ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ, ΜΙΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Δημοσιευμένο αρχικώς σε συνέχειες στην εφημερίδα του Αντόνιο Γκράμσι L’ordine nuovo (Μάιος 1919-Αύγουστος 1919) και λίγο μετά τον Μεγάλο Πόλεμο, το 1921, σε ελάχιστα αντίτυπα Το συνέδριο των νεκρών του Tζίνο Τζίνι έγινε αμέσως δυσεύρετο, γιατί κατασχέθηκε και καταστράφηκε από τους φασίστες. Το βιβλίο –που συνιστά μια άμεση καταγγελία του πολέμου, όλων των πολέμων, και της βίας, με όποια μορφή και αν εμφανίζεται αυτή– θεωρήθηκε ουσιαστικά «αιρετικό», καθώς ο συγγραφέας του δεν δίσταζε να εκτοξεύσει τα βέλη του εναντίον της εκκλησίας, του εθνικισμού, του ιμπεριαλισμού, της επίσημης ιδεολογίας, ακόμη και της στρεβλής αντίληψης περί επανάστασης.

Με αφορμή το πρωτοφανές λουτρό αίματος που προκαλεί ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος, όσοι μέχρι τότε είχαν χάσει με βίαιο τρόπο τη ζωή τους συγκαλούν εκτάκτως ένα συνέδριο στην κοιλάδα του Ιωσαφάτ, προκειμένου να μάθουν πού οφείλονται όλες αυτές οι ατέλειωτες αφίξεις, η μεγάλη αναταραχή και αυτός ο αναβρασμός: μπροστά στην πλημμυρίδα νεκρών που προκαλούν τα πεδία των μαχών και ο πόλεμος χαρακωμάτων, ο χώρος του κάτω κόσμου αρχίζει πλέον να μην επαρκεί για όλους. Στην αρχή μιλούν και αντιπαρατίθενται το πρώτο θύμα και ο πρώτος φονιάς της ανθρώπινης ιστορίας (ο Άβελ και ο Κάιν), στη συνέχεια παίρνουν τον λόγο οι υπεύθυνοι των μεγάλων σφαγών, οι δήμιοι, οι κατακτητές, οι ιεροεξεταστές, οι επαναστάτες (ο Αλέξανδρος, ο Ιούλιος Καίσαρας, ο Ναπολέων, ο Αττίλας, ο Τορκεμάδα, ο Σπάρτακος), και τέλος παρελαύνει το πλήθος των ανώνυμων νεκρών (οι οπλίτες των Θερμοπυλών, οι ρωμαίοι λεγεωνάριοι, οι πεζικάριοι της Γαλλικής Επανάστασης). Και ενώ η συζήτηση ανάβει, παρεμβαίνει ο Χριστός καταδικάζοντας όποιον αυθαιρετώντας πίστεψε ή υποστήριξε ότι πολεμούσε εν ονόματί του: ο μοναδικός νόμος που εκείνος είχε δώσει ήταν ο νόμος της αγάπης. Όταν σταμάτησε να μιλά, διέκρινε τον λεγεωνάριο που στη Λάμβαισα είχε αρνηθεί τον στέφανο και είχε πετάξει το σπαθί του, καταδικάζοντας με τον τρόπο αυτόν τον εαυτό του σε θάνατο. Και του λέει: «Από τα τόσα εκατομμύρια χριστιανών που εμφανίστηκαν πάνω στη γη και που μέχρι σήμερα την κατοικούν, είσαι σχεδόν ο μοναδικός που με υπάκουσε».

Μου είναι δύσκολο να γράψω για Το Συνέδριο των νεκρών όχι τόσο γιατί το μετέφρασα και γιατί με συγκλόνισε, αλλά είναι αδύνατον να το διαβάσει κάποιος και να μην επηρεαστεί από αυτό, σε μικρότερο ή σε μεγαλύτερο βαθμό: ακόμη και σε περίπτωση που κάποιος θα διαφωνήσει με τον Τζίνι σε επιμέρους ζητήματα ή θα έχει τις ενστάσεις του σε ορισμένες απόψεις του, σε καμιά περίπτωση δεν θα αμφισβητήσει ότι κρατά στα χέρια του ένα τίμιο βιβλίο που θα τον ωθήσει σε μια διαδικασία προβληματισμού και σκέψεων, από την οποία μόνο πλουσιότερος θα βγει: σε επιχειρήματα και σε συναισθήματα. Το Συνέδριο των νεκρών συγκαταλέγεται σε εκείνη την όλο και πιο σπάνια και ευάριθμη τώρα πια κατηγορία βιβλίων που μπορούν να μεταβάλουν τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο, που μπορούν να αλλάξουν σε βάθος και εμάς τους ίδιους, τις πεποιθήσεις μας, την κοσμοαντίληψή μας. Η βαθιά εσωτερική θρησκευτικότητα –όχι απαραιτήτως και όχι αποκλειστικώς με τη χριστιανική έκφανσή της– που το διαπερνά δεν μπορεί παρά να αγγίξει στα μύχια όποιον επιθυμεί και όποιον αγωνίζεται να δει τον κόσμο με μια πνευματικότητα μακριά από «τη ματαιοδοξία, τις μόδες, τις πολυτέλειες, τα υλικά δεσμά».

Από την άλλη είναι και ένα βιβλίο ιδιαίτερο, με μια εντελώς δική του δομή και αντίληψη. Εν μέρει το θεωρώ ένα έργο ακατάτακτο με την έννοια ότι δεν είναι απλώς ένα ακόμη λογοτεχνικό βιβλίο ενάντια στον πόλεμο. Είναι τωόντι ένα βιβλίο που μιλά για την οδύνη και τον τρόμο του πολέμου και της βίας, αλλά δεν είναι μόνο αυτό, είναι κάτι πολύ περισσότερο: είναι ένα πολύπλευρο φιλοσοφικό δοκίμιο που θα μπορούσε να διαβαστεί και ως λογοτεχνικό έργο. Από μια άποψη θα μπορούσε να διδάσκεται στις νομικές σχολές και στο μάθημα της φιλοσοφίας του δικαίου, γιατί ακριβώς η απολογία ενός εκάστου πρωταγωνιστή μεταφέρει και τη δική του προσωπική οπτική, και για τον ίδιο μια θεμελιωμένη άποψη για τους λόγους που τον ώθησαν να γίνει φονιάς, κατακτητής, επαναστάτης. Οι απολογίες, οι ενστάσεις όσων μιλούν συνιστούν κατά κάποιο τρόπο σύντομα φιλοσοφικά δοκίμια.

Επισημάνθηκε παραπάνω ότι έχουμε να κάνουμε με ένα βιβλίο βαθιάς θρησκευτικότητας: αλλά όχι με τη δογματική έννοια. Είναι ένα βαθιά θρησκευτικό βιβλίο για την έννοια της αγάπης και της συμπόνιας• απευθύνεται σε θρησκευόμενους και άθεους, σε χριστιανούς, μουσουλμάνους ή πιστούς άλλων θρησκειών, σε πατριώτες και απάτριδες, γιατί αυτό που μας ζητάει είναι να βρούμε τι μας ενώνει με τους άλλους και όχι τις μας χωρίζει. Όπως επίσης είναι ένα βιβλίο για την αίσθηση του καθήκοντος, για την ανθρώπινη βούληση, για την ηθική, για την κατηγορική προσταγή της συνείδησης. Γιατί η ηθική και η θρησκευτικότητα δεν αποτελούν αποκλειστικότητα αυτής ή της άλλης εκκλησίας, εκείνου ή οποιουδήποτε άλλου δόγματος: ο άνθρωπος θα πρέπει να τα αναζητήσει μέσα του και να τα κάνει κτήμα και στάση ζωής. Όπως και η συνείδηση και το καθήκον δεν είναι προνόμια εκείνου ή του άλλου πολιτικού κόμματος. Και ο Τζίνι αυτό ακριβώς κάνει εδώ: αναδεικνύει τη σημασία της ευθύνης, της ηθικής ως πρακτικής και της θρησκευτικότητας ως αιτημάτων που προηγούνται της πολιτικής και της δογματικής στάσης.

Αν θέλουμε, μας λέει ο Τζίνι, πραγματικά να βρούμε την απάντηση σε ερωτήματα όπως: «Ποιος θα απολογηθεί για την τρομαχτική συμφορά που μας συντρίβει;», «Ποιο νόημα θα αποδώσουμε στην καταστροφή;», «Ποιον σκοπό μπορεί να εξυπηρετεί αυτό το απάνθρωπο και γενικευμένο μαρτύριο; Και έχει αλήθεια κάποιον σκοπό;», δεν πρέπει να την αναζητήσουμε ούτε σε κάποια υπερβατική αρχή-βούληση, ούτε σε κάποια υποτιθέμενη «φύση του ανθρώπου» ούτε στην «τυφλή μοίρα». Για τον Τζίνι, «…αρκεί μονάχα η βούληση των ανθρώπων, προκειμένου να δικαιολογηθούν επαρκώς τα ιστορικά συμβάντα… Για να εξηγήσουμε τη ροή των γεγονότων, τα οποία συνθέτουν τον ζωντανό ιστό των εθνοτικών και εθνικών ιστοριών, δεν είναι καθόλου ανάγκη να προϋποθέσουμε θαύματα ή πεπρωμένα. Αντιθέτως οφείλουμε να πεισθούμε για την ύπαρξη μιας αληθινής ευθύνης, μιας εξ ολοκλήρου ανθρώπινης ευθύνης στο έργο, όπου όλοι, ζώντες και τεθνεώτες, μεγάλοι και μικροί, συνεργαστήκαμε και συμβάλαμε∙ πρόκειται για μια ευθύνη της οποίας την τιμή και τη φρίκη μάταια θα προσπαθήσουμε τώρα να αποσείσουμε από πάνω μας… Κανείς, ο οποίος προηγουμένως είχε αποδεχθεί τη ζωή, τους όρους της, που με κάποιον τρόπο και σε κάποιον βαθμό είχε ενθαρρύνει την ανάπτυξη δεν μπορεί σήμερα καλή τη πίστει να δηλώνει την αθωότητά του. Όλοι είμαστε ένοχοι, σε διαφορετικό μέγεθος, με διαφορετικό βαθμό συνείδησης, στο τρομερό αυτό έγκλημα… Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει τίποτε που να αντανακλά την ιστορία του ανθρώπου και το οποίο να μην αποτελεί έργο δικό του∙ να μην προδίδει το αποτύπωμα της υπέρτατης βούλησής του. Εκούσια είναι επομένως η καταδίκη τόσων θυμάτων στην ανήκουστη σφαγή. Εδώ όπως και αλλού εμφαίνεται η ίδια κυρίαρχη δύναμη, η οποία υπαγορεύει τον νόμο των ανθρώπινων συμβάντων στη γη. Αυτή αποκαλείται η βούληση των ανθρώπων και τίποτ’ άλλο! Όταν ο άνθρωπος κοιτάζει προς τα πίσω, επισκοπώντας τα γεγονότα της ιστορίας του, αναζητώντας τις αιτίες τους, πιστεύει ότι σε αυτά θα ανακαλύψει τον Θεό, τη φύση, το πολιτικό ή κοινωνικό σύστημα, αλλά κατά βάθος το μόνο πραγματικό που βρίσκει –ούτε μπορεί να βρει κάτι άλλο– είναι ο εαυτός του, η βούλησή του, τα αισθήματά του, τα ποταπά και ευγενή πάθη του, οι υψηλές και χυδαίες σκέψεις του, οι στοιχειώδεις ή ανώτερες ανάγκες του… Δεν θα ωφελούσε, αν επιχειρούσαμε να ξεφύγουμε από αυτή την ιστορική ευθύνη. Όλοι εμείς θελήσαμε άλλοτε περισσότερο άλλοτε λιγότερο, με μεγαλύτερη ή μικρότερη ένταση και επίγνωση, τις παρούσες συνθήκες της μοντέρνας ζωής, ως υλικής απόλαυσης, ως ανάπτυξης του πνεύματος. Και όλοι εμείς συμβάλαμε επίσης στην παγίωσή τους, στέρξαμε στην προώθησή τους προς εκείνες τις κατευθύνσεις, οι οποίες ήταν σύμφωνες με τα συμφέροντά μας, με τα γούστα μας, με τις απόψεις μας. Αυτό το σχέδιο ζωής, αυτό το διευρυμένο ιστορικό σχέδιο, ανεπτυγμένο, προβαλλόμενο προς τα εμπρός, οδήγησε βαθμιαία στις προσκρούσεις, στις αντιθέσεις, στην τεράστια σημερινή σύγκρουση. Και εμείς, που παρασυρόμαστε από όλα αυτά, είμαστε ταυτοχρόνως και οι προωθητικές δυνάμεις, καθένας με το μερίδιο που του αναλογεί, τόσο οι μεγάλοι όσο και οι μικροί, οι πλούσιοι όπως και οι φτωχοί, οι μορφωμένοι όσο και οι αμόρφωτοι. Εμείς επομένως είμαστε εκείνοι που σπρώχνουμε τους ομοίους μας στον θάνατο. Αυτοί οι δολοφονημένοι, αυτοί οι κατεστραμμένοι είναι τα θύματά μας. Αλλά αυτό που διαπράττουμε δεν είναι μόνο ανθρωποκτονία, είναι συνάμα και αυτοκτονία! Δίχως να το γνωρίζουμε έχουμε καταδικάσει σε θάνατο και εμάς τους ίδιους… Το μοναδικό πράγμα που έχει σημασία είναι το ηθικό ζήτημα. Αυτό εμπλέκει τη μύχια ζωή της συνείδησής μας… Διεκδικούμε την ελευθερία μας στη δημιουργία της ιστορίας∙ ας διατρανώσουμε με τόλμη ότι εμείς είμαστε οι πλάστες του πεπρωμένου μας. Θα χλωμιάσουμε ίσως μπροστά στη φρίκη του έργου μας, αλλά στο ίδιο το πνευματικό ρίγος που μας διατρέχει θα έχουμε αποκτήσει συνείδηση της δύναμής μας».

Το Συνέδριο των νεκρών δεν είναι ένα βιβλίο «ευχάριστο» ή «εύκολο», μολονότι αγνοώ τι σημαίνουν ακριβώς αυτές οι λέξεις, όταν πρόκειται για κάτι τόσο σοβαρό όσο ένα έργο του ανθρώπινου πνεύματος που δημιουργεί πραγματικά μονάχα με ωδίνες: όταν ο δημιουργός, ο στοχαστής, ο καλλιτέχνης έχει κυριολεκτικά υποφέρει –άλλοτε πνευματικά, άλλοτε σωματικά και άλλοτε και τα δύο– για να προσφέρει ένα έργο που θα μιλήσει στην ανθρώπινη ψυχή, ο αναγνώστης, ο ακροατής κλπ. θα πρέπει μήπως να μείνει απλώς ένας παθητικός δέκτης, ένας αμέτοχος «καταναλωτής», δεν θα πρέπει να βυθιστεί και αυτός στον κόσμο που του ανοίγεται, δεν θα πρέπει να βγει πλουσιότερος ψυχικά και συναισθηματικά μετά από μια τέτοια –έστω και επώδυνη– συμμετοχή-μέθεξη;

Στο Παράρτημα της ελληνικής έκδοσης προστέθηκε ο φιλοσοφικός και σχεδόν θεατρικός διάλογος «Στα χαρακώματα» –από τη συλλογή φιλοσοφικών διαλόγων I fratelli nemici. Dialoghi e miti moderni, που κυκλοφόρησε λίγο πριν τον θάνατο του Τζίνι (1937) – ο οποίος επεκτείνει τους προβληματισμούς και εμβαθύνει ακόμη περισσότερα στα ζητήματα που είχαν τεθεί στο Συνέδριο των νεκρών.

Δεν γνωρίζω κατά πόσο στάθηκα στο ύψος του πρωτότυπου ιταλικού κειμένου, κατά πόσο απέδωσα ό,τι ο Τζίνι ήθελε να εκφράσει. Θέλω να πιστεύω ότι τουλάχιστον δεν τον πρόδωσα. Σε κάθε περίπτωση χαίρομαι που φέραμε τον Έλληνα αναγνώστη σε επαφή με έναν στοχαστή που δυστυχώς αγνοούν και οι ίδιοι οι συμπατριώτες του.

Παναγιώτης Τσιαμούρας
(διδάκτωρ φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων)

Το φιλοσοφικό δοκίμιο του Ιταλού στοχαστή Zino Zini με τίτλο Το συνέδριο των νεκρών κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις έρμα (σελ.: 232, τιμή: €11,00).

Εισαγωγή, μετάφραση και σημειώσεις: Παναγιώτης Τσιαμούρας

Έργο εξωφύλλου: Harvey Thomas Dunn, On the Wire (1918)

Ο Ζino Zini (Tζίνο Τζίνι) (1868-1937) υπήρξε εκ των πρωταγωνιστών της πνευματικής και πολιτικής ζωής του Τορίνου στις αρχές του 20ού αιώνα. Δίδαξε στα ιστορικά λύκεια του Τορίνου Cavour και D’Azeglio, και για μεγάλο διάστημα ηθική φιλοσοφία στο πανεπιστήμιο της ίδιας πόλης, όπου είχε για μαθητή και τον Αντόνιο Γκράμσι, με τον οποίον, παρά τις διαφορές που χαρακτήριζαν τις οπτικές τους, συνδέθηκε και συνεργάστηκε. O Τζίνι παρέμεινε σε όλη του τη ζωή σοσιαλιστής, όχι όμως με τη στενή έννοια του στρατευμένου επαναστάτη διανοούμενου, αλλά με έναν δικό του τρόπο: ο δικός του ήταν ένας ανθρωπιστικός σοσιαλισμός κτισμένος πάνω σε ηθικά θεμέλια, σε πλήρη αρμονία με τη δική του φιλοσοφία για τον οικουμενικό πόνο και την οικουμενική αγάπη.

Μοιράσου το άρθρο: