ΜΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

ΠΩΣ ΓΡΑΦΤΗΚΕ «ΤΟ [ΣΧΕΔΟΝ] ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΜΙΑΣ 82ΧΡΟΝΗΣ»

Η ιδέα μου ήρθε σαν επιφοίτηση, μετά από συζητήσεις με την 82χρονη Μελίνα Μπίλια, μια πραγματική γυναίκα που ζει στη σημερινή Αθήνα. Στην οποία Αθήνα, η ζωή είναι ζόρικη ακόμα κι όταν είσαι 50 χρονών, πόσο μάλλον από τα 80 και πάνω. Θέλεις να περάσεις τα 80 με τιμές και δόξες, ή αθόρυβα, ανάλογα με τον χαρακτήρα σου, αλλά δεν ξέρεις τι σε περιμένει εκεί, και μερικές φορές τα φαντάζεσαι όλα μαύρα και άραχλα. Και δεν είναι.

Δηλαδή είναι, αλλά μόνον αν πιτσικάρεις στο μεταξύ, αν είσαι κλινήρης και υποφέρεις – στις άλλες περιπτώσεις, απλώς είσαι γριά, κι επειδή σου έρχεται σταδιακά, επειδή δεν ξημερώνεις ξαφνικά μια μέρα 82 χρονών… δεν σου κάθεται και τόσο τρομερό το σοκ. Η μαμά μου διαμαρτύρεται πως όταν βλέπει τον εαυτό της στον καθρέφτη, δεν τον αναγνωρίζει – και μου συνέβη κι εμένα τις προάλλες, με πήρε το μάτι μου σε μια βιτρίνα και ξαφνιάστηκα. Εγώ, που είμαι τσακ-μπαμ μέσα στην Εποχή της Εικόνας, με φέησμπουκ και ίνσταγκραμ από παντού, άρα τη φάτσα μου, παλιά και πρόσφατη (όχι νέα), τη βλέπω να σκάει πότε-πότε στα σόσιαλ μίντια…

Ας μην το πάρει κανείς ανάποδα, πιστεύω ότι το να μεγαλώνεις είναι ωραίο πράγμα, ακόμα και υπέροχο, αν σκεφτείς την εναλλακτική. Πιστεύω ότι υπάρχουν πράγματα στη ζωή που είναι αριστουργηματικά: τα μωρά, τα παιδιά (ειδικά τα δικά σου, που είναι τα ομορφότερα), οι φιλίες, το σεξ, οι νεραντζιές το πρωί, η θάλασσα, τα καλοκαίρια, ο έρωτας, τα παγωτά, τα σκυλάκια… αν και όσο μεγαλώνεις βάζεις όλο και πιο πίσω το σεξ και τον έρωτα, κι όλο και πιο μπροστά τα παγωτά, ή έστω τις κρέμες, καθώς χάνεις ΚΑΙ δόντια, μεταξύ άλλων.

Με απασχολεί η ηλικία όσο απασχολεί όλο τον κόσμο, δηλαδή λίγο, μια και δεν έχω σκυλο-γεράσει ακόμα. Στέκομαι στο όριο ανάμεσα στη Μέση και τη Γεροντική Ηλικία, κι όπως όλος ο κόσμος, χασομεράω. Καθυστερώ όσο μπορώ το πέρασμα στην Γεροντική Ηλικία… επειδή μου αρέσουν τα πράγματα που κάνω. Το διάβασμα, το γράψιμο, το κολύμπι, το σεξ, το περπάτημα, οι καφέδες με φίλους/ες, οι εκδρομές… και ώρες-ώρες ψιλο-φοβάμαι ότι μετά τα 80 θα δυσκολεύομαι να τα κάνω όλα αυτά, ή έστω τα μισά.

Η Μελίνα μου έδειξε ότι κακώς ψιλο-φοβάμαι, θα συνεχίσω ακάθεκτη, θα αντιμετωπίσω τα απρόοπτα (σάμπως μπορώ να κάνω και αλλιώς;) Μια φίλη παρατήρησε, «Δεν μπορεί ένας άνθρωπος να φτάσει 80 χρονών χωρίς να βιώσει απώλειες» και είχε δίκιο. Η Μελίνα έχασε ανθρώπους που αγαπούσε, αλλά αυτοί που αντέχουν ακόμα, οι φίλες και οι φίλοι της, της είναι ανεκτίμητοι. Οι φίλες/οι μας είναι μάρτυρες στη ζωή μας, κι εμείς στη δική τους: ήμασταν εκεί, ο ένας για τον άλλον (μην αλλάζω φύλο συνέχεια, καταλαβαίνετε). Είδαμε ο ένας τον άλλον στα δύσκολα και στα εύκολα. Το ίδιο κάνουν και οι σύζυγοι, απλώς οι φίλοι στέκονται πλάι σου χωρίς να έχουνε υπογράψει κανένα χαρτί και χωρίς υποχρέωση – όπως θα έπρεπε να κάνουν και οι σύζυγοι.

Τέλος πάντων, είμαι αισιόδοξο άτομο. Θέλω οι ηρωίδες των ιστοριών μου να ζούνε καλά, να βρίσκουν τον θησαυρό μόνες τους, με τα χεράκια τους, να σκαρφαλώνουν το Έβερεστ, να συναντάνε ενδιαφέροντες ανθρώπους και σέξι άντρες, ανάμεσα στους ενδιαφέροντες ανθρώπους, μάλιστα, άντρες κάθε ηλικίας. Ίσως επειδή είμαι έτσι κι εγώ, όχι του τρελού, όχι ενοχλητικά αισιόδοξη, δεν χορεύω στο ουράνιο τόξο ούτε γελάω σαν τον Μπόζο. Αλλά γνωρίζω ακόμα υπέροχους ανθρώπους και κάνω καινούργιους φίλους, και δεν έχω σταματήσει να ενθουσιάζομαι με καινούργια πράγματα, ούτε καν με παλιά πράγματα. Φυσικά και συμβαίνουν φρικαλεότητες στη ζωή – το καλοκαίρι που γραφόταν το «Ημερολόγιο», ζήσαμε την τραγωδία στο Μάτι. Δέκα μέρες πριν από τις φωτιές, μαζέψαμε τα παιδάκια μας από το Μάτι, η φίλη μου η ‘Ελση κι εγώ – από ένα μέρος που θεωρούσαμε απόλυτα ασφαλές για μικρά παιδιά. Μας αγάπησε ο Θεός, ή ο Βούδας, ή η Τύχη, και δεν ήταν τα παιδάκια μας «στις φωτιές»… και αυτήν την τραγωδία δεν μπορούσαμε να την αφήσουμε έξω από το «Ημερολόγιο», ας ήταν «Σχεδόν».

Θέλω να πω ότι ναι, τραβάμε ζόρια ενώ ζούμε, και συμβαίνουν τρομερά πράγματα, και τρώμε αγγούρια, και είναι θαύμα πώς τα καταφέρνουμε από μέρα σε μέρα. Η Μελίνα έχει έναν 85χρονο κολλητό που καλλιεργεί χασισιές στη βεράντα του για να βγάλει τα προς το ζην, επειδή δεν παίρνει σύνταξη. Γνωρίζει μια μέρα έναν ωραίο παππού και πηγαίνει μαζί του στη θάλασσα. Μαθαίνει το Ιντερνέτ και διαβάζει την Γουκιπίντια με τρέλα, χάρη στην έφηβη εγγονή της, που την επισκέπτεται στη χάση και στη φέξη. Πάει εκδρομή (σύντομη) με τη φίλη της και τον κολλητό, μετατρέπει το σπίτι της σε Αιρ-μπι-εν-μπι, κάνει κανονικά πράγματα όπως εσείς κι εγώ… αν εξαιρέσουμε τις χασισιές στη βεράντα του κολλητού της.

Όσο το σκέφτομαι, τόσο δεν έχω ιδέα ΓΙΑΤΙ ασχολήθηκα με Το [Σχεδόν] Ημερολόγιο μιας 82χρονης. Ψοφάω να μιλάω/γράφω για τα μυθιστορήματά μου, αλλά δεν ξέρω ποτέ για ποιο λόγο τα ξεκινάω, τα συνεχίζω και τα ολοκληρώνω. Όταν άρχισα το «Σχεδόν Ημερολόγιο», έγραφα παράλληλα το τρίτο μέρος της τριλογίας της Αθήνας, δηλαδή ένα αστυνομικό μυθιστόρημα με ηρωίδα την αγαπημένη μου Δώρα, την σχεδόν-μέντιουμ ξεναγό της Αττικής. Σε κάποια φάση το «Ημερολόγιο» πήρε την πρώτη θέση, και πριν καλά-καλά το καταλάβω, έφτασα στο φινάλε του. Θα μπορούσα να σας πω ότι «ήθελα να δώσω ένα μήνυμα αισιοδοξίας», και είναι αλήθεια. Αλλά η ακόμα πιο αληθινή αλήθεια είναι ότι… μου άρεζε πάρα πολύ ενώ το έγραφα, Το [Σχεδόν] Ημερολόγιο μιας 82χρονης, ερωτεύθηκα τη Μελίνα, μάλιστα αναρωτιέμαι τι θα κάνω τώρα που δεν γράφω πια το ημερολόγιό της…

Καλά, δεν ανησυχώ και πολύ, κάτι θα βρω πάλι.

Μανίνα Ζουμπουλάκη

Το [σχεδόν] ημερολόγιο μιας 82χρονης της Μανίνας Ζουμπουλάκη κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος (σελ.: 256, τιμή: €14,99).

Η Μανίνα Ζουμπουλάκη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Καβάλα και γράφει από τα 10. Σπούδασε στην Αμερική Ιστορία της Τέχνης και Σωματική Αγωγή. Γράφει στα περιοδικά από την αρχή της δεκαετίας του ’80 μέχρι σήμερα χωρίς διακοπή. Έχει μεταφράσει αρκετά βιβλία και έχει δουλέψει στο ραδιόφωνο ως παραγωγός. Έχει γράψει επίσης σενάρια για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Από τις Εκδόσεις Παπαδόπουλος κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία της Πώς να γράψεις, Ευτυχία, Φερμουάρ, Αόρατα Κορίτσια, Κάτι μου κρύβεις και Άκουσέ με. Είναι παντρεμένη και έχει τρία παιδιά.

Μοιράσου το άρθρο: