ΕΝΑΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Οι αφηγήσεις με τις οποίες επιλέξαμε να ζούμε

Έχω στο νου μου την εξής ανάμνηση από το Πάσχα του 1986: είμαι 8 ετών, είμαι στο χωριό, στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς μου (από την πλευρά του πατέρα μου) μαζί με την αδερφή μου• οι γονείς μου είναι στην Αθήνα, είναι Μεγάλη Πέμπτη και παίζουμε κρυφτό στη γειτονιά, ο ουρανός κλείνει από σκούρα σύννεφα, το τηλέφωνο στο σπίτι χτυπά, η γιαγιά μου το σηκώνει, οι πρώτες ψιχάλες αρχίζουν να πέφτουν αλλά δεν μας χαλάνε το παιχνίδι, στο τηλέφωνο είναι η μητέρα μου και η φωνή της τρέμει, το τηλέφωνο κλείνει, η αδερφή μου τα φυλάει μαζί με ένα άλλο κοριτσάκι, η γιαγιά μου βγαίνει στη βεράντα και μας φωνάζει επιτακτικά, εγώ έχω κρυφτεί πίσω από το μεγάλο φορτηγό που είναι παρκαρισμένο στο αδιέξοδο και δεν θέλω να βγω, η γιαγιά επιμένει, η αδερφή μου σταματάει το παιχνίδι, παραξενευμένη που η γιαγιά της λέει να ανέβει γρήγορα σπίτι από την «καλή» σκάλα, τη σκάλα που μόνο τις Κυριακές και τις γιορτές επιτρεπόταν να πατήσουμε και της οποίας τα λευκά μαρμάρινα σκαλοπάτια άστραφταν χειμώνα καλοκαίρι. Η μητέρα μου είχε πει στη γιαγιά μου πως έχει συμβεί το δυστύχημα στον Πυρηνικό Σταθμό του Τσερνόμπιλ και πως η βροχή μπορεί να είναι ραδιενεργή, πως πρέπει να μείνουμε σπίτι μέχρι να έρθουν από την Αθήνα να μας πάρουν και πως, σε καμία περίπτωση, δεν πρέπει να βγούμε έξω –ούτε καν για τον αυριανό Επιτάφιο– και πως ο παππούς πρέπει να φροντίσει να έχουμε προμήθειες στο σπίτι. Όλα αυτά που τόσο ζωντανά θυμάμαι είναι στην ουσία αδύνατον να τα έχω βιώσει από πρώτο χέρι: η μητέρα μου ισχυρίζεται πως ήμασταν στην Αθήνα εκείνο το Πάσχα, η αδερφή μου πως δεν έπαιζα ποτέ κρυφτό μαζί με τα άλλα παιδιά και, έτσι κι αλλιώς, δεν θα μπορούσα να κρύβομαι πίσω από το μεγάλο φορτηγό και να κρυφακούω την από τηλεφώνου κουβέντα ανάμεσα στη μητέρα και τη γιαγιά μου. Μνήμη όμως δεν είναι αυτό που έχει συμβεί• μνήμη είναι οι αφηγήσεις με τις οποίες έχουμε επιλέξει να ζούμε.

Με αυτή την έντονη μνήμη οδηγό, επέλεξα να γράψω το δεύτερο βιβλίο μου – ένα βιβλίο που τελικά πήρε τη μορφή ενός σπονδυλωτού μυθιστορήματος που ξεκινά το ξημέρωμα της 26ης Απριλίου 1986, λίγες ώρες πριν από την έκρηξη στον αντιδραστήρα του Πυρηνικού Σταθμού «Β. Ι. Λένιν» του Τσερνόμπιλ και που ολοκληρώνεται τέσσερα εικοσιτετράωρα μετά. Αυτό το καθοριστικό γεγονός –καθοριστικό για την Ευρώπη και τον κόσμο– βρίσκει τους κατοίκους του Πρίπιατ, της πόλης-δορυφόρου του Πυρηνικού Σταθμού, να κοιμούνται, να λογομαχούν, να ερωτροπούν ή να παλεύουν με τους εαυτούς και τους δαίμονές τους. Η ίδια η έκρηξη και οι φρικιαστικές συνέπειές της (που τόσο σοκαριστικά περιγράφει η Αλεξέγιεβιτς στο βιβλίο της Voices from Chernobyl) παραμένουν διαρκώς ένα σιωπηλό φόντο στο βιβλίο μου. Προτίμησα να χρησιμοποιήσω αυτό το συγκλονιστικό γεγονός ως τομή στον χώρο και στον χρόνο, ως το πέτασμα που διαχώρισε ανεπιστρεπτί το πριν από το μετά της ζωής αυτών των ηρώων του βιβλίου και μετέτρεψε το τώρα τους σε σημείο καμπής. Έτσι ο αναγνώστης του Ρηχό νερό, σκιές (Κίχλη, 2019) παρακολουθεί την εγγονή του ναπολοβίνου να μιλά στον Θεό, τη γιαγιά του Βιτάλι να ανακουφίζει τον πόνο του εγγονού της με γιατροσόφια, τον Ντμίτρι να διαβάζει στην Ιρίνα τα γράμματά που της έχει γράψει, τον Μαξ να ονειρεύεται πως είναι σούπερ-ήρωας και τη Ρεβέκκα να κουβαλάει τη βυθισμένη στον ύπνο Ρεγγίνα ως το ποτάμι.

Όπως και στο πρώτο μου βιβλίο, τη νουβέλα Καρυότυπος (Κίχλη, 2014), με απασχολεί και εδώ το ζήτημα της μνήμης. Σε αντίθεση όμως με τη συγγραφή του πρώτου μου βιβλίου, αυτό το δεύτερο βιβλίο γράφτηκε πιο γρήγορα (όχι όμως λιγότερο επίπονα), μετά από κυριολεκτικά δεκάδες δοκιμές που κατέληξαν στον κάδο ανακύκλωσης ή στο χαοτικό αρχείο του λάπτοπ μου. Πώς συνομιλεί λοιπόν το βιωμένο παρελθόν με όσα προοικονομεί το παρόν; Πώς αναδύεται αναπάντεχα η μνήμη από τη σκιασμένη μεριά της πραγματικότητας, πριν βουτήξει ξανά και χαθεί οριστικά στα ρηχά νερά της; Προς απάντηση (;) αυτών των ερωτημάτων, καθ’ όλο το μήκος του βιβλίου, προσωπικές ιστορίες και ετερόφωτες αφηγήσεις μπλέκονται, ακριβώς όπως το παρελθόν μπλέκεται με το παρόν και το μέλλον. Η προμετωπίδα άλλωστε του βιβλίου, το «Ό,τι είναι παρελθόν, είναι πρόλογος» του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, συνοψίζει με ακρίβεια τα παραπάνω. Οι μνήμες μας είναι ένα παράξενο κράμα από πράγματα που οι ίδιοι ζήσαμε, από ιστορίες που άλλοι έζησαν και μας τις αφηγήθηκαν ξανά και ξανά, από συνομιλίες που κρυφακούσαμε ευχόμενοι να ήμασταν εμείς οι πρωταγωνιστές, από «αλήθειες» που επινοήσαμε ώστε να σκιάσουμε κάτι που όντως συνέβη. Κι επειδή τίποτα δεν μπορεί να ανακόψει την αμείλικτη ροή του χρόνου, συχνά βρίσκουμε τους εαυτούς μας είτε να τσαλαβουτάνε στα ρηχά νερά της πρόσκαιρης μνήμης μας, είτε να χάνονται βαθιά στις σκιές της – πράγμα που εξηγεί, νομίζω, και το μοτίβο του τίτλου που απαντά σε όλα τα μέρη του βιβλίου.

Άκης Παπαντώνης

Ο Άκης Παπαντώνης είναι μοριακός βιολόγος, Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Göttingen. Το δεύτερό του βιβλίο, το σπονδυλωτό μυθιστόρημα Ρηχό νερό, σκιές (Κίχλη, 2019) κυκλοφόρησε πρόσφατα (σελ.: 168, τιμή: €12,50), ενώ για το πρώτο του βιβλίο, τη νουβέλα Καρυότυπος (Κίχλη, 2014), τιμήθηκε με το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου του ηλεκτρονικού περιοδικού Ο αναγνώστης (2015). Έχει μεταφράσει τη συλλογή διηγημάτων Ανατολικά της Δύσης και το μυθιστόρημα Το βουνό των πελαργών του Βούλγαρου Μίροσλαβ Πένκοφ (Αντίποδες, 2016 και 2018), καθώς και μια ανθολογία ποιημάτων του Αμερικάνου Ρέυμοντ Κάρβερ με τον τίτλο Εκεί που είχαν ζήσει (Κίχλη, υπό έκδοση).

Στο εξώφυλλο του βιβλίου Ρηχό νερό, σκιές: Φωτογραφία από το προσωπικό αρχείο του συγγραφέα, Κολωνία, 2015.

Απόσπασμα από το Ρηχό νερό, σκιές μπορείτε να διαβάσετε εδώ.

 

 

Μοιράσου το άρθρο: