ΕΝΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Δεκαοκτώ σκέψεις για τη Λεωφόρο ΝΑΤΟ και τα σύγχρονα ερείπια

1/      Η Λεωφόρος ΝΑΤΟ είναι η ιστορία μιας συμπλοκής δημόσιου χώρου και προσωπικού βιώματος, ένα πλέγμα στιγμιαίων εντυπώσεων και στοχασμών, το οποίο προέκυψε κατά τη διάρκεια περιπλανήσεων στην οδό ταχείας κυκλοφορίας που συνδέει τον Ασπρόπυργο με την Ελευσίνα. Kαθ’ οδόν κατέγραψα οπτικά ερεθίσματα, καθώς έπαιρναν τη μορφή σκέψης, και τις διαθέσεις της ψυχής που μεταβάλλονταν· σημείωσα συνάψεις με μνήμες προσωπικές· και αναρωτήθηκα αν το προσωπικό βίωμα εν μέσω σύγχρονων ερειπίων αντανακλά μια ανάλογη συλλογική εμπειρία, ας την πούμε «νεοελληνική συνθήκη», ακόμη κι όταν αποζητούσα να ξεκόψω από τους άλλους, κι από καθετί νεοελληνικό. Μήπως δεν είναι αφόρητα τετριμμένη η έκφραση «νεοελληνική ταυτότητα», και τα νερά της πιθανότατα πολύ ρηχά; Αλλά είναι, φαίνεται, αδύνατον να παρατηρείς τον εαυτό σου μόνον – ακόμη κι όταν νομίζεις πως το καταφέρνεις.

2/      Ένιωθα κίνδυνο· γιατί όσο προχωρά η περιπλάνηση σε μέρη απόμερα, σε παρόδους και σε αδιέξοδα, τόσο δένεται και σφίγγει η ιδιωτική παράμετρος με τη δημόσια, η εξωτερική ύλη με την εσωτερική, ώσπου προκύπτει κάτι νέο, φοβιστικό κι ελκυστικό συνάμα.

3/      Κι όμως! Όταν περπατάμε στην πόλη συνηθίζουμε να προσπερνάμε τη σφαίρα τούτη που διαρκώς πλάθεται με κάθε βήμα, λες και αξία έχει μόνον ο δημόσιος χώρος καθεαυτός, κι ο ιδιωτικός βίος εξίσου –τάχα δυο παράλληλοι κόσμοι–, αλλά όχι το άυλο προϊόν της αλληλοπεριχώρησής τους, αυτός ο τρίτος κόσμος των συνάψεων και των συνειρμών που πολύ λίγο ελέγχουμε, σιωπηλός, αόρατος κι ακαταμέτρητος καθώς είναι, μια terra incognita που διαφεύγει από ιστορικούς και γεωγράφους. Δουλειά της λογοτεχνίας της περιπλάνησης είναι να αναδείξει το παράλληλο αυτό σύμπαν, που δεν είναι μόνον ιδιωτικό ή μόνον δημόσιο – και να φέρει στην επιφάνεια στιγμιότυπα από έναν αχανή βυθό, ο οποίος δεν βαθαίνει κάτω από τον δρόμο, αλλά ξεδιπλώνει προς τα πάνω, καθώς γυροβολάμε.

4/      Η λογοτεχνία της περιπλάνησης δεν έχει ιδιαίτερη παράδοση στη νεοελληνική λογοτεχνία· το αναγνωστικό κοινό μοιάζει να την αγνοεί ως είδος, και οι θεωρητικοί τη συγχέουν με την ταξιδιωτική λογοτεχνία. Στην Ελλάδα γράφονται ως επί το πλείστον «διηγήματα» ή «μυθιστορήματα», «ποιήματα» ή «δοκίμια», και τα είδη καλά κρατούν. Άγνωστες σχεδόν είναι και οι ψυχογεωγραφικές τεχνικές, δηλαδή οι τρόποι να πειραματίζεται κανείς με τον αντίκτυπο που έχει ο περιβάλλων χώρος στα συναισθήματα και στις σκέψεις του πλάνητα. Κι όμως, στην ευρωπαϊκή παράδοση μπορεί κανείς να ανιχνεύσει ποικίλες εκδοχές της λογοτεχνίας της περιπλάνησης (από τον Daniel Defoe ως τον Robert Walser, τον Franz Hessel και τον Iain Sinclair), κι είναι πολλά τα δείγματα γραφής υβριδικής που διαπερνά τα στεγανά.

5/      Στη Λεωφόρο ΝΑΤΟ είχα βρεθεί τυχαία. Ίσως πάσχιζα να φύγω από κάτι ή να βρω κάτι άλλο. Διέσχιζα πάντως έναν τόπο που δεν έμοιαζε να πήζει ποτέ σε τίποτα, μάλλον επέμενε στη ρευστότητά του, αποσυναρμολογημένος και ακαθόριστος, όπως μου φαίνεται πως είναι η νεότερη Ελλάδα, μια μετάβαση που δεν απολήγει σε τίποτα κι ούτε είναι σαφής η αρχή της, ένα μυστήριο κράμα δύσμορφο.

6/      Όπως πάντoτε όταν τριγυρνώ στην πόλη, είχα μαζί τη φωτογραφική μου μηχανή με έναν ευρυγώνιο φακό και ένα σημειωματάριο. Σκοπίμως δεν κατέγραψα τίποτα από ό,τι θα επισήμαινε ίσως ένας δημοσιογράφος ή ντοκουμενταρίστας –για παράδειγμα, συμπεριφορές παραβατικές και δοσοληψίες ύποπτες–κι αντιστάθηκα στον πειρασμό να γράψω για σημεία εντυπωσιακά. Το βιβλίο δεν αποτελεί ντοκιμαντέρ για την περιοχή, ούτε είναι οδηγός κάποιου είδους. Με τράβηξαν ρείθρα και τσιμεντένιοι όγκοι, νερόλακκοι και σκόρπια αντικείμενα, ένα καφέ και μια εκκλησία – ό,τι κανείς προσπερνά και παραβλέπει, οι μικρές στάσεις του πλάνητα που τις ξεχνά κατόπιν, οι συγκοπές της περιπλάνησης που περνούν ανεπαίσθητες· αυτές ήθελα να συλλάβω. Η μαγεία της περιπλάνησης έχει να κάνει με ελάχιστα ερεθίσματα, που νομίζουν πως μας ξεγλιστρούν, καθώς η περιπλάνηση εξελίσσεται.

7/      Δοκίμασα να αφουγκραστώ το «πνεύμα του τόπου» (genius loci), και το βρήκα σφριγηλό μέσα στα σύγχρονα ερείπια, αλλά μαζί και ασθενές, όπως θα είναι, φαντάζομαι, ο σφυγμός ενός υγειούς γέρου, ή κάτι τέτοιο. Αυτή την αντιφατική αίσθηση –μια αμφιλογία– θέλησα να μεταφέρω επεξεργαζόμενος τις σημειώσεις μου, ένα ηρακλείτειο καθρέφτισμα του εαυτού στον τόπο – ή μήπως του τόπου στον εαυτό;

8/      Η Λεωφόρος ΝΑΤΟ αποτελείται από θραύσματα που συνδέονται οργανικά, όπως έρρεαν μπρος μου τα σύγχρονα ερείπια της Λεωφόρου ΝΑΤΟ. Είναι ένα κείμενο εξαρχής σχεδιασμένο να είναι ερειπιώνας, κι άρα να σώζεται –να διατηρείται– ως τέτοιος. Ίσως γι’ αυτό η Λεωφόρος ΝΑΤΟ είναι κείμενο οριακής πυκνότητας και διαβάζεται με πολλούς τρόπους. Βήμα βήμα κινείται ο πλάνης, κι η κίνηση της εσωτερικής ζωής του γίνεται παράγραφο με την παράγραφο, καθώς η εξωτερική ύλη συνδέεται με την εσωτερική.

9/      Συμφωνώ πια με φιλοσόφους όπως ο Ηράκλειτος κι ο Κώστας Αξελός πως το γίγνεσθαι σημαίνει μια παρουσία, πως η ουσία φανερώνεται στη μετάβαση, κι είναι ίσως ματαιοπονία να αναζητούμε σταθερά «όντα» πίσω από τη ροή των πραγμάτων. Θυμάμαι πως εκείνο το απόγευμα στη Λεωφόρο ΝΑΤΟ έβρεχε κατά διαλείμματα και κατά τόπους.

10/      Σε αντίθεση με πολλούς πρωτοπόρους της λογοτεχνίας της περιπλάνησης, στη Λεωφόρο ΝΑΤΟ κινούμαι μακριά από το κέντρο της πόλης. Επιπλέον, εστιάζομαι στιγμιαία σε αντικείμενα μάλλον παρά σε ανθρώπους, λες και το πλήθος αδυνατεί πια να λειτουργήσει ως ο μανδύας εκείνος που υποτίθεται ότι προστατεύει τον πλάνητα, καθώς τον τυλίγει στις πτυχώσεις του (για τον Walter Benjamin το πλήθος είναι ένας μανδύας, ένα ρούχο). Στις ελληνικές πόλεις τα πεζοδρόμια κι οι διάσπαρτοι όγκοι σκυροδέματος έχουν μια τραχύτητα φοβερή. Παρόλα αυτά δεν νοστάλγησα το πλήθος, ούτε τις πτυχώσεις του. Η εσωτερική ζωή καθρεφτίζεται γυμνή στους πιο ευτελείς όγκους. Οι πολλοί άνθρωποι ολόγυρα συσκοτίζουν τα πράγματα, κι ας νομίζουμε ότι μας κρατούν ζεστούς.

11/      Κάποιοι λένε πως στην ασχήμια βρίσκουν την ομορφιά. Δεν συμφωνώ. Στις ελληνικές πόλεις βλέπω πρωτίστως δυσμορφία – και μου φαίνεται γραφική η εικόνα νέων ανθρώπων που παραμυθιάζονται σε μοδάτα καφέ εν μέσω σύγχρονων ερειπίων.

12/      Κάθε περιπλάνηση υποδηλώνει απώλεια· αν είχαμε την πληρότητα που ποθούμε, δεν θα περιπλανιόμασταν, κι ούτε θα αλλάζαμε το σχήμα της ψυχής μας διαρκώς. Συχνά μια καταστροφή ή ένα αδιευκρίνιστο κακό βρίσκεται στην αρχή της περιπλάνησης. Σκέφτομαι τον Οιδίποδα και τον Κάιν.

13/      Κάποιοι αναγνώστες είδαν στη Λεωφόρο ΝΑΤΟ μια παραβολή για την ερωτική απώλεια – όπου χάνεται πιθανόν ένα φανταστικό ερωτικό αντικείμενο, κάτι αδύνατο κι ανύπαρκτο· άλλοι, πάλι, είδαν μια παραβολή για την αδυναμία της νεοελληνικής κατάστασης να συγκροτήσει ένα όλον, να αποκτήσει έρμα. Μετά τη δημοσίευση του βιβλίου αντιλήφθηκα πως με τον ίδιο διττό τρόπο είχα προσεγγίσει τον Μάρουλλο Ταρχανιώτη, τον αγαπημένο μου μισθοφόρο και πλάνητα, στο κεφάλαιο που του αφιέρωσα στον Αλλόκοτο Ελληνισμό: για τον Μάρουλλο, η απώλεια του τόπου παραπέμπει στην απώλεια ενός προσώπου, και τανάπαλιν. Ίσως ασυνείδητα, γράφοντας τη Λεωφόρο ΝΑΤΟ, επέστρεψα στις θεματικές της περιπλάνησης και της απώλειας που με απασχολούσαν πιο θεωρητικά σε εκείνο το βιβλίο. Ο Αλλόκοτος Ελληνισμός ήταν μια περιπλάνηση στη μεθόριο των ιδεών· η Λεωφόρος ΝΑΤΟ είναι μια περιπλάνηση στη μεθόριο της Αθήνας.

14/      Μα κι ένας ακόμα αλλόκοτος τύπος του Αλλόκοτου Ελληνισμού, ο Κυριακός Αγκωνίτης, αντιπροσωπεύει το αρχέτυπο του πλάνητα. Ο Κυριακός είναι ένας πλάνης ερειπίων· αρχαίων ερειπίων. Αντιθέτως, η περιπλάνηση στη Λεωφόρο ΝΑΤΟ λαμβάνει χώρα σε σύγχρονα ερείπια, εν μέσω ενός κατακερματισμένου τοπίου μετα-βιομηχανικού, όπου ο δημόσιος χώρος αποσαθρώνεται, και μαζί του η Ιστορία. Κατασκευές νέες έμοιαζαν κομμάτια μπρος μου, αμέσως γερασμένες και αποσυναρμολογημένες. Αυτή η αδυναμία να συνθέσω ένα όλον από τα θραύσματα που βλέπω δεν κατάφερε να (κατα)πνίξει ποτέ την αδικαιολόγητη ίσως εντύπωση ότι κατάγομαι από ένα όλον. Άραγε είχε κάνει τέτοιες σκέψεις και ο Κυριακός εν μέσω των ερειπίων που τόσο αγαπούσε;

15/      Αλλόκοτοι συνοιδοιπόροι νέοι βρίσκονται κρυμμένοι στις σελίδες της Λεωφόρου ΝΑΤΟ, φίλοι νέοι αλλόκοτοι, όπως ο φλανέρ Γιάννης Παπαδέλλης (που περιμένει τη σύγχρονη έρευνα να τον ανακαλύψει!) και ο Μιχαήλ Μητσάκης, ο οποίος έχει γράψει τα πιο όμορφα, κατά τη γνώμη μου, κείμενα αστικής περιπλάνησης στα ελληνικά.

16/      Δεν ξέρω αν φτάνει ποτέ κανείς στην Ελευσίνα του. Μάλλον φτάνει, κάποτε, σε κάτι που της μοιάζει. Μπορεί να βαφτίσει ό,τι βρει τότε «Ελευσίνα» είτε να το πει κάπως αλλιώς. Πάντως, η στιγμή της μετάβασης και της προσέγγισης προκαλεί τη μέγιστη όξυνση των αισθήσεων, και μια νηφάλιο μέθη.

17/      Αυτός είναι ο λόγος που δεν κινεί καμιά απόγνωση τον πλάνητα των σύγχρονων ερειπίων όσο η εκκρεμότητα του τόπου όπως κατοπτρίζεται στα πράγματα. Αυτή λειτουργεί εφελκυστικά, και τη βρίσκω πιο γοητευτική από τη γνώση της Ιστορίας.

18/      Τα πάντα σχεδόν ορίζονται από την απαντοχή τους, από την ικανότητά τους να μη σπάνε.

Νικήτας Σινιόσογλου

Το βιβλίο του Νικήτα Σινιόσογλου Λεωφόρος ΝΑΤΟ (Δοκιμή περιπλάνησης) κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κίχλη (σελ.: 136, τιμή: €12,00).

Φωτογραφία εξωφύλλου: Νικήτας Σινιόσογλου
Την έκδοση σχεδίασε και επιμελήθηκε η Γιώτα Κριτσέλη.

Ο ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΙΝΙΟΣΟΓΛΟΥ είναι διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Καίμπριτζ και εντεταλμένος εντεταλμένος ερευνητής στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών (Τομέας Νεοελληνικών Ερευνών). Στην αγγλική γλώσσα έχει εκδώσει, μεταξύ άλλων, δύο μονογραφίες: Plato and Theodoret: The Christian Appropriation of Platonic Philosophy and the Hellenic Intellectual Resistance (Cambridge University Press 2008), Radical Platonism in Byzantium: Illumination and Utopia in Gemistos Plethon (Cambridge University Press 2011). Τα πρόσφατα βιβλία του είναι δοκίμια στα ελληνικά: Αλλόκοτος Ελληνισμός: Δοκίμιο για την οριακή εμπειρία των ιδεών (Κίχλη 2016, Βραβείο Δοκιμίου του περιοδικού Ο Αναγνώστης 2017) και Μαύρες Διαθήκες. Δοκίμιο για τα όρια της ημερολογιακής γραφής (Κίχλη 2018). Γράφει για την αστική περιπλάνηση και για τα όρια μεταξύ δοκιμιακού και λογοτεχνικού λόγου.


Σημείωση: Οι φωτογραφίες από τη Λεωφόρο ΝΑΤΟ είναι του Νικήτα Σινιόσογλου. Η φωτογραφία του συγγραφέα είναι της Ελένης Ονάσογλου.

 

Μοιράσου το άρθρο: