ΜΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

«Νερό, νερό, παντού νερό – κι ούτε σταγόνα για να πιείς»
Σ.Τ.Κόλεριτζ, Μπαλάντα του Γέρο-Ναυτικού

Υπάρχουν πόλεις θαμμένες κάτω από τα θεμέλια άλλων πόλεων, πόλεις που έχουν ξεχαστεί και το όνομά τους ίσως να μην το μάθουμε ποτέ – κι άλλες που απέμειναν ρημαγμένες κι έρημες σαν κάποιος να τις καταράστηκε. Πολλές από αυτές τις πόλεις χάθηκαν βίαια, πολιορκήθηκαν και υπέστησαν τις ισοπεδωτικές δυνάμεις ενός άπληστου επιδρομέα. Ο χαμός των ανθρώπων σφράγισε ερμητικά ό,τι συνέβη τις μέρες πριν από την τελική επίθεση αλλά και ό,τι αποτρόπαιο ακολούθησε. Ονομάζουμε παρελθόν αυτό το πολύβουο, τρομαχτικό κενό καθώς τα χρόνια περνούν και γίνονται αιώνες. Όσα ίχνη κι αν διασωθούν, οι σκέψεις τόσων ανθρώπων παραμένουν αινιγματικές και ημιτελείς. Τι συμβαίνει στη ζωή των κατοίκων μιας πόλης που πολιορκήθηκε και καταστράφηκε; Πώς βίωσαν το παράλογο του εγκλεισμού και τη βία της άλωσης; Αυτά τα ερωτήματα δεν μπορούν να προσεγγιστούν αν δεν μπει κανείς στη θέση όχι μόνο των θυμάτων αλλά και των θυτών, κι αυτό προσπάθησα να κάνω − για να δω μέσα από τα δικά τους μάτια τον κλειστό ορίζοντα ενός βίαια κατεστραμμένου κόσμου.

Πολλές φορές, περπατώντας ανάμεσα σε ερείπια πόλεων ένιωσα τη σιωπή τους σχεδόν εκκωφαντική. Υπήρχαν γύρω μου τόσα πολλά ίχνη από μια εξαερωμένη πλέον καθημερινότητα που όμως έμοιαζε οικεία, κατανοητή. Συναισθήματα, επιθυμίες, πράξεις κρυφές και φανερές, μέρες και νύχτες αιώνων εξαφανίζονται μέσα στην άγραφη πραγματικότητα των περασμένων εποχών. Θέλησα να γράψω γι’ αυτές τις βουβές ζωές, για τα υπολείμματα των ιστοριών που αφήνει πίσω της η αέναη λιτανεία του χρόνου. Το σαρωτικό πέρασμα του θανάτου μεταμορφώνει σε σκιώδεις μνήμες, ανώνυμα τραγούδια και μύθους όχι μόνο τις ιστορίες που ίσως γνωρίζουμε αλλά κι αυτές ακόμα που θα μπορούσαμε να φανταστούμε. Όλα κάποτε λησμονιούνται, γίνονται λίπασμα για τις επόμενες ιστορίες.

Στη Λιτανεία του χρόνου μια ρημαγμένη πόλη μετατρέπεται σιγά-σιγά σε απολίθωμα. Πλάνητες και πένητες τριγυρνούν ανάμεσα στα ερείπια, σκιές επιζώντων. Νομίζουν ότι ζουν σ’έναν εφιάλτη ή ότι έχουν τρελαθεί. Περιφέρονται μέσα σε μια υπαρξιακή έρημο χωρίς δυνατότητα διαφυγής, στα όρια της επιβίωσης όπου ο χρόνος βραδυπορεί ανυπόφορα − όπως σε κάθε δοκιμασία. Η ιστορία τους είναι ένα ακόμη θραύσμα ανάμεσα στα ερείπια, ένας αποσπασματικός μονόλογος χωρίς αποδέκτες.

Οι αφηγητές της Λιτανείας έχοντας χάσει βίαια ό,τι έδινε νόημα στη ζωή τους, περιφέρονται εδώ κι εκεί με μόνη αποσκευή την μνήμη ενός οριστικά χαμένου κόσμου. Καθένας τους κουβαλάει τις δικές του απώλειες, τη δική του καταδίκη. Παγιδευμένοι μέσα στη σιωπή και στη μη-σύνδεση με τους άλλους, δεν έχουν επιλογές, έχουν όμως επίγνωση του αποκλεισμού τους. Ένας τέτοιος κόσμος δεν επιτρέπει σε κανένα είδος χαράς ν’ ανθίσει.

Η Λιτανεία του χρόνου δεν είναι μια ρεαλιστική αφήγηση. Είναι περισσότερο η καταγραφή ενός ψυχολογικού τοπίου. Περιέχει την εξέλιξη ενός μύθου που δούλευε μέσα μου για χρόνια και τελικά κατάφερε να πάρει αυτή τη μορφή των αφηγήσεων. Όπως έγραψε ο Ρομπέρτο Καλάσο στο βιβλίο του Οι Γάμοι του Κάδμου και της Αρμονίας, «ο μύθος είναι κάτι που δεν συνέβη ποτέ, αλλά συμβαίνει πάντοτε». Ο μύθος, με το αναπάντεχα ανθεκτικό του κουκούλι περικλείει τις περισσότερες φορές μια θαμμένη ιστορία – την προστατεύει, της επιτρέπει να τραφεί από το πέρασμα του χρόνου, να δυναμώσει, να πάρει τελικά τη μορφή που χρειάζεται για να αναδυθεί κάποτε το μυστικό της νόημα, με ποικίλες μορφές: με αινιγματικές εικόνες, παραμορφωτικούς καθρέφτες, με υπαινιγμούς και μεταμφιέσεις – με ό,τι τέλος πάντων χρειάζεται κάθε φορά αυτή η ιστορία για να σπάσει το κουκούλι της και να μπει πάλι στον κόσμο, να ειπωθεί από την αρχή και να δημιουργήσει νέα ερωτήματα.

Μελανία Δαμιανού

Η Μελανία Δαμιανού γεννήθηκε και ζει στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών Αθηνών όπου σπούδασε ζωγραφική και φωτογραφία. Έχει ασχοληθεί με την εικονογράφηση. Η Λιτανεία του χρόνου είναι το πρώτο της βιβλίο. Κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κίχλη (σελ.: 88, τιμή: €8,50).

Απόσπασμα από το βιβλίο:

«Κάποτε η χαμένη πόλη θα φανερωθεί. Θα υψωθεί μέσα από τα ερείπια και οι πύργοι της θα φτάσουν μέχρι τον ορίζοντα μιας άλλης εποχής. Κανείς δεν θα γνωρίζει ότι βρισκόταν πάντα εκεί, παρούσα όσο ένα ναυάγιο που εξακολουθεί να φέρει το φορτίο του στα βυθισμένα αμπάρια. Όταν έρθει η ώρα, η πόλη θ’ανοίξει διάπλατα τις πύλες της και θα καλωσορίσει τους ταξιδιώτες, τους γόητες των φιδιών, τις γυναίκες με τα ακονισμένα σπαθιά και τους υποψήφιους ιατρούς ψυχών. Θα έρθουν και οι ποιητές, άλλος με συνοδεία λαούτου, άλλος με τα πυκνογραμμένα του χαρτιά κι άλλος μονάχα με το καταπονημένο του άλογο. Και μέσα στο πλήθος θ’ανακατωθούν οι τρελοί ρήτορες, απαθείς και ανέγγιχτοι απ’ το πανδαιμόνιο των φωνών και των διαλέκτων. Κι όλοι τους θα πηγαινοέρχονται στην κεντρική πλατεία και στους φαρδείς δρόμους, σαν να μην είχαν φύγει ποτέ, σαν να γνώριζαν ότι κάποτε θα ξαναγυρνούσαν αγνώριστοι, χωρίς τα παλιά τους ονόματα, φαντάσματα εν αγνοία τους».

Μοιράσου το άρθρο: