώς αποστρέφουμε από αυτό το βλέμμα μας. Κι όταν το έχουμε πλέον περάσει, η αγωνία μας είναι πώς θα το απαλείψουμε από τη μνήμη μας.

Αν κάτι συνδέει, λοιπόν, τα δέκα άτομα για τα οποία μιλώ στο Κέρμα στον αέρα, αν υπάρχει ένα αόρατο νήμα που τα ενώνει, ένας κοινός παρονομαστής, πέρα από την αγάπη του ενός για τον άλλο, είναι ο πόνος που ένιωσαν σε κάποιες στιγμές της ζωής τους απέναντι στο αφόρητο και το πώς στάθηκαν απέναντί του: δεν του επέτρεψαν να τους λυγίσει αλλά τον άφησαν να τους αλλάξει, να τους κάνει καλύτερους – πιο σοφούς και πιο δυνατούς.

 

Τασούλα Επτακοίλη
Photo credit: Κωστής Σωχωρίτης


Το μυθιστόρημα της Τασούλας Επτακοίλη Κέρμα στον αέρα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη (σελ.: 144, τιμή:€12,00).

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Όχι, δεν ήταν ιδέα της. Ήταν λυπημένη. Περισσότερο απ’ όσο θυμόταν. Ποτέ δεν είχε δει την είσοδο αυτής της πολυκατοικίας πιο λυπημένη. Και πιο απελπισμένη. Ήταν αδόκιμα τα συγκεκριμένα επίθετα, το καταλάβαινε, αλλά αυτά ταίριαζαν στην περίπτωση, πώς να το κάνουμε;
Τα μαρμάρινα σκαλιά είχαν γαριάσει στις άκρες τους. Πάντα ήταν έτσι και δεν το είχε προσέξει η όχι; Τα ντουλάπια από μπεζ φορμάικα που έκρυβαν τα ρολόγια της ΔΕΗ είχαν ρωγμές, σαν χείλη σκασμένα από το κρύο. Ο καθρέφτης με την ντεμοντέ κορνίζα είχε διάσπαρτα μαύρα στίγματα διάφορων μεγεθών και υπολείμματα από αυτοκόλλητο ασημένιου χρώματος στις γωνίες – ενθύμιο κάποιων Χριστουγέννων. Και εκείνα τα πάνινα φυτά στις γύψινες ζαρντινιέρες ήταν γεμάτα σκόνη. Γκριζοπράσινα. Βδελυρά. Στάθηκε για λίγο στην κορυφή της σκάλας, με την παλάμη της πάνω στο κρύο κάγκελο. Από αυτό κρατιόταν πιτσιρίκα, όταν ξεκινούσε αγουροξυπνημένη για το σχολείο. Φοιτήτρια, όταν έφευγε βιαστική για τα ραντεβού της, με ρούχα αγορασμένα από τα οκαζιόν του Χατζηκυριακείου και πάνω σε αμφίβολης ποιότητας και ευστάθειας τακούνια.
Και νύφη, από εκεί κρατήθηκε. Με το ένα χέρι αυτό το κάγκελο ακουμπούσε και με το άλλο ανασήκωνε το ιβουάρ ύφασμα του νυφικού της. Μεσάτο, χωρίς φουρό, με μπούστο από κεντητές μαργαρίτες. Γάμος σε συνοικιακή εκκλησιά. Τώρα που το σκεφτόταν, λυπημένη έμοιαζε και εκείνη τότε – η εκκλησία, που είχε κάτι μίζερο, όχι η νύφη. Η νύφη έλαμπε από χαρά. «Τι ταιριαστό ζευγάρι!» «Να ζήσετε σαν τα ψηλά βουνά!» «Καλούς απογόνους!»
Το καντήλι της ζωής τους, της μοιρασμένης, έσβησε. Νωρίς, αργά, όπως το πάρει κανείς. Απόγονοι δεν ήρθαν. Κι αυτή ήταν η τελευταία φορά που κατέβαινε αυτή τη σκάλα πιασμένη από το κάγκελο με το απαίσιο, δυσώδες καφετί χρώμα.
«Έχουν ξεμείνει λίγα πράγματα στο πατάρι. Τα θέλετε; Θα τα πάρετε πριν μετακομίσω η να τα πετάξω;» την είχε ρωτήσει ο νέος ιδιοκτήτης του διαμερίσματος.
«Δεν προλαβαίνουμε να σε βοηθήσουμε. Δικό σου το προικώο, μόνη σου να το αδειάσεις», της είχαν πει οι αδελφές της – μισοαστεία, μισοσοβαρά. Σιγά το προικώο… Ογδόντα τετραγωνικά σε πολυκατοικία ερείπιο.
Ναι, θα τα έπαιρνε.
Από το λύκειο είχε να ανέβει εκεί πάνω. Δυο κούτες και ένα μεγάλο σοκ βουαγιάζ από κόκκινη δερματίνη την περίμεναν. Η παλιά σιδερένια σκάλα γρύλισε από το βάρος τους.
Τα κατέβασε στο σαλόνι. Σ’ αυτό που κάποτε ήταν σαλόνι. Αράδιασε το περιεχόμενό τους γύρω της, πάνω στο παρκέ. Ένα μαδημένο χριστουγεννιάτικο δέντρο μαζί με τα στολίδια του: αγγελάκια και πολύχρωμα τύμπανα, τα περισσότερα σπασμένα. Δυο κεντήματα, μάλλον της γιαγιάς, σεμεδάκια, με κλωστή μουλινέ: μοβ και πορτοκαλιά ανθάκια με φουσκοβελονιά, πράσινα κλαδάκια με ριζοβελονιά. Τα θυμόταν πάνω στο έπιπλο της τηλεόρασης…
Να και το πλεκτό σάλι της μαμάς. Το λευκό, το χειροποίητο, που της άρεσε πολύ αλλά δεν το φορούσε ποτέ «για να μην το χαλάσει». Τη χάλασε εκείνη η μοίρα αλλά αυτό ανέγγιχτο, πάλλευκο, μέσα στη θαμπή ζελατίνα του.
Μια δική της φούστα. Πολύχρωμη, ινδική, με χρυσό κορδόνι στη μέση που κατέληγε σε δυο μπορντό φουντίτσες. Τι τρέλα κι αυτή στα 80s με τα ινδικά…
Πετσέτες κουζίνας με τεράστια σχέδια, εξωτικά λουλούδια, κοάλα και καγκουρό. Από την Αυστραλία, από το θείο Πέτρο. «Μόνο για φιγούρα κάνουν. Δεν είναι καλές. Δεν πίνουν το νερό», είχε πει η γιαγιά. Επιχείρημα ακλόνητο. Στα αζήτητα λοιπόν κι αυτές. Στο πυρ το εξώτερον. Στο πατάρι.
Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό της. Κοίταξε γύρω της. Σήμερα θα έκλεινε οριστικά την πόρτα πίσω της. Δεν θα έβλεπε το πατρικό της ποτέ ξανά. «Έλα, Νατάσα, μη σε πιάνουν οι συναισθηματισμοί, απλό είναι το εγχείρημα. Τόσοι άνθρωποι σε άφησαν πίσω. Ένα σπίτι δεν θα μπορέσεις εσύ ν’ αφήσεις;»

© Dimitris Vlaikos

Η ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ

Η Τασούλα Επτακοίλη γεννήθηκε το 1968 στη Σάμο και μεγάλωσε στον Πειραιά. Αποφοίτησε από το Τμήμα Κλασικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά από τη διδασκαλία προτίμησε τη δημοσιογραφία. Έχει εργαστεί στο ραδιόφωνο (Μελωδία FM 99,2), σε εφημερίδες και περιοδικά. Από το 2003 είναι συντάκτρια στην εφημερίδα «Η Καθημερινή». Έχει γράψει άλλα πέντε βιβλία: Το άλλο μου ολόκληρο (Εκδόσεις Πατάκη, 2016), μια προσωπική μαρτυρία για την απώλεια, την ποιητική συλλογή Η γυναίκα στο ασανσέρ (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2018), καθώς και τον Γουργούρη (Εκδόσεις Πατάκη, 2017), τον Γκάρη (Εκδόσεις Πατάκη, 2019) και την Τσαγιέρα που ανθίζει (Εκδόσεις Καστανιώτη, 2019) – ιστορίες για παιδιά αλλά όχι μόνο. Ζει στην Αθήνα.

Μοιράσου το άρθρο: