Στα Φεστιβάλ του Κόσμου: Τορόντο 2019

Γράφει ο Αλέξανδρος Ρωμανός Λιζάρδος

Στις 15 Σεπτεμβρίου, το 44ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο ολοκλήρωσε τη δεκαήμερη γιορτή της 7ης Τέχνης με την ανακοίνωση των βραβείων. Με αφορμή τις περίπου 40 ταινίες που παρακολούθησα, μοιράζομαι μαζί σας μερικές σκέψεις. Θα ήθελα να σας προκαταβάλω ότι στο πλαίσιο ενός φεστιβάλ -όπου βλέπεις ακόμα και πέντε ταινίες στη σειρά, κάνεις συνεντεύξεις, ενημερώνεσαι για την επικαιρότητα- ενδέχεται να έχεις αδικήσει κάποια ταινία. Όποιες από αυτές αξίζουν μια δεύτερη ανάγνωση, επιλέγω να την κάνω με την κυκλοφορία τους στη χώρα μας. Οι πρώτες σκέψεις όμως δίνουν ένα στίγμα πιο αυθόρμητο, λιγότερο φιλτραρισμένο και σίγουρα πιο άμεσο.


Ο Fred Rogers (Τom Hanks), ο οποίος έφυγε από τη ζωή το 2003, για πολλούς ήταν ένας γραφικός τηλεοπτικός παραμυθάς που είχε καταφέρει να μιλήσει στη γλώσσα των παιδιών για πολύ σημαντικά θέματα, τα οποία μέχρι τότε έμοιαζαν ταμπού στον χώρο των παιδικών προγραμμάτων: θυμός, διαζύγιο, μοναξιά, μπούλινγκ. Ο Lloyd Vogel (Matthew Rhys) είχε ακριβώς την ίδια άποψη με τον περισσότερο κόσμο, μέχρι που κλήθηκε να του κάνει μια συνέντευξη που θα άλλαζε τις ζωές και των δύο. «Δεν υπάρχει νορμάλ ζωή χωρίς πόνο», θα πει ο Fred Rogers και θα το επαναλάβει σε πολλές παραλλαγές για να μας θυμίζει κατά τακτά χρονικά διαστήματα ότι δεν υπάρχουν άγιοι. Χρησιμοποιώντας την αφηγηματική δομή της εκπομπής A beautiful day in the neighbourghood, που για δεκαετίες κρατούσε παρέα σε μικρούς και μεγάλους, η σκηνοθέτις Marielle Heller (η οποία, ένα χρόνο πριν, μας είχε χαρίσει το εξαιρετικό Can You Ever Forgive Me?) αποπειράται να αποπροσανατολίσει τον θεατή για όσα θα ακολουθήσουν, στην ουσία όμως κάνει ένα ανεπανάληπτο βιωματικό μάθημα για μικρούς στους μεγάλους που έχουν ξεχάσει ότι «είναι εντάξει να θυμώνεις» και ακόμα πιο εντάξει «να ζητάς συγγνώμη».

Πριν από ένα χρόνο σε μια πτήση είδα τυχαία ένα ντοκιμαντέρ για την ιστορία του Fred Rogers, με τίτλο Won’t you Be my Friend?. Δεν γνώριζα για εκείνον σχεδόν τίποτα, με αποτέλεσμα να φοβάμαι τι θα ακολουθήσει στο ντοκιμαντέρ. Φανταζόμουν ότι θα αποκάλυπτε πως ήταν παιδόφιλος ή ότι χτυπούσε πιτσιρικάδες και τώρα βρέθηκαν όλα τα στοιχεία που τον ξεγύμνωναν. Τίποτα από όλα αυτά -φυσικά- δεν έγινε: η ταινία κατέγραφε το μεγαλείο της ανθρωπιάς του Αμερικανού Βέγγου, που το δικό του «Καλοί μου άνθρωποι» ήταν να απαντά προσωπικά όλα τα γράμματα θαυμαστών, να συνομιλεί με όποιον του το ζητούσε και να αρνείται, όπως θα πει, να φάει κρέας, γιατί δεν ήθελε να είναι η αιτία «να χάσει τη ζωή του ένα πλάσμα που είχε μητέρα». Είναι ο άνθρωπος που δεν διαχωρίζει τον μικρό από τον μεγάλο, και τους λέει από καρδιάς αυτά που ήθελαν να ακούσουν από τους κοντινούς ανθρώπους, αλλά δεν κατάφεραν.

Ποιον καλύτερο μπορούσες να στρατολογήσεις για τον ρόλο αυτό, από τον κινηματογραφικό στρατιώτη Ράιαν; Ο Hanks έδωσε περισσότερη ανθρωπιά σε έναν ήδη υπέροχο άνθρωπο, γνωρίζοντας τι να πει και πότε να ακούσει με την καρδιά του. Το άμεσο παίξιμο του που κάνει τη μετάλλαξή του σε έναν άλλο να μοιάζει τόσο αβίαστη, κάνει τα μάτια σου να δακρύζουν σε όλη την ταινία από ευτυχία. Προβλέποντας σίγουρη υποψηφιότητα (και γιατί όχι βράβευση) με Όσκαρ δεύτερου ρόλου, η ταινία είναι ένα μάθημα ευτυχίας, αισιοδοξίας, ομορφιάς και απλότητας. Και λέω δεύτερου, γιατί στην πραγματικότητα τον πρώτο ρόλο έχει ο Matthew Rhys (που έχει συνεργαστεί ξανά με τον Tom Hanks στο Post), ο οποίος υποδύεται τον δημοσιογράφο σε κρίση, με τον πατέρα του να αργοπεθαίνει. Όμως, όσο δυνατή και αν είναι αυτή η ιστορία, απλά την ξεχνάς στη γιγαντοσύνη του Tom. Η τελευταία σκηνή στο πιάνο είναι ήδη ανθολογίας.

Φωτογραφία: TIFF

*Η κριτική της ταινίας γράφτηκε μετά την προβολή του φιλμ στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο.

Φωτογραφίες: TIFF/Getty Wire Images/GP Images
Βίντεο για το φεστιβάλ: TIFF Talks

Μοιράσου το άρθρο: