ΜΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Το θέμα σπίτι, είτε με την έννοια του οίκου, είτε της ρίζας, είτε του κενού ενδιάμεσου χώρου, είτε της περιουσίας, είτε της φυλακής, είτε του καβουκιού, έχει απασχολήσει διαχρονικά τους συγγραφείς, ως παρεμπίπτον αλλά και κύριο θέμα. Όταν το σπίτι αυτό είναι μάλιστα γονεϊκό, προστίθεται αυτόματα επί πλέον φόρτιση γιατί δίνεται τόπος στα συμπλέγματα να αναπτυχθούν, μητρώο σπίτι, πατρώο σπίτι, και πάει λέγοντας. Ένας φίλος μού έστειλε τις προάλλες μήνυμα: “Το βιβλίο αυτό δεν ήθελες να το γράψεις• έπρεπε να το γράψεις”. Σκέφτηκα πολύ αυτό που είπε, ακόμα το σκέφτομαι. Η έννοια του ‘χρέους’ είναι διάχυτη σε όλο το κείμενο, πράγματι. Ήδη η πρώτη ενότητα επιγράφεται: Αντιπελάργηση. Γιατί όντως, πρόπερσι το καλοκαίρι, αποφάσισα να ασχοληθώ με το σπίτι του πατέρα, να το συντηρήσω και να το ανακαινίσω, σαν ελάχιστη ανταπόδοση, σαν οφειλή. Η γενιά μου, δεν έκανε δικά της σπίτια. Για να μείνουμε λοιπόν στο χρέος: στο μυαλό είχα από χρόνια την έγνοια μα και την επιθυμία να γράψω κάτι για την Κέρκυρα, τον τόπο καταγωγής, εκεί όπου βρίσκεται το σπίτι. Μετά το μνημειώδες Σε ποιον ανήκει η Κέρκυρα; ωστόσο του Αρανίτση, ένιωσα πως τα περιθώρια ήταν πολύ περιορισμένα, ήταν ανύπαρκτα. Όχι με την έννοια ότι θα έμπαινε το παραμικρό ζήτημα συγκρισιμότητας προφανώς, αλλά γιατί αισθανόμουν -και αισθάνομαι ακόμη- πως ό, τι κι αν ήθελα να εκφράσω, είχε ήδη ειπωθεί από εκείνον, κι αυτό με τρόπο εξαντλητικό: ό,τι κι αν ήθελα να γράψω για το νησί και την οριακότητά του ιδίως, είχε καλυφθεί πλήρως, κάθετα και οριζόντια από τον Ευγένιο. Και εγκατέλειψα την ιδέα. Και παράκουσα την επιθυμία. Παρ’ ό,τι έλκουμε την καταγωγή και η καταγωγή εμάς.

Όταν όμως άρχισαν οι εργασίες στο σπίτι, από την πρώτη μέρα του Αυγούστου (μιλάμε για το 2018, όπως γίνεται με έμμεσους τρόπους φανερό στο κείμενο), άρχισα παράλληλα κι εγώ, χωρίς συγγραφική πρόθεση, χωρίς καμία προμελέτη, να κρατάω σημειώσεις. Οι σημειώσεις αυτές στην αρχή ήταν μια απλή πιστή καταγραφή, ένα ας πούμε ημερολόγιο εργασιών, σαν αυτό που τηρούν οι εργολάβοι σε σκονισμένα τετράδια. Και το τηρούσα ανελλιπώς, όχι για να μπορώ να ελέγχω την πρόοδο των εργασιών αυτών αλλά γιατί οι λίστες, η καταλογογραφία, μου ασκεί μια επίμονη γοητεία. Εκτός αυτού, δεν μπορούσα με κανέναν τρόπο να συνεισφέρω στην ανοικοδόμηση. Εκείνοι λοιπόν δούλευαν κι εγώ ανάμεσά τους έγραφα, σημείωνα, συμπλήρωνα. Ώσπου οι σημειώσεις άρχισαν να βγαίνουν έξω απ’ τις γραμμές, να υπόκεινται στην επινόηση, μέχρι που αποσπάστηκαν τελείως απ’ την αντικειμενική πραγματικότητα, το σημειωματάριο, και το όντως συμβαίνον. Το σπίτι άρχισε κι αυτό να ζωντανεύει, να αυτονομείται, κι εγώ να συνδιαλέγομαι ανοιχτά μαζί του. Το σπίτι με δυο λόγια άρχισε θεραπευόμενο να πρωταγωνιστεί, ώσπου έγινε ο κεντρικός, λάθος, ο μόνος ήρωας των σημειώσεων αυτών που αποτέλεσαν εν συνεχεία τον κορμό της Κόρκυρας. Τα ντουβάρια απέκτησαν λόγο, ψίθυρο, φωνή, τοίχοι, σκάλες, πατώματα, οροφές: το ίδιο. Οι στίχοι των τραγουδιών που παραθέτω είναι από τραγούδια που άκουσα αφουγκραζόμενη τον οργανισμό που είναι το σπίτι, κάθε σπίτι, βρισκόμενη στο κέντρο του οικοδομικού οργασμού.

Η Κόρκυρα είναι λοιπόν σε κάποιο βαθμό αυτοβιογραφικό όμως δεν είναι νοσταλγικό κείμενο. Έχω πολύ καλή μνήμη αλλά σπανίως νοσταλγώ. Ακριβώς ίσως επειδή το γερό αυτό μνημονικό δεν επιτρέπει την εξιδανίκευση των περασμένων. Οπότε το θέμα μου δεν είναι η νοσταλγία, παρά ο νόστος. Η επιστροφή στον τόπο και τον χρόνο όπου σημειώθηκαν, βιώθηκαν, αρκετές, για να μην πω οι περισσότερες, οι κρισιμότερες, από τις εμπειρίες που μας διαμορφώνουν. Γυρίζω σαν άσωτη στο σπίτι του πατέρα, κινούμενη αντίθετα με το πλήθος των ανθρώπων που από το σπίτι αυτό αρχετυπικά φεύγει, όπως άλλωστε έφυγε από το σπίτι αυτό και ο δικός μου πατέρας. Γυρίζω σαν άσωτη στο σπίτι του πατέρα και ο πατέρας λείπει. Και γυρίζω για να βρω απαντήσεις για μένα, για όλους μας, είμαι σε αποστολή, και η αναστήλωση είναι ένα προπέτασμα καπνού, μία κουρτίνα, ένα ριντώ. Είναι η πρώτη ανάγνωση, η πρώτη στιβάδα, κάτι που μετεωρίζεται ανάμεσα στο θέμα και το πρόσχημα. Γιατί δεν είναι ούτε 100% πρόσχημα: όντως πραγματεύομαι την αποκατάσταση του σπιτιού, ακούγονται τα σφυριά ακόμη στο κεφάλι μου και, θέλω να πιστεύω, και μέσα στο βιβλίο. Τα θραύσματα ας πούμε απ’ τους τοίχους και τα ταβάνια που έπεφταν κάτω και έσκυψα και μάζεψα κάμποσα απ’ αυτά, είναι μέρος της πλοκής. Το ετοιμόρροπο πρόκτισμα της αυλής, είναι μέρος της πλοκής.

Είναι γνωστό, ότι τα καλοκαίρια μεγαλώνουμε, τα καλοκαίρια είναι που μεταμορφωνόμαστε, στην αρχή σωματικά, και έπειτα ψυχικά. Το ερώτημα όμως τίθεται και παραμένει: μπορεί κανείς επιστρέφοντας στο σπίτι των παιδικών καλοκαιριών να επιστρέψει και στην παιδική του ηλικία; Είναι κάτι τέτοιο εφικτό; Και μπορεί τελικά, είναι δυνατόν ένα κτίσμα να περιέχει απαντήσεις, ακόμα κι αν παραβιάσεις το εντός αυτού προσωπικό αρχείο -εδώ- του πατέρα; Ή μήπως καλύτερα να το κάναμε airbnb; Η προσπάθεια της αποκέντρωσης δεν ευοδώνεται, εμποδίζεται, αποδεικνύεται καθόλου απλή. Δεν αρκεί μια ανακαίνιση. Και ό,τι μένει άρρητο και ανομολόγητο σε σχέση με το πρόβλημα της καταγωγής (αλλά και της διαδοχής), βρίσκει δίοδο μέσω των ενυπνίων, οραμάτων και ονείρων. Των ονείρων της αϋπνίας. Το χρέος, η οφειλή για την οποία μίλησα παραπάνω, ο αποτιόμενος φόρος τιμής, δεν αφορά φυσικά μόνον τον βιολογικό αλλά και ορισμένους από τους πνευματικούς μου πατέρες, στους οποίους ευλαβικά δίνεται χώρος στο βιβλίο.

Λίγο αφότου είχα παραδώσει την Κόρκυρα στον εκδότη μου διάβασα το Στ’ αμπέλια του Σταύρου Ζουμπουλάκη. Και είδα και θαύμασα πώς, γράφοντας για την καταγωγή, απέφυγε όλους τους μαιάνδρους και τα δέλεαρ, τους πειρασμούς μιας τέτοιας θεματικής, και μας χάρισε ένα ανεπιτήδευτο, ευθύγραμμο αφήγημα με ελάχιστα υλικά και τόσο αβίαστη συγκινησιακή ροή. Και πάλι, ουδεμία συγκρισιμότητα. Και για να καταλήξω: δεν είναι εύκολο να γράφεις για κάτι που έχεις γράψει. Και κάτι ακόμη: μην ανησυχείτε ότι μπορεί να διαβάσετε ένα βιβλίο για τα παιδικά μου χρόνια ή έναν τουριστικό οδηγό. Αγωνία μου ήταν και παραμένει το κείμενο να έχει μια κάποια διάσταση καθολικότητας. Η Κόρκυρα (ευκτική) να αφορά όσο το δυνατόν περισσότερους παρ’ ό,τι πυροδοτείται και εκκινεί από μια προσωπική αφορμή, έναν κόκκο της μεγάλης τοιχογραφίας. Αν αυτό έχει επιτευχθεί έστω και σε κάποιο βαθμό, τότε είμαι ήσυχη, το στοίχημα κερδήθηκε, δεν ενοχλήθηκαν άσκοπα οι λέξεις.

Κατερίνα Χανδρινού

H Κόρκυρα της Κατερίνας Χανδρινού κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κείμενα (σελ.: 104, τιμή: €9,54). Με το βιβλίο αυτό εγκαινιάστηκε η επανέναρξη των εκδόσεων έπειτα από τριάντα χρόνια απουσίας από τον εκδοτικό χώρο.

Η Κατερίνα Χανδρινού γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά στο Εθνικό Καποδιστριακό και στο Universiteit van Amsterdam και εργάζεται ως δικηγόρος. Έχει εκδώσει τρία βιβλία. Το Συμπαθές Αγρίμι, από τις εκδόσεις Ενδυμίων, 2013, το γιατί δεν οδηγούν οι ποιητές, εκδόσεις sestina, 2018 και την Κόρκυρα, εκδόσεις Κείμενα, 2019. Έχει την αρχισυνταξία της διαδικτυακής πλατφόρμας λόγου litart.gr (www.litart.gr). Κείμενά της έχουν κατά καιρούς δημοσιευθεί σε έντυπα και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά.
Προσωπική ιστοσελίδα: https://www.facebook.com/catherine.chandrinou

Μοιράσου το άρθρο: