ΜΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

Οι «Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους» είναι ένα σπονδυλωτό μυθιστόρημα με ιστορίες ανθρώπων που έζησαν στην Αλεξάνδρεια του Μεσοπολέμου (1930-1933), εκκινώντας από τον Καβάφη, προς το τέλος σχεδόν της ζωής του και συνεχίζοντας με πρόσωπα παροίκων, που όμως έρχονται σε επαφή με εμβληματικά πρόσωπα της εποχής (Τσίρκα, Φόρστερ, Ουγκαρέτι), δημιουργώντας ένα ενιαίο ψηφιδωτό της πόλης – ενώ η γειτονιά της οδού Λέψιους, αποτελεί τον πυρήνα αλλά και τον συνδετικό κρίκο ανάμεσά τους.

Οδός Λέψιους στη δεκαετία του 1980.

Οι μυθιστορηματικοί ήρωες ποικίλουν, οι περισσότεροι είναι εμπνευσμένοι από αληθινά πρόσωπα της εποχής, άλλοι είναι επινοήσεις της φαντασίας και άλλοι ξεπηδούν από παλαιότερες μυθοπλασίες για να αναβαπτιστούν σε μια διαφορετική συσχέτιση και στον σπασμένο καθρέφτη του Χρόνου. Όλα αυτά τα πρόσωπα ζουν και αναπνέουν στον ίδιο δρόμο, την εμβληματική οδό Λέψιους. Έρχονται καθημερινά σε επαφή με το κεντρικό πρόσωπο, που διέπει το βιβλίο ακόμα και όταν απουσιάζει από το σκηνικό. Είναι άνθρωποι από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα, που όμως τους ενώνει ο τόπος και η ανάγκη τους να ξεφύγουν από τα στενά όρια του “περίκλειστου” κόσμου που τους έχει επιβληθεί, όπου όλοι γνωρίζουν τα πάντα για όλους. Όπως και η ανάγκη τους να βιώσουν τον έρωτα και μια ουσιαστικότερη ζωή.

Η αθέατη πλευρά των ανθρώπων πρωταγωνιστεί εδώ, απαλλαγμένη από εξωραισμούς και υπερβολές, σε ένα κόσμο που δεν έπαψε ποτέ να κουβαλά την ανθρώπινη αδυναμία, τα πάθη της, τον φόβο της φθοράς, τη μικρόνοια και όλα εκείνα που είναι γνωρίσματα του ανθρώπου όπου γης και που δεν έχουν ούτε σύνορα, ούτε εθνότητες, ούτε εποχές. Οι χαρακτήρες συνεχίζουν τις ζωές τους, ρίχνονται στα πάθη τους, χωρίς να αντιλαμβάνονται ότι όλα γύρω τους αλλάζουν σιγά-σιγά, μεταμορφώνονται, καταρρέουν. Είναι τόσο απορροφημένοι στον μικρόκοσμο τους που δεν ακούν τους κτύπους του ρολογιού του Χρόνου και της Ιστορίας να χτυπά απειλητικά.

Το μυθιστόρημα εκτός από τις ιστορίες των προσώπων που αποτυπώνει παρέχει μια περιεκτική και πολυπρισματική εικόνα της κοινωνίας των Αιγυπτιωτών του μεσοπολέμου, της βαθύτερης αβεβαιότητας της και της ουσιαστικής αδυναμίας της να ενσωματωθεί εκεί όπου για χρόνια αναπτύχθηκε, ενώ συνδέει στενά την μυθοπλασία με τις άμεσες ή οι έμμεσες αναφορές σε γεγονότα που σημάδεψαν εμβληματικά την περιοχή. Αποδίδοντας τον τρόπο σκέψης και τις νοοτροπίες των προσώπων, μας παρακινεί με την αφηγηματική παραστατικότητά του να καταλάβουμε καλύτερα τον ψυχισμό που διέκρινε τους Έλληνες που έζησαν εκεί, την ψυχογραφία, τα ήθη, τις συνήθειες τους, την ταχύτατη οικονομική τους άνοδο αλλά και την εντυπωσιακά γοργή παρακμή και διάλυση της ιδιότυπης κοινωνίας τους.

Το βιβλίο διαδραματίζεται στη διάρκεια της παρακμιακής φάσης της βασιλείας του Φουάντ, αναδεικνύει διακριτικά, χαμηλόφωνα, σχεδόν υπόκωφα τη δυσαρέσκεια του λαού, τη διόγκωση του πολιτικού ριζοσπαστισμού και την αντανάκλασή του στις συνειδήσεις των ανθρώπων, ντόπιων, κυρίως, αλλά και ξένων. Όλα εκείνα που αργά αλλά σταθερά θα γίνουν ο “προπομπός” αλλά και η αφορμή για να ανατραπεί το καθεστώς αργότερα. Οι στίχοι της πρωταγωνιστικής μορφής που συνοδεύουν τις ιστορίες των ηρώων επιλέχθηκαν για να στηρίζουν τη νοηματική τους σύνθεση. Κάποιοι αντανακλούν την ψυχογραφία των προσώπων, ενώ κάποιοι άλλοι λειτούργησαν αντίστροφα· ενέπνευσαν, δηλαδή, τις ίδιες τις ιστορίες ή αποτέλεσαν σημείο εκκίνησης για την αφήγησή τους.

Πέρσα Κουμούτση

Το μυθιστόρημα της Πέρσας Κουμούτση Αλεξανδρινές φωνές στην οδό Λέψιους κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μεταίχμιο (σελ.: 264, τιμή: 14,40 €).

Παρουσίαση του βιβλίου από τη συγγραφέα στο Πρώτο Πρόγραμμα και στη Βιβλιοθήκη του Πρώτου μπορείτε να ακούσετε εδώ.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης προς το τέλος της ζωής του. Ο επιφανής γιατρός του με την απατηλή εικόνα της ευτυχισμένης οικογενειακής ζωής. Ο ξεπεσμένος δικηγόρος και φίλος του. Η φιλήδονη νεαρή γειτόνισσα που τάραξε το συντηρητικό προσωπείο της παροικίας. Η άστατη ηθοποιός με τους θεατρινισμούς και τα καπρίτσια της. Η γοητευτική Ιταλίδα που ζούσε το δικό της δράμα, πέρα από τα βλέμματα θαυμασμού που εισέπραττε.
Αυτά και άλλα πρόσωπα, άγνωστα τα περισσότερα που έρχονται σε επαφή με εμβληματικά πρόσωπα της εποχής (Τσίρκα, Φόρστερ, Ουνγκαρέτι). Είναι οι φωνές τους, στην οδό Λέψιους της Αλεξάνδρειας στα χρόνια του Μεσοπολέμου (1930-1933), που πρωταγωνιστούν σ’ αυτό το μυθιστόρημα – απαλλαγμένες από εξωραϊσμούς και υπερβολές, με τις αδυναμίες, τους φόβους και τα πάθη τους, δημιουργώντας ένα ανάγλυφο ψηφιδωτό της πόλης και μιας εποχής.

Η Πέρσα Κουμούτση γεννήθηκε στο Κάιρο. Ήρθε στην Ελλάδα αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές της στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Καΐρου. Από το 1993, ασχολείται επαγγελματικά με τη μετάφραση από τα αραβικά και τα αγγλικά. Για το μεταφραστικό της έργο έχει λάβει σημαντικές διακρίσεις μεταξύ των οποίων: το Διεθνές Βραβείο Καβάφη, Ειδική Διάκριση από το Τμήμα Ελληνικών και Λατινικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αλ Αζχάρ, εύφημη μνεία από το ILE (Irish Literature Exchange). Από το 2002 μέχρι σήμερα έχει εκδώσει έξι ακόμα μυθιστορήματα πάντα με κύριο άξονα τον διαπολιτισμικό διάλογο ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή. Τα βιβλία της Στους δρόμους του Καΐρου (2014), Δυτικά του Νείλου (2006) και Αλεξάνδρεια στον δρόμο των ξένων (2002) κυκλοφορούν από τον Εθνικό Οργανισμό Βιβλίου της Αιγύπτου και από τον Εθνικό Οργανισμό Μετάφρασης· πρόκειται για μια διάκριση εξαιρετικά τιμητική και σημαντική καθώς είναι κρατικός φορέας της Αιγύπτου ο οποίος στο παρελθόν έχει μεταφράσει μόνο σημαντικούς ‘Ελληνες δημιουργούς όπως ο Καζαντζάκης, ο Τσίρκας και ο Καβάφης.

Απόσπασμα από το βιβλίο:

Βγαίνοντας από την είσοδο του πολυτελέστατου κτιρίου, ιταλικού ρυθμού, όπου στεγαζόταν το πολυτελές ιατρείο του γιατρού Παπαστεφάνου, μαζί με άλλα δύο γνωστά ιατρεία της περιοχής, στον πολυάσχολο κι αριστοκρατικό δρόμο της οδού Φουάντ, με τις κομψές βίλες, τα αρχοντικά και τις περίφημες αντικερί, ο Κωνσταντίνος αναστέναξε βαθιά, σαν να ήθελε να λυτρωθεί από ένα τεράστιο βάρος που πλάκωνε το στήθος του. Έπειτα, για να αποφύγει τις αδιάκριτες ματιές κάποιων γνωστών παροίκων, που στέκονταν στην απέναντι μεριά του δρόμου, κατέβασε γρήγορα το βλέμμα του στο πεζοδρόμιο και άνοιξε το βήμα του. Δεν ήταν έτοιμος ακόμα να επιστρέψει στο σιωπηλό του σπίτι, έτσι προτίμησε να περιπλανηθεί για λίγο ακόμη στους δρόμους της πόλης. Τα λόγια του γιατρού βούιζαν ακόμη στα αυτιά του σαν μελίσσι, σκέφτηκε όμως ότι δεν έπρεπε να απελπίζεται. Τίποτε δεν είχε κριθεί ακόμη. Ίσως, αν έφευγε για την Αθήνα για επιπλέον γνωματεύσεις; Ίσως θα έπρεπε να υποβληθεί εκεί στις επαναληπτικές εξετάσεις. Ναι, δεν θα τα παρατούσε τόσο εύκολα. Είχε χρέος να το παλέψει. Αλλά αν δεν τα κατάφερνε; Αν η κατάστασή του χειροτέρευε κι υποχρεωνόταν να παραμείνει εκεί; Θα μπορούσε, άραγε, να εγκαταλείψει για πάντα την Αλεξάνδρεια; Η συγκεκριμένη σκέψη τον συντάραξε. Όχι, δεν μπορούσε να διανοηθεί τη ζωή του μακριά από αυτή την πόλη, όχι πια, όχι σε αυτή την ηλικία. Αυτή ήταν η πόλη που τον σημάδεψε και τον καθόρισε όσο καμία άλλη. Η σκέψη της Αλεξάνδρειας τον κατέκλυσε σαν χείμαρρος, ενώ οι αρνητικές σκέψεις για την αρρώστια του, την κατάρα που τον βρήκε ξαφνικά, βάρυναν το περπάτημά του ακόμα πιο πολύ κι από μακριά έμοιαζε σαν ένας άνθρωπος που σήκωνε ένα ασήκωτο φορτίο. Για ένα πράγμα μόνο ήταν σίγουρος: ακόμα κι αν αποχωρούσε από αυτή εδώ την πόλη, ακόμα κι αν δεν την ξανάβλεπε ποτέ, η ζωή θα συνέχιζε την πορεία της στους μαγικούς της ρυθμούς, με τις μικρές και μεγάλες ιστορίες των ανθρώπων της που αποτέλεσαν για εκείνον παρηγοριά και θεϊκή έμπνευση, όπως θεϊκή ήταν και η ίδια η λατρεμένη πόλη που τον ακολουθούσε παντού, όπου κι αν πήγαινε, παρότι δεν χόρταινε ποτέ να τον υποβάλλει σε δοκιμασίες αλγεινές, όσο κι ανεπανάληπτα μαγικές, έλεγε, αλλά περισσότερο έγραφε, ο Κωνσταντίνος. Πολλές φορές μάλιστα τον καταδίωκε μια παράξενη εμμονή ότι η πόλη αυτή του ανήκει. Μόνον εκείνος ήθελε να τη λατρεύει, να την υμνεί, να την απαθανατίζει, αλλά και να την επιτιμά, να την επικρίνει, να την αναθεματίζει. Να την εκθειάζει, αλλά και να τη μέμφεται επίσης, να εξαπολύει πάνω της τα βέλη της οργής και την ίδια στιγμή να συντηρεί για εκείνη μια απεριόριστη και άνευ κανόνων και συμβάσεων αγάπη. Η Αλεξάνδρεια! Ο συλλογισμός του τον παρέπεμψε σε μια παλαιότερη θύμηση, σ’ ένα περιστατικό –πριν από μερικά χρόνια, κόντευαν δέκα, ίσως και λίγο περισσότερα, όταν η ζωή κυλούσε ακόμη στα γνώριμα, ήρεμα και ηδονικά νερά της– και τη συζήτηση που είχε κάνει με εκείνον τον φίλο. Μια απλή κουβέντα που όμως από εκείνη τη στιγμή θα άλλαζε για πάντα τη δυναμική της σχέσης τους, αλλά και τη σχέση του ιδίου με την πόλη. O Κωνσταντίνος καθόταν στο μικρό μπαλκόνι που έβλεπε στο πίσω μέρος του δρόμου και έπινε τον απογευματινό καφέ του, όταν ο άλλος έφτασε αθόρυβα και χωρίς να του πει κουβέντα απίθωσε στα γόνατά του εκείνο το τεράστιο χειρόγραφο που κρατούσε ευλαβικά στα χέρια. Το άφησε προσεκτικά σαν ένα έκθετο παιδί μπροστά στα μάτια των εν δυνάμει θετών γονιών του, περιμένοντας με αγωνία την ανταπόκριση, την αποδοχή του. Στιγμές αργότερα, όταν δεν εισέπραξε καμία αντίδραση εκ μέρους του Κωνσταντίνου, παρά μόνο μια ξέθωρη ερωτηματική ματιά, του εξήγησε, ενώ ένα πλατύ κι αυτάρεσκο χαμόγελο σκέπασε ξαφνικά το πρόσωπό του – κι ήταν ένα χαμόγελο που πάσχιζε να τιθασεύσει από τη στιγμή που μπήκε στο δωμάτιο, εισβάλλοντας απρόσκλητα στη μοναξιά και την ησυχία του φίλου του. «Η Αλεξάνδρεια, Κωνσταντίνε!» σχεδόν αναφώνησε, εκφέροντας το όνομα της πόλης μ’ έναν τρόπο που τον είχε ενοχλήσει τότε. Όπως τον είχαν ενοχλήσει η βεβαιότητα κι ο ενθουσιασμός, αλλά περισσότερο η θριαμβευτική έκφραση του άνδρα. Ο Κωνσταντίνος σήκωσε το βλέμμα του και τον παρατήρησε με προσοχή, χωρίς όμως να αρθρώσει ούτε μία λέξη. Περιεργάστηκε το πρόσωπό του σαν να ήθελε να διαβάσει σε αυτό περισσότερα απ’ όσα άρθρωναν τα ξέθωρα γαλάζια μάτια του, το αντιπαθητικό χαμόγελο του φλεγματικού Βρετανού. Εκείνη τη στιγμή η στάση του κορμιού, η έκφρασή του θύμισαν στον Κωνσταντίνο μικρό παιδί που επεδείκνυε στον φίλο του το καινούργιο, αστραφτερό απόκτημά του με ένα είδος συστολής, αλλά κι ανείπωτης ευχαρίστησης που άγγιζε τα όρια του θριάμβου.

Έγραψαν για το βιβλίο και τη συγγραφέα:

Οι ήρωες και οι ηρωίδες του έργου δεν είναι θύματα, αλλά Τιτάνες, λόγω του δυσβάσταχτου φορτίου, το οποίο εκόντες άκοντες σηκώνουν στους ώμους τους. Η δόκιμη συγγραφέας, γνήσιο γέννημα θρέμμα, ως γνωστόν, του Ελληνισμού της Αιγύπτου, θα μπορούσε να τους στηλιτεύσει, να τους τιμωρήσει με κηρύγματα ηθικοπλαστικού περιεχομένου, να τους διαγράψει ακόμη και ως ψυχές από το μεγάλο βασίλειο της επινόησης. Της αρκεί να τους περιφέρει στην ευρύτερη διηγητική αρένα της όχι προς ατίμωση, αλλά προς άφεση Διαψεύσεων. Επαρκείς γιατροί, ηθοποιοί, ξεπεσμένοι και μη επιχειρηματίες αδίστακτοι ή νουνεχείς, αλκοολικοί μονήρεις δικηγόροι, φιλοπρόοδοι ομογενείς, τυχάρπαστοι του κέρδους, δημοκρατικοί απόδημοι, διεφθαρμένοι αποικιοκράτες, ενδοτικοί προικοθήρες, έντιμοι μεροκαματιάρηδες… όλοι τους είναι εν τέλει αλήθειες βίου. Εξ ου και η συναρπαστική αναγνωστική πλήρωση. Διαβάζουμε κοντολογίς, σε σμίκρυνση εννοείται, το έπος της αλεξανδρινής συμπεριφοράς, όπως ακριβώς το γράψαμε στις περγαμηνές της Ματαιότητας. Βέβαια, ένα μέρος της το φθείρει η καβαφική υστεροφημία. Κι αυτό τονίζεται εντέχνως από την Πέρσα Κουμούτση.

Γιώργος Βέης, ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας, επίτιμος Πρέσβης

Ασφαλώς, σε τούτο το γοητευτικό μυθιστόρημα πρωταγωνιστεί η Αλεξάνδρεια με τα χρώματα και τις μυρωδιές της, μια πόλη θρυλική, γεμάτη ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα, ένας τόπος μαγικός, σαγηνευτικός, και βέβαια όχι επειδή εκεί έζησε και πέθανε ο μεγάλος ποιητής της «Ιθάκης», των «Τειχών» και των «Θερμοπυλών». Η Πέρσα Κουμούτση περιγράφει με ενάργεια τη συγκεκριμένη πόλη στο τέλος μιας εμβληματικής εποχής, «μιας εποχής λάμψης αλλά και φθοράς του μεσοπολεμικού αιγυπτιώτικου ελληνισμού».

Φίλιππος Φιλίππου, Συγγραφέας, κριτικός βιβλίου

Περιγράφοντας και αποδίδοντας την ψυχογραφία των ηρώων της, τον τρόπο σκέψης, τις νοοτροπίες και τα πάθη τους με ένα είδος ποιητικού ρεαλισμού, η Πέρσα Κουμούτση μας εισάγει σ΄ έναν μυθιστορηματικό κόσμο, πολύμορφο, πολυφυλετικό, πολύχρωμο και ιδιαίτερα ζωντανό.

Αλέξης Ζήρας, κριτικός λογοτεχνίας

Ποτέ της δεν εγκατέλειψε αυτή την Πόλη, διότι για κείνη δεν υπήρξε απλώς γενέθλια γη αλλά και το κλειδί: για να κατανοήσει τα ακατανόητα, ν’ ανοίξει τη θαυματουργικά ιαματική πόρτα της λογοτεχνίας, ν’ αντιληφθεί τα ομιχλώδη ιστορικά γυρίσματα, να διασώσει τον χωροχρόνο στο χαώδες εφήμερο, να έχει ήδη μια πρόγευση παράδεισου… Η Πέρσα Κουμούτση μεταβάλλει τον χαμένο χρόνο σε τέχνη.

Ελένη Γκίκα, συγγραφέας, δημοσιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας

Το βιβλίο διασώζει την πόλη και μεταπλάθει σε τέχνη την εποχή, τον άνθρωπο, τον έρωτα, τον θάνατο, την ζωή. Η συγγραφέας προσεγγίζει τα θέματά της με μεγάλη επιδεξιότητα και με βαθιά συναισθηματική επένδυση καλλιεργώντας την λογοτεχνία της Διασποράς.

Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη, Ιστορικός, Καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Εδώ και περισσότερα από είκοσι χρόνια αποτελεί την «ελληνική φωνή» του Αιγύπτιου και του αραβικού κόσμου, μέσα από την επαγγελματική της ενασχόληση με τη μετάφραση. Έχοντας παράλληλα, μέσα σε αυτά τα χρόνια, βρει τη δική της λογοτεχνική φωνή.

Σπύρος Κακουριώτης, συγγραφέας, δημοσιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας

Σημείωση: Οι φωτογραφίες εποχής που συνοδεύουν το κείμενο, παραχωρήθηκαν για τη στήλη από το προσωπικό αρχείο της Πέρσας Κουμούτση.

Μοιράσου το άρθρο: