Του Πιέρρου Ι. Τζανετάκου 

 Φθάνοντας στο Βαθύ, την πρωτεύουσα της Σάμου, αντικρίζουμε έναν από τους ομορφότερους φυσικούς κόλπους της χώρας. Η καθημερινότητα εδώ είναι νωχελική, παρότι τα τελευταία πέντε χρόνια η ζωή των κατοίκων έχει αλλάξει ραγδαία και οι πτυχές της ορίζονται αποκλειστικά από το προσφυγικό ζήτημα. Καθ’ όλη τη μακρά και δύσκολη περίοδο οι Σαμιώτες δεν έχουν προβεί σε ακραίες αντιδράσεις εναντίον των χιλιάδων προσφύγων και μεταναστών που ζουν στο νησί. Τα προβλήματα σε αυτήν την ιδιότυπη συμβίωση ήταν ήδη αρκετά, αλλά το ξέσπασμα της πανδημίας του κορονοϊού στη χώρα προκαλεί στην τοπική κοινότητα ακόμα μεγαλύτερες ανησυχίες. 

 Όπως ήταν λογικό, η κυβέρνηση έσπευσε να πάρει μέτρα και στα νησιά με πρωταρχικό στόχο τον δραστικό περιορισμό της κυκλοφορίας και της πρόσβασης των προσφύγων και των μεταναστών στα αστικά κέντρα. Η απόφαση αυτή αντλεί, σχεδόν κατά γενική ομολογία, σημαντική νομιμοποίηση από τα γενικότερα περιοριστικά μέτρα που εφαρμόζονται τις τελευταίες ημέρες σε όλη την επικράτεια. 

 Στον αντίποδα -και πάλι κατά γενική ομολογία- τα μέτρα που ανακοίνωσε ο αρμόδιος υπουργός είναι αρκετά σκληρά. Το πρόβλημα όμως δεν ούτε τα ίδια τα μέτρα, ούτε το ύφος τους, αλλά το γεγονός ότι η εφαρμογή τους είναι όχι μόνο δύσκολη, αλλά ουσιαστικά επαφίεται στην αίσθηση της ατομικής ευθύνης των εγκλωβισμένων προσφύγων και μεταναστών. «Περιμένω κατανόηση και συμμόρφωση όσων διαμένουν στα Κέντρα Υποδοχής και Ταυτοποίησης», είπε ορθά ο κ. Μηταράκης, απλώς κατανόηση και συμμόρφωση πρέπει να δείξουν αυτοί, οι οποίοι εδώ και μήνες -αρκετοί εδώ και χρόνια- ζουν μέσα στις λάσπες και τα σκουπίδια, πολλές φορές μην διαθέτοντας ούτε τα απολύτως απαραίτητα. 

 Ειδικά στην περίπτωση της Σάμου, όπου το Κέντρο Υποδοχής είναι ουσιαστικά προέκταση της πόλης του Βαθύ, με φυσικό «σύνορο» τον περιφερειακό δρόμο που περνά γύρω από την πρωτεύουσα, είναι σχεδόν ανέφικτο να αποκλείσεις την πρόσβαση των προσφύγων και των μεταναστών στην αγορά της πρωτεύουσας. Μόνο αν δώσεις σε αυτούς τους ανθρώπους τη δυνατότητα να κατανοήσουν τους κινδύνους που υποκρύπτονται στον συγχρωτισμό και τον συνωστισμό, μόνο τότε αυτοί θα πειθαρχήσουν στις κυβερνητικές αποφάσεις. Μιλάμε για περισσότερες από 7.000 ψυχές που ζουν στοιβαγμένες σε έναν χώρο που αρχικά προοριζόταν να φιλοξενήσει λίγο περισσότερα από 680 άτομα. 

 Όποιος όλα αυτά τα χρόνια δεν έβλεπε ότι η κατάσταση που επικρατεί στα νησιά είναι μια ωρολογιακή βόμβα, απλώς εθελοτυφλούσε. Τώρα που το προσφυγικό ζήτημα έλαβε και επικίνδυνες υγειονομικές διαστάσεις, ενδεχομένως να είναι αργά για δάκρυα. Όλοι αντιλαμβάνονται τι πρόκειται να συμβεί αν -ή μάλλον όταν- επικυρωθεί έστω και το πρώτο κρούσμα κορονοϊού σε κάποια από τα Κέντρα Υποδοχής των νησιών. 

Τα απομεινάρια μιας συμφωνίας 

 Λίγες μέρες πριν κηρυχθεί παγκοσμίως η πανδημία, πραγματοποιήσαμε με την κάμερα της ΕΡΤ ένα μεγάλο οδοιπορικό στη Σάμο με αφορμή τη συμπλήρωση τεσσάρων ετών από την Κοινή Δήλωση Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας για τη διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος. Σκοπός μας ήταν ν’ αναδείξουμε την καθημερινότητα των εγκλωβισμένων στο νησί, τόσο των προσφύγων και των μεταναστών, όσο και των κατοίκων, αλλά και να επισημάνουμε τις πολλές και σοβαρές αστοχίες της συμφωνίας Βρυξελλών-Άγκυρας, η οποία είναι έως τώρα η κορυφαία πολιτική της Ένωσης για την αντιμετώπιση του υπ’ αριθμόν ένα ανθρωπιστικού ζητήματος του 21ου αιώνα. Μια συμφωνία γεμάτη αντιφάσεις. Αργή και βιαστική συνάμα. Αποτελεσματική για την Ευρώπη, στην οποία είχαν ήδη περάσει περισσότεροι από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες, αλλά καταστροφική τόσο για τα ελληνικά νησιά του ανατολικού Αιγαίου, όσο και για αυτούς που αναζητούσαν μια καινούργια ζωή. 

Στο Βαθύ είδαμε τους απελπισμένους του άτυπου καταυλισμού να ζουν μαζί με τα ποντίκια, δίπλα από σκουπιδότοπους και ποτάμια λυμάτων. Είδαμε γυναίκες, οι οποίες, αφού παλέψουν καθημερινά για να κρατήσουν ένα υποτυπώδες νοικοκυριό μέσα κι έξω από τις σκηνές τους, αναγκάζονται να διανύουν εκατοντάδες μέτρα για να φτάσουν στα σημεία που υπάρχουν οι χημικές τουαλέτες. Πέσαμε πάνω σε ατελείωτες ουρές. Ουρά για ένα πιάτο φαγητό, ουρά για την κατάθεση εγγράφων, ουρά για την ανάληψη και την αποστολή χρημάτων. Αντικρίσαμε παιδιά να περπατάνε μέσα στη βροχή με τις παντόφλες, μόνα τους, χιλιόμετρα μακριά από την επίσημη δομή. Συναντήσαμε καρτερικότητα και προσμονή, που όμως δεν αργούν να γίνουν απογοήτευση και απελπισία. Όλα αυτά δίπλα μας και κυρίως δίπλα στους ντόπιους, οι οποίοι έρχονται κι αυτοί αντιμέτωποι κάθε ώρα με τα δικά τους προβλήματα.

 «Αν περπατήσεις εκεί πέρα και νιώσεις πώς ζούνε και μυρίσεις πώς ζούνε, πραγματικά λες δεν είναι δυνατόν, στην Ευρώπη του 2020, άνθρωποι να ζούνε δίπλα μας σ’ αυτές τις συνθήκες. Ζεις ανάμεσα σε πολύ δυστυχισμένους ανθρώπους και, όσο σκληρός και να είσαι, έχεις πάντα ένα αίσθημα ενοχής: “Φταίω κι εγώ, γιατί δεν κάνω όσα θα μπορούσα”. Ή ένα αίσθημα θλίψης. Πλέον δεν έχεις στιγμές που το μυαλό σου μπορεί να καθαρίσει», μας λέει ο νεαρός δικηγόρος Δημήτρης Χούλης, κάτοικος και εργαζόμενος στο Βαθύ. 

 Οι βασικές προβλέψεις της Συμφωνίας δεν έγιναν ποτέ πράξη. Οι πολυπόθητες επιστροφές στην Τουρκία, σταγόνα στον ωκεανό. Μετά βίας ξεπερνούν τις 2.000, από τις οποίες το 45% έγιναν οικειοθελώς. Το πρόγραμμα μετεγκατάστασης σε ευρωπαϊκές χώρες παραμένει ουσιαστικά ανενεργό. Η βοήθεια που θα δινόταν προς ενίσχυση των υπηρεσιών που σχετίζονται με τις διαδικασίες παροχής ασύλου, προκειμένου να υπάρξει επιτάχυνση, σχεδόν έμεινε στα χαρτιά. Μια επικαιροποίηση της ευρωπαϊκής συνδρομής για το άσυλο, που θεωρήθηκε αναγκαία, μάλλον παραπέμπεται στις ελληνικές καλένδες, καθώς εν μέσω της υγειονομικής κρίσης φαντάζει απίθανο Ευρωπαίοι νομικοί, δικαστές, μεταφραστές και ειδικοί ασύλου να θελήσουν να ταξιδέψουν στα νησιά του ανατολικού Αιγαίου. Ο λεγόμενος γεωγραφικός περιορισμός -ουδέποτε ρητά καταγεγραμμένος, αλλά μια σιωπηρή ερμηνεία του κειμένου, τόσο από την Άγκυρα, όσο και από το Βερολίνο- έγινε η αγχόνη των προσφύγων και των κατοίκων. «Έως ότου τελεσιδικήσει σε δεύτερο βαθμό το αίτημα ασύλου, απαγορεύεται η μετακίνηση του αιτούντα στην ενδοχώρα, εκτός αν ο τελευταίος λάβει το χαρακτηρισμό του “ευάλωτου”». Μέσα από αυτήν την πρόταση τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου έγιναν μια οιονεί ζώνη ασφαλείας, αγγλιστί buffer zone, εντός της οποίας θα περιορίζονταν, άγνωστο για πόσο, χιλιάδες άνθρωποι. Έτσι, δημιουργήθηκαν σταδιακά τρεις «φράχτες» για την αποτροπή πρόσβασης στην ηπειρωτική Ευρώπη. Πρώτα έκλεισε ο βαλκανικός διάδρομος. Εν συνεχεία, και μέσω της Κοινής Δήλωσης, η Τουρκία έλαβε γη και ύδωρ για να εμποδίζει τις βάρκες να φεύγουν από τα μικρασιατικά παράλια. Και τέλος, όποιος κατάφερνε να φτάσει στα νησιά, είτε θα λάμβανε άσυλο, είτε θα επέστρεφε σε τουρκικό έδαφος. 

 Η νομική διαδικασία παροχής ασύλου απαιτεί ούτως ή άλλως μακρά διάρκεια. «Η καθυστέρηση κατά την εξέταση αιτημάτων ασύλου είναι φυσιολογική και συμβαίνει σε όλες τις χώρες του κόσμου. Ο άνθρωπος πρέπει να ηρεμήσει, να εξεταστεί, γιατί μιλάμε για την επιστροφή πιθανώς σε μια πατρίδα στην οποία μπορεί ν’ απειλείται η ζωή του, η ελευθερία του ή ακόμα η ίδια του η οικογένεια», λέει ο πρώην Γενικός Γραμματέας Μεταναστευτικής Πολιτικής Βασίλης Παπαδόπουλος. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας τα αιτήματα ασύλου στα νησιά αυξήθηκαν κατά 287% σε σχέση με το 2015. Αυτή τη στιγμή οι εκκρεμείς αιτήσεις ξεπερνούν τις 80.000. Γεωγραφικός περιορισμός και καθυστερήσεις στην εξέταση ασύλου είναι οι δύο βασικές αιτίες της ασφυξίας. «Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν τουλάχιστον εφτά μήνες κατά μέσο όρο αυτή τη στιγμή σε τέτοιες συνθήκες. Υπάρχει και κόσμος ωστόσο που ζει σε τέτοιες συνθήκες και πάνω από έναν χρόνο, και ορισμένοι ακόμα και δύο χρόνια, περιμένοντας μία απόφαση. Περιμένοντας να δουν ακριβώς τι θα γίνει. Θα μείνουν εδώ; Θα μπορέσουν να ξαναφτιάξουν τη ζωή τους; Ή θα χρειαστεί κάτι άλλο», λέει η Πιπίνα Κάτσαρη, υπεύθυνη του Γραφείου της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στη Σάμο

Το ίδιο θολό τοπίο 

 Υπό αυτές τις συνθήκες, τέσσερα χρόνια μετά την Κοινή Δήλωση και με τον κορονοϊό να έχει χτυπήσει όλη την Ευρώπη, κανείς δεν φαίνεται διατεθειμένος να προχωρήσει στις αναγκαίες παρεμβάσεις. Όλοι παραμένουν προσκολλημένοι στο 2016. Τόσο στην πρόσφατη τηλεδιάσκεψη Ερντογάν-Μέρκελ-Μακρόν-Τζόνσον, όσο και στην άτυπη Σύνοδο Κορυφής των 27, συμφωνήθηκε πιστή τήρηση των όρων της Συμφωνίας, συζητήθηκε η αύξηση της οικονομικής ενίσχυσης της Άγκυρας και σχεδόν δόθηκαν τα χέρια για μια υποτυπώδη ανθρωπιστική βοήθεια στο Ιντλίμπ της Συρίας. Μαζική αποσυμφόρηση των νησιών δεν πρόκειται να γίνει, πλην ίσως της μεταφοράς περίπου 10.000 ατόμων από τα νησιά προς την ενδοχώρα, τη στιγμή που ο συνολικός αριθμός ξεπερνά τις 45.000 ανθρώπους. Άλλωστε, θέσεις στις δομές της ηπειρωτικής Ελλάδας δεν υπάρχουν και ούτε πρόκειται να φτιαχτούν νέες, πόσω μάλλον εν μέσω της δυστοπίας που διαμορφώνεται εν μέσω της υγειονομικής κρίσης. Τα αρμόδια όργανα και τα ελληνικά δικαστήρια δεν είναι αυτή τη στιγμή σε θέση να επιταχύνουν τις διαδικασίες που αφορούν στις εκδόσεις αποφάσεων ασύλου. Πάγωσε ακόμα και η μετεγκατάσταση ασυνόδευτων παιδιών σε χώρες της Ευρώπης. 

 Η ίδια η καθημερινότητα στο ΚΥΤ της Σάμου, όπως και στη Μόρια, όπως και στη Χίο, όχι μόνο αποτελεί μια διαρκή παραβίαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, αλλά λειτουργεί διαβρωτικά για τους κατοίκους των νησιών. Κανείς από τους εμπλεκόμενους στην πολιτική διαχείριση του προσφυγικού ζητήματος δεν στάθηκε όλα αυτά τα χρόνια στο ύψος των περιστάσεων. Το πρόβλημα δεν έπρεπε εξαρχής να χρονίσει, καθώς σε έναν κόσμο που συνέχεια αλλάζει και μάλιστα με ρυθμούς ραγδαίους, οι εκκρεμότητες έρχονται και επανέρχονται, κάθε φορά μάλιστα με χειρότερη μορφή. Έμπρακτη απόδειξη τα όσα συμβαίνουν σήμερα και αναμένεται να συμβούν ακόμα. Οι τοπικές κοινωνίες, είτε εμφανίζονται πλήρως απογοητευμένες και στρέφονται προς ακραίες λύσεις, είτε αιθεροβατούν, νομίζοντας ότι το πρόβλημα θα λυθεί ξαφνικά και ως δια μαγείας. Λίγοι αντιλαμβάνονται ότι θα πρέπει να μάθουν να ζουν με τους πρόσφυγες στον τόπο τους, όχι φυσικά με τις υπάρχουσες συνθήκες, αλλά συντεταγμένα, τακτικά και με πρόγραμμα. 

=======================================================

Το προσφυγικό ζήτημα σε λίγους αριθμούς 

-Από την 1 Ιανουαρίου έως τις 31 Δεκεμβρίου 2015, 856.723 πρόσφυγες και μετανάστες καταγράφηκαν στα ελληνικά νησιά. Το 60% ήταν Σύροι, το 24% Αφγανοί, το 8% Ιρακινοί. Το 26% ήταν παιδιά. Τους δύο πρώτους μήνες του 2016 πέρασαν από την Τουρκία 123.000 άνθρωποι· 410 από αυτούς πνίγηκαν στο Αιγαίο.

Παρά την εφαρμογή της Κοινής Δήλωσης, βάσει της οποίας η Τουρκία θα έπρεπε να κλείσει πλήρως τα περάσματα προς το Αιγαίο, από τον Μάρτιο του 2016 έως και τις αρχές του 2020 περισσότεροι από 140.000 πρόσφυγες και μετανάστες αποβιβάστηκαν στα ελληνικά νησιά. Το 2019 μόνο στη Σάμο έφθασαν πάνω από 10.000 άνθρωποι

– Μετά την υπογραφή της Κοινής Δήλωσης τα αιτήματα ασύλου στα νησιά αυξήθηκαν κατά 287% σε σχέση με το 2015.

– Το Βαθύ της Σάμου έχει περίπου 6.000 μόνιμους κατοίκους. Οι πρόσφυγες και οι μετανάστες είναι περισσότεροι από 7.000.

– Η Κοινή Δήλωση πράγματι λειτούργησε εν μέρει αποτρεπτικά όσον αφορά τις διόδους από τα μικρασιατικά παράλια προς την Ελλάδα. Άλλαξε όμως τις ροές, οι οποίες κατευθύνθηκαν προς τη Λιβύη. Από τα μέσα του 2016 έως σήμερα περισσότεροι από 5.000 άνθρωποι πνίγηκαν στη Μεσόγειο προσπαθώντας να φθάσουν στα νησιά της Ιταλίας. Αυτός είναι ο αριθμός των καταγεγραμμένων πνιγμένων. Υπάρχουν και τα λεγόμενα αύτανδρα ναυάγια, τα οποία δεν καταγράφηκαν ποτέ, καθώς δεν σώθηκε κανείς για να μαρτυρήσει τι συνέβη και πόσοι ήταν οι επιβαίνοντες στη βάρκα. 

 

Μοιράσου το άρθρο: