ΕΝΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Το Μολύβι για τα μάτια είναι μια συλλογή από δέκα ιστορίες που συνδέονται μεταξύ τους με λιγότερο ή περισσότερο εμφανή τρόπο. Αυτή η δομή, η χρήση δηλαδή συνδετικών στοιχείων, έχει διττό στόχο: αφενός αποσκοπεί στη δημιουργία μιας ξεχωριστής αισθητικής σκοπιμότητας, αφετέρου στοχεύει στο να θολώσουν κάπως τα στάσιμα νερά του διηγήματος, να αμβλυνθεί η διαχωριστή γραμμή ανάμεσα στο διήγημα και το μυθιστόρημα, να καταλυθούν τα μεταξύ τους σύνορα. Αυτό το δεύτερο είναι ένα εγχείρημα με ενδιαφέρον. Ποια είναι τα όρια ανάμεσα σε αυτά τα δύο είδη; Θεωρητικά, ένα μυθιστόρημα μπορεί να εκληφθεί ως ένα σύνολο από ιστορίες ενωμένες μεταξύ τους περισσότερο ή λιγότερα χαλαρά. Αντίστοιχα, μια συλλογή διηγημάτων θα μπορούσε να αποτελεί ένα μυθιστόρημα με ενδιάμεσα κενά. Στον μοντερνισμό και τον μεταμοντερνισμό πολλά μυθιστορήματα έχουν μια αποσπασματική δομή, αποτελούνται από σκηνές φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους, που διαδραματίζονται σε διαφορετικούς τόπους, πολλές φορές με διαφορετικούς ήρωες και θεματική, ακόμα και με διαφορετική τεχνοτροπία. Πρόκειται για μυθιστορηματικά υβρίδια ή μυθιστορήματα-κολάζ. Ωστόσο, κατά τη γνώμη μου, το αν ένα έργο πεζογραφίας θα λέγεται μυθιστόρημα δεν έχει να κάνει τόσο με το αν υπάρχει μια ενιαία, ομοιόμορφη και άρτια πλοκή όσο με το αν πραγματεύεται μια κοινή ιδέα, αν υπάρχουν κοινές αφηγηματικές και εννοιολογικές βλέψεις από τη μεριά του συγγραφέα. Υπό αυτή την έννοια, το Μολύβι για τα μάτια εισέρχεται στη σφαίρα του μυθιστορήματος και καταλαμβάνει δειλά-δειλά μια γωνιά. Συγκεκριμένα, θα το ονόμαζα, ένα σύνολο από σπονδυλωτές μυθιστορηματικές ιστορίες.

Η λογοτεχνία, και γενικά η τέχνη, είναι αυτοσκοπός. Αν έχει μια επιδίωξη, αυτή είναι η λειτουργία της ως αυτόνομη αλήθεια, ο απεγκλωβισμός του ατόμου από τη βία της κατεστημένης ορθολογικότητας, η κατανόηση και διεύρυνση της συνείδησης. Η χρήση μιας υβριδικής μυθιστορηματικής δομής με τη μορφή ξεχωριστών διηγημάτων εξυπηρετεί σε κάποιο βαθμό αυτό τον σκοπό. Οι χωριστές ιστορίες επιτρέπουν την προσέγγιση άγνωστων πεδίων της ύπαρξης με μεγεθυντικό φακό, με ταχύτητα και πυκνότητα. Ό,τι αναφέρεται, είναι απολύτως αναγκαίο και ουσιώδες. Κάθε σκηνή απομονώνεται από το αφηγηματικό φορτίο της μεγάλης φόρμας αποκτώντας ένα είδος ευέλικτης αυτοαναφορικότητας. Οι ήρωες δύο ιστοριών θα μπορούσαν να βρίσκονται στον ίδιο χώρο την ίδια στιγμή χωρίς να το ξέρουν, αλλά και όχι. Μια ιστορία θα μπορούσε να είναι μέρος ή η εξέλιξη μιας άλλης. Σε κάθε περίπτωση, το βιβλίο έχει μια αφανέρωτη διάρκεια, μια αδιάκοπη ροή που υπάρχει και θα υπάρχει και μετά το τέλος της κάθε ιστορίας και ολόκληρου του βιβλίου. Τα χαρακτηριστικά αυτής της ροής εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του αναγνώστη. Ταυτόχρονα ενισχύεται η ενδοκειμενική αισθητική του έργου και εξασφαλίζεται η ελευθερία του. Μας νοιάζει δηλαδή μόνο το έργο αυτό καθαυτό και τίποτε άλλο. Ούτε ο συγγραφέας, ούτε τα άλλα βιβλία που έχει γράψει, ούτε οι συνθήκες συγγραφής του βιβλίου, ούτε ο εκδότης που το έβγαλε. Το έργο αποδομείται και τα νοήματά του βγαίνουν εκτός βιβλίου και αποκτούν ουσία έξω από αυτό. Ο αναγνώστης χρησιμοποιεί δημιουργικά τις διασυνδέσεις και τα ερμηνευτικά μέσα που θέτει ο συγγραφέας στη διάθεσή του. Είναι κατά κάποιο τρόπο συνεργάτες. Πέραν τούτου, στη μικρή φόρμα δεν είναι δυνατόν να ειπωθούν τα πάντα, και δεν υπάρχει λόγος να ειπωθούν. Όπως είπα πριν, ό,τι λέγεται είναι απαραίτητο, αλλά αυτό ασφαλώς δεν σημαίνει ότι λέγονται όλα. Για την ακρίβεια, αυτά που λέγονται είναι λιγότερα απ’ αυτά που αποκρύπτονται. Έτσι δημιουργείται χώρος για τον αναγνώστη, του δίνεται η δυνατότητα να προβεί σε παρεμβάσεις και αναλύσεις, μια διαδικασία η οποία, αν το έργο είναι επαρκώς συγκροτημένο, θα οδηγήσει στην αποκάλυψη για την οποία μίλησα πριν.

Οι ιστορίες λοιπόν έχουν μια κοινή αισθητική και εννοιολογική βάση. Θα τις παρομοίαζα με μια σειρά από αφηγηματικά κύματα που ενώνονται στιγμιαία και μετά διαλύονται σε μια από αυτές τις απέραντες ακτές με βράχια όπου δεν πατάει ψυχή. Το ερώτημα είναι το εξής: Από πού έρχονται αυτά τα κύματα; Ποια είναι η προέλευσή τους; Δύσκολα μπορεί να δοθεί απάντηση. Ενώ όλοι βλέπουμε τη θάλασσα, ενώ όλοι αγγίζουμε τα κύματα και τα αφήνουμε να μας παρασύρουν σε μια ονειρική στιγμή υπέρβασης της πραγματικότητας, κανείς δεν μπορεί να μιλήσει συγκεκριμένα για την προέλευσή τους. Τα βλέπουμε αλλά τα ξέρουμε όσο ξέρουμε και τους εαυτούς μας. Καθόλου. Αυτά τα κύματα είναι άνθρωποι και τόποι που επανεμφανίζονται φευγαλέα δημιουργώντας ένα εν δυνάμει μυθιστόρημα χωρίς κατάληξη. Η κάθε ιστορία είναι και μια σκηνή από το πεδίο της διάψευσης στο οποίο μάχονται σώματα και συνειδήσεις, ύλη και πνεύμα. Η κάθε σκηνή τοποθετείται σε ένα ρευστό σημείο σε σχέση με τις υπόλοιπες, και κατ’ επέκταση σε σχέση με τον υπαρκτό κόσμο. Υπάρχει μια συγκαλυμμένη αναπαράσταση της πεπερασμένης ύπαρξης μέσα από δείξεις και εικόνες που διατρέχουν οικεία θέματα όπως θάνατος, πόλεμος, εκμετάλλευση, αγάπη, ευτυχία, τέχνη, αυτοκαταστροφή, ομοφυλοφιλία, μετά θάνατον ζωή, κακοποίηση ζώων, φιλοδοξία, απληστία. Ποιος δεν έχει σταθεί ερωτηματικά απέναντι σε όλα αυτά έστω και μία φορά στη ζωή του; Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανεξέλεγκτη φύση του ανθρώπου και στην αναφορικότητά της, ιδίως ως προς τον έρωτα και τον θάνατο. Αυτές οι δύο έννοιες παίζουν βασικό ρόλο στο βιβλίο, όπως άλλωστε και εκτός βιβλίου. Η σημασία τους όμως εδώ είναι διευρυμένη προσεγγίζοντας τη φροϋδική θεώρηση. Σύμφωνα με αυτήν, ο έρωτας (Eros) δεν αφορά μόνο τη συναισθηματική/σαρκική ροπή αλλά οτιδήποτε μπορεί να κρατήσει τον άνθρωπο ζωντανό, το ένστικτο της επιβίωσης. Από την άλλη, ο θάνατος (Thanatos) περιλαμβάνει το ένστικτο της καταστροφής, ό,τι μπορεί να τον σκοτώσει, τη βία, το μίσος. Οι πράξεις των ηρώων είναι αποτέλεσμα της σύγκρουσης μεταξύ αυτών των δύο δυνάμεων. Η ψυχή τους ταλαντεύεται διαρκώς πότε προς τη μία και πότε προς την άλλη μεριά, συμπαρασύροντας και το σώμα. Είναι μια διελκυστίνδα στην οποία όλοι συμμετέχουμε προσπαθώντας να βρούμε ένα σημείο ισορροπίας, έναν σκοπό.

Σημαντική συνεισφορά στη διερεύνηση των παραπάνω θεμάτων έχει επίσης το αρχέγονο δίπολο μητέρας-παιδιού. Αυτό απεικονίζεται ως απώλεια του πρώτου πόλου με τη μορφή είτε του φυσικού θανάτου είτε του ψυχικού θανάτου. Εμφανίζεται όχι μόνο ως άμεση αναφορά αλλά και εμμέσως πλην σαφώς, ως υπαινιγμός, και εδώ ενδεχομένως οι συνδηλώσεις του είναι πιο δυνατές, ακριβώς επειδή στοχεύουν κατ’ ευθείαν στο υποσυνείδητο και το αναταράζουν. Εκεί δηλαδή όπου εδρεύει αυτό το αρχέτυπο. Οι εκδοχές είναι πολλές: Ένα παιδί χάνει τη μητέρα του και ο ψυχισμός του αλλάζει, μαζί με την στάση απέναντι στη ζωή. Ένα παιδί χάνει τη μητέρα του επειδή αποκομίζει από εκείνη έλλειψη στοργής, ή ακόμα και πλήρη εγκατάλειψη, και η μετέπειτα ζωή του διαμορφώνεται από αυτή την απώλεια, παρ’ όλο που η μητέρα του είναι ζωντανή. Το παιδί όμως δεν είναι όσο ζωντανό ήταν πριν τη χάσει. Έτσι η μητέρα που υποτίθεται πως χάνεται είναι ζωντανή, ενώ το παιδί που είναι όντως ζωντανό, δεν ζει. Άλλη εκδοχή: ένα παιδί νομίζει ότι χάνει τη μητέρα του, γιατί νομίζει πως αυτό που αποκομίζει από εκείνη είναι έλλειψη στοργής. Η ζωή και οι επιλογές του διαμορφώνονται με βάση αυτή την «απώλεια». Εδώ η μητέρα είναι και παραείναι ζωντανή ενώ το παιδί αγωνίζεται να ζήσει κυνηγημένο από τους εφιάλτες του. Αν όμως το στοιχειώνει κάτι, αυτό δεν είναι αυτή καθαυτή η «απώλεια» αλλά κάτι ίσως πιο δυνατό, η δυσαρέσκεια συνδυασμένη με νευρωτικές ψευδαισθήσεις στα όρια της ψυχασθένειας. Εδώ το παιδί, και κυρίως η ενήλικη μετεξέλιξή του, καθοδηγείται εξ ολοκλήρου από το ένστικτο του θανάτου, για να κάνω μια σύνδεση με την προηγούμενη παράγραφο. Σε κάθε περίπτωση, το αρχέγονο πρότυπο της μητρικής παρουσίας-απουσίας διατρέχει σαν χείμαρρος το βιβλίο. Πολλές φορές πιθανολογείται, μπορούμε να το στοχοποιήσουμε ως μία από τις αιτίες των συμπεριφορών των χαρακτήρων. Το βέβαιο είναι ότι πάνω σε αυτό το πρότυπο χτίζονται πολλές επιτυχίες αλλά ακόμα περισσότερες αποτυχίες και καταστροφές.

Αμέτρητοι μικροί θάνατοι λοιπόν προηγούνται του τελειωτικού θανάτου, αν και κανείς δεν ξέρει εντέλει αν και κατά πόσο είναι τελειωτικός. Ο άνθρωπος πεθαίνει καταπλακωμένος από το Υπερεγώ, από την προσπάθειά του να καταπολεμήσει τις ενοχές του για ό,τι κάνει και δεν κάνει, αφανίζεται υποταγμένος στις επιθυμίες του κοινωνικού συνόλου ή του κράτους-δυνάστη. Τα ένστικτά του εξολοθρεύονται στον βωμό της ηθικής ή των κανόνων. Όταν φτάνει στο οριστικό τέλος, είναι πλέον κάτι άλλο απ’ αυτό που ήταν όταν μπουσούλαγε ή έκανε ποδήλατο με τους φίλους του. Στην ουσία έχει χάσει ήδη προ πολλού τη θέση του στη γη, η οποία έχει καταληφθεί από (άλλες) σκιές. Το βιβλίο, με τον τρόπο που είναι δομημένο, απεικονίζει την πορεία του ανθρώπου από την παιδική ηλικία, την εποχή της αθωότητας, μέχρι την εποχή του αφανισμού του, της φυγής του από τον γήινο κόσμο, της μετάβασής του σε μια άλλη διάσταση. Δεν χρησιμοποιώ τυχαία τη λέξη «εποχή». Σύμφωνα με την ενδιαφέρουσα θεωρία του Γιουνγκ, το άτομο, χάρη στην κληρονομική φύση των αρχέγονων ενστίκτων, είναι ένας μικρόκοσμος ο οποίος ταυτίζεται πάντα με την ψυχή της ανθρωπότητας, του μακρόκοσμου, «φέρει μέσα του την κοσμική αντιστοιχία» κατά λέξη, επομένως κάθε ατομικός αφανισμός είναι κι ένα ιστορικό τέλος. Σε αυτό το σημείο λοιπόν, όταν πέφτει οριστικά η αυλαία, δεν είναι πλέον άνθρωπος αλλά μια άλλη οντότητα, που έχει πάρει τη θέση του ως φυσική συνέπεια όλων αυτών των δεινών που περνάει. Είναι πλέον ένας Υπεράνθρωπος χωρίς αξίες και κουράγιο, ένας αποκαθηλωμένος βασιλιάς εξαπατημένος από την ίδια του τη φύση. Γιατί ο πραγματικός κίνδυνος φωλιάζει μέσα μας, λέει ο Γιουνγκ, και είμαστε υπεύθυνοι για ό,τι τυχαίνει σε εμάς και στους άλλους. Και είναι αδύνατον να προστατευτούμε από αυτόν εφόσον δεν είμαστε σε θέση να τον αντιληφθούμε.

Η απεικόνιση του δρόμου του μαρτυρίου στον οποίο είμαστε αναγκασμένοι να βαδίζουμε είναι μια πρώτη θέαση. Μια δεύτερη θέαση είναι η μετάβαση του ανθρώπου από το φυσικό στο υπερφυσικό. Αυτό φαίνεται εύκολα με την πρώτη ανάγνωση. Σημείο αφετηρίας εδώ είναι το πλέον πραγματικό και αναμφισβήτητο στοιχείο της ζωής, η παιδική ψυχή. Σε γενικές γραμμές, οι εν λόγω οπτικές επιτρέπουν μια σχηματική λειτουργία του βιβλίου, επηρεασμένη από τη ζωγραφική και τα σύμβολα. Αν συμφωνήσουμε ότι η ζωή είναι ανηφόρα και ότι το υπερφυσικό βρίσκεται πιο πάνω από το φυσικό, η πλοκή είναι μια διακεκομμένη ανοδική γραμμή αποτελούμενη από μεγάλες παύλες (τα δεινά του ανθρώπου-ιστορίες) και μικρά κενά (οι ανάσες που παίρνουμε ανάμεσα από τα βάσανα ή τα ψήγματα ευχαρίστησης). Αυτή η εικονοποίηση ή οπτικοποίηση συνδέεται με την επιθυμία μου να γράφω με έναν τρόπο που υπερβαίνει την αμιγή πεζογραφία εισάγοντας στοιχεία από άλλες τέχνες.

Από πλευράς ύφους τώρα, στο βιβλίο υιοθετώ σε κάποιο βαθμό την ποιητική σύνθεση κλείνοντας το μάτι στην αρχιτεκτονική των εννοιών του Μπροχ. Κατά τη γνώμη μου, είναι αδύνατον να διερευνηθεί η σκοτεινή πλευρά της ζωής χρησιμοποιώντας μια κλασική αφηγηματική γλώσσα. Όπως είπε ο Μπροχ, «μόνο η μορφή του ποιήματος μπορεί να παράγει την ειρημένη ενότητα των αντιθέτων και μεταξύ τους ασυμβιβάστων και να την καταστήσει λογική και κοινώς αποδεκτή ως ποίημα». Όταν μιλάμε για ποίηση, εννοούμε ρυθμό, βάθος, φαντασία. Ο σκοπός ενός συγγραφέα (πρέπει να) είναι να δημιουργήσει μια ρηματική πραγματικότητα ξεχωριστή από την εξωτερική, και για να γίνει αυτό, απαιτείται μια απόλυτα αυτόνομη γλώσσα. Η μουσικότητα, η επανάληψη, οι νεολογισμοί, η πυκνότητα, η αμφισημία, η ειρωνεία, είναι μερικά από τα εργαλεία με τα οποία αποδίδεται το χάος των λαβυρίνθων του μυαλού και η μετεώριση του ανθρώπου μεταξύ χρόνου και αχρονίας. Δημιουργούνται κυκλώνες συνειρμών, από τους οποίους αναδύονται οράματα. Η ειρωνεία, ειδικότερα, σχετίζεται στενά με το όραμα. Η ασάφειά της ταράζει τα νερά της παγιωμένης γνώσης αποβλέποντας στην κατάκτηση νέων εκφραστικών, διανοητικών και ψυχικών χώρων. Κι επειδή το όραμα δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε πλήρως ούτε να το εντάξουμε σε συγκεκριμένο εννοιολογικό πλαίσιο, σκοπός του βιβλίου είναι να προκαλέσει μια σειρά από πνευματικές διεργασίες ικανές για υψηλές πτήσεις εντός και εκτός του αφηγηματικού περιεχομένου. Δανειζόμενος μια αποστροφή του Ταρκόφσκι, θα έλεγα ότι μέσω των γλωσσικών συμβόλων και κωδικών απεικονίζονται οι άπειροι δεσμοί μας με τον κόσμο, με το απόλυτο και το άπειρο. Προσοχή: δεν απεικονίζεται ο κόσμος και το άπειρο• απεικονίζονται οι δεσμοί μας με αυτά. Οι οποίοι διαμορφώνονται μέσα από την ατέρμονη και οδυνηρή αποτυχία μας να δώσουμε απαντήσεις.

Τάσος Ψάρρης

Το βιβλίο του Τάσου Ψάρρη Μολύβι για τα μάτια κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Σμίλη (σελ.: 432, τιμή: €16,00).
Έργο εξωφύλλου: Joseph Mallord William Turner Sea and Sky c. 1830-45

O Τάσος Ψάρρης γεννήθηκε το 1975 στην Αθήνα. Φοίτησε στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Πειραιά και είναι κάτοχος MBA από το Πανεπιστήμιο Λέστερ. Σπούδασε μετάφραση και δημιουργική γραφή στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Μετάφρασης. Έχει μεταφράσει Γκαλντός, Κλαρίν, Ουναμούνο, Μονταλμπάν, Κοζαρίνσκι, Βαλντές, Σαραμάγκου, Χαρτ κ.ά. Έχει γράψει δύο μυθιστορήματα (Το αγαπημένο της μαύρο, Εκδόσεις Momentum, Η βιτρίνα, Εκδόσεις Σμίλη) και τρεις ποιητικές συλλογές (Συσκότιση, Εκδόσεις Γκοβόστη, Εγχειρίδιο ναυαγού, Εκδόσεις Εκάτη, Φονικές ουσίες, Εκδόσεις Εκάτη). Το 2010 ήταν υποψήφιος για το βραβείο λογοτεχνικής μετάφρασης από τα ισπανικά. Το πεζογραφικό και ποιητικό του έργο έχει βραβευτεί μεταξύ άλλων από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών, τον Κύκλο Ποιητών, την Πνευματική Συντροφιά Λεμεσού και τον Φιλολογικό Σύλλογο «Παρνασσός».

Μοιράσου το άρθρο: