ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ, ΜΙΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Ίσως κανείς ν’ απορεί με τη συμπερίληψη του πατρός Μπράουν –του ήρωα αυτών των ιστοριών– στη δοξασμένη χορεία των ιδιωτικών ντετέκτιβ, οι οποίοι ξεδιαλύνουν τα ευφάνταστα μυστήρια που επινοούν οι συγγραφείς αστυνομικής λογοτεχνίας. Μια γρήγορη ματιά στον ήρωά μας, αρκεί για ν’ αντιληφθούμε πως δεν διαθέτει σχεδόν κανένα από τα συνήθη χαρακτηριστικά των περίφημων συναδέλφων του: ούτε γόης είναι, ούτε κομψευόμενος δανδής, ούτε ικανός παλαιστής και πιστολέρο, ούτε καν κάποιος ψυχαναγκαστικός, εκκεντρικός, σκοτεινός ή υποβλητικός τύπος. Απεναντίας, η αστεία, παχουλή του σιλουέτα κυκλοφορεί πάντοτε με φθαρμένα μαύρα ράσα, χωρίς να μπορεί να κουμαντάρει ούτε καν την ξεχαρβαλωμένη του ομπρέλα. Το μόνο που τον διακρίνει είναι το βλεφάρισμα αμηχανίας και περισυλλογής· σε τίποτα δεν θυμίζει κάποιον ρωμαλέο άνδρα, κι όσο για υποβλητικότητα, ούτε συζήτηση. Δικαίως ο καλόπιστος και υποψιασμένος αναγνώστης δικαιούται να αναρωτηθεί: Τι συμβαίνει τελικά με τον πατέρα Μπράουν; Τι είναι αυτό που κάνει ολόκληρο Αντόνιο Γκράμσι να επισημαίνει σε μια επιστολή του ότι είναι σαφώς ανώτερος (ως ήρωας) του Σέρλοκ Χολμς, με τον τελευταίο να φαίνεται μπροστά του σαν σχολιαρόπαιδο;

Για να φωτίσουμε τις εύλογες αυτές απορίες, ας ρίξουμε μια ματιά στον τίτλο του βιβλίου κι ας εξηγήσουμε την έννοια της δυσπιστίας. Στις οκτώ ιστορίες που συνθέτουν τον τόμο ο πατήρ Μπράουν διακρίνεται, μεταξύ άλλων, για το ότι δυσπιστεί απέναντι σε μια σειρά από ιδέες, καταστάσεις και συμπεριφορές, αμφιβάλλοντας για την αλήθεια, την εγκυρότητα ή την αξιοπιστία τους. Δυσπιστεί απέναντι στην αλαζονική φιλανθρωπία των επιτυχημένων γραφειοκρατών (Το θαύμα του Μισοφέγγαρου), στις φαινομενικά τρομακτικές αρχαίες κατάρες (Η κατάρα του χρυσού σταυρού), στον επιστημονικό θετικισμό που αρνείται την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου (Η Μοίρα των Ντάρναγουεϊ), στην αιμοδιψή αυτοδικία που δεν καταπνίγει το θύμα της (Το βέλος των Ουρανών), στη μυστικιστική ανατολίτικη αρλουμπολογία με την οποία διάφοροι απατεώνες διανθίζουν τις πράξεις τους (Το φτερωτό στιλέτο), αλλά και απέναντι στην αναληθοφανή εξομολόγηση μετανοημένων (Το φάντασμα του Γκίντεον Γουάιζ). Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις ο ήρωάς μας αρνείται να υιοθετήσει παλιές ή μοντέρνες δεισιδαιμονίες και προτιμά τον διαυγή στοχασμό και την ενδοσκόπηση, προκειμένου να ρίξει φως στις υποθέσεις που του τυχαίνουν. Όπως αναφέρει κι ο ίδιος κάπου αλλού, το »μυστικό» του συνίσταται στο ότι επιδιώκει να μπει στη θέση του δολοφόνου, να σκεφτεί σαν αυτόν και να παλέψει με τα πάθη του: μέχρι να γίνει ο ίδιος ο δολοφόνος. Για να καταλήξει: «Κανείς δεν είναι πραγματικά καλός αν δεν έχει γνωρίσει πρώτα πόσο κακός είναι ή θα μπορούσε να γίνει».

Η δυσπιστία ως χαρακτηριστικό γνώρισμα του πατρός Μπράουν μας κάνει ν’ αναρωτηθούμε: Αφού δυσπιστεί απέναντι σε τόσα πράγματα, υπάρχει κάτι στο οποίο πιστεύει; Κάτι απέναντι στο οποίο δεν δυσπιστεί; Η προφανής απάντηση ότι, ως καθολικός, πιστεύει στον Θεό δεν εξαντλεί το ζήτημα. Διότι, όπως φυσικά κι ο ίδιος ο Τσέστερτον, δείχνει εξίσου βαθιά πίστη στους καθημερινούς ανθρώπους, τους απλούς, συνηθισμένους common men, τους οποίους θεωρεί προικισμένους με ελεύθερη βούληση κι άρα, ναι μεν, ικανούς για το χειρότερο –γι’ αυτό και τους κατακρίνει όταν πιάνονται κορόιδα και δρουν ως αλαλάζων όχλος (Η Ανάσταση του Πατρός Μπράουν)–, αλλά, οπωσδήποτε, και για το καλύτερο. Τους βλέπει ως αδελφούς του που μπορούν με αγάπη, χιούμορ και σωφροσύνη να ζήσουν μια ζωή αξιοβίωτη. Πέραν, λοιπόν, της δυσπιστίας του, ο πατήρ Μπράουν ξεχωρίζει για τη σεμνότητα και τη βαθιά του ενσυναίσθηση ότι ανήκει στην κοινωνία των απλών ανθρώπων, των γειτόνων της διπλανής πόρτας. Δεν έχουμε δηλαδή να κάνουμε με πεφωτισμένο ήρωα ή σκοτεινό αντιήρωα. Καταλαβαίνει τον ψυχισμό και τα κίνητρα των ενόχων, γιατί τα νιώθει και ως δικά του. Το μόνο που τον διαφοροποιεί από έναν δολοφόνο είναι η τελική απόφαση να μην πραγματοποιήσει το έγκλημα. Κι αν είναι δυνατό για εκείνον, τότε είναι και για τον καθένα μας.

Οι οκτώ ιστορίες της Δυσπιστίας του πατρός Μπράουν συνιστούν εξαίρετο δείγμα της συγγραφικής δεινότητας του Τσέστερτον. Παρότι διατηρούν το στοιχείο του γρίφου και της έκπληξης, στην πραγματικότητα συνιστούν χιουμοριστικές παρωδίες αστυνομικών ιστοριών. Προς επίρρωση όσων υπογράμμισα, ας παραθέσω ένα μικρό απολαυστικό απόσπασμα από την ιστορία «Το φτερωτό στιλέτο» και συγκεκριμένα από τον διάλογο του πατρός Μπράουν με τον Άρνολντ Άιλμερ:

«Το πιστεύετε», του είπε (σ.σ. ο Άιλμερ). «Τα πάντα πιστεύετε. Όλοι μας πιστεύουμε τα πάντα, ακόμα κι όταν τ’ αρνούμαστε. Και οι αρνητές πιστεύουν – κι οι άπιστοι ακόμα! Δεν νιώθετε βαθιά μέσα σας πως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με πραγματικές αντιφάσεις; Ότι υπάρχει ένας κόσμος που τα περιλαμβάνει όλα; Η ψυχή περιστρέφεται στον τροχό των άστρων, κι όλα επιστρέφουν. […] Ακόμα κι αυτό το αιώνιο μίσος υποδηλώνει μια αιώνια αγάπη. Το καλό και το κακό περιφέρονται σ’ έναν τροχό ως ένα και το αυτό. Δεν αντιλαμβάνεστε βαθιά μέσα σας, δεν πιστεύετε, πέρα απ’ όλες τις πεποιθήσεις σας, πως δεν υπάρχει παρά μία μόνο πραγματικότητα, κι ότι εμείς είμαστε απλά οι σκιές της; Ότι τα πάντα είναι μορφές ενός και του αυτού πράγματος, ενός κέντρου όπου όλοι οι άνθρωποι γίνονται ένας Άνθρωπος και ο Άνθρωπος γίνεται Θεός;»

«Όχι», απάντησε ο πατήρ Μπράουν.

Χάρης Τανταρούδας Παπασπύρου

Η συλλογή διηγημάτων του Γκίλμπερτ Κιθ Τσέστερτον Η δυσπιστία του πατρός Μπράουν κυκλοφορεί, σε μετάφραση του Χάρη Τανταρούδα Παπασπύρου, από τις εκδόσεις Μάγμα (σελ. 336, τιμή: €16,50). Επίμετρο: Χάρης Τανταρούδας Παπασπύρου, Νίκος Ν. Μάλλιαρης. Σχεδιασμός εξωφύλλου: Λένα Δανιηλίδη.

Τίτλος πρωτοτύπου: The Incredulity of Father Brown (1926)

Ο Γκίλμπερτ Κιθ Τσέστερτον (1874-1936), τούτος ο «άνθρωπος κολοσσιαίας ευφυίας» (κατά τον Τζορτζ Μπέρναρντ Σω) σταδιοδρόμησε ως λογοτέχνης, φιλόσοφος, θεολόγος και κριτικός της τέχνης και της λογοτεχνίας. Πολυγραφότατος συγγραφέας, ασχολήθηκε με όλα τα είδη του γραπτού λόγου (πεζογραφία, ποίηση, θέατρο, πολιτικό και θεολογικό δοκίμιο, λογοτεχνική κριτική), πάντοτε με έντονη κριτική διάθεση και αγάπη για το παράδοξο. Ιδιάζων στοχαστής, θεωρούσε εαυτόν «ορθόδοξο» χριστιανό κι έτσι μεταστράφηκε από τον Αγγλικανισμό στον Καθολικισμό, συντάσσοντας δοκίμια θεολογικής απολογητικής• ταυτόχρονα όμως, υπήρξε κι «αιρετικός»: λάτρης του χιούμορ αλλά και της διαλεκτικής, έτεινε πάντοτε ν’ αμφισβητεί τις παραδεδομένες ιδέες και ν’ ασκεί –κατά το παράδειγμα του πατέρα Μπράουν– ορθολογική κριτική σε ό,τι θεωρούσε ως πλάνες κι αυταπάτες.

ΕΓΡΑΨΑΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΣΕΣΤΕΡΤΟΝ

Τα διηγήματά του μοιάζουν με αστυνομικά ενώ είναι κάτι πολύ περισσότερο. […] Καθεμία από τις ιστορίες είναι ένας μικρός μύθος και ταυτόχρονα ένα σύντομο θεατρικό έργο.
– Χόρχε Λουίς Μπόρχες

Ο Τσέστερτον έχει γράψει μια λεπτότατη παρωδία αστυνομικών μυθιστορημάτων κι όχι καθαυτό αστυνομικά μυθιστορήματα. […] Γι’ αυτό παρατηρείται μια διαφορά ύφους μεταξύ του περιεχομένου, δηλαδή της αστυνομικής πλοκής, και της μορφής και συνεπώς μια λεπτή ειρωνεία προς το πραγματευόμενο θέμα, που κάνει τα διηγήματα αυτά πιο νόστιμα.
– Αντόνιο Γκράμσι

Κανένας άλλος συγγραφέας του 20ού αιώνα δεν έσκυψε όσο ο Τσέστερτον πάνω στο ψυχικό χάσμα που αφήνει στον άνθρωπο η ιδεολογία της Προόδου.
– Λάκης Προγκίδης

Μοιράσου το άρθρο: