Ο Γιώργος Μητσάκης με τα τραγούδια του κρατάει συντροφιά στους ακροατές της Φωνής της Ελλάδας, για δύο ώρες, αυτή την Κυριακή 6 Δεκεμβρίου, στις 6 το απόγευμα, από την εκπομπή «Ελληνες συνθέτες», που επιμελείται και παρουσιάζει ο Άγγελος Σταθόπουλος.

 

Ο Γιώργος Μητσάκης, γνωστός και με το προσωνύμιο «ο δάσκαλος», γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1921, συνθέτης και στιχουργός πολυάριθμων ρεμπέτικων και λαϊκών τραγουδιών, ήρθε με την οικογένειά του στην Καβάλα το 1935 και αργότερα έμειναν σε ένα χωριό κοντά στον Βόλο.

Ο νεαρός Μητσάκης τελειοποιεί τα ελληνικά του, για να μη γίνεται λόγω της προφοράς του ο περίγελος των πιτσιρικάδων, διαβάζει ποίηση και ασχολείται με το μπουζούκι. Στην ονομαστή «Σκάλα» του Στέφανου Μιλάνου θα πάρει τα πρώτα «μουσικά» μαθήματα αλλά δεν θα εξοφλήσει το χρέος του προς τον ιδιοκτήτη, 150 δραχμές, που δανείστηκε για να αγοράσει το πολυπόθητο τρίχορδο. Γι’ αυτό και το όνομά του παρέμενε μέχρι και τα χρόνια του ’60 στον μαυροπίνακα του μαγαζιού.

Προκειμένου να μην καταλήξει ψαράς, όπως επιθυμούσε ο πατέρας του, το σκάει και πηγαίνει στη Θεσσαλονίκη.

Εκεί γνωρίζεται με τον Βασίλη Τσιτσάνη και τον Χατζηχρήστο. Ο τελευταίος όχι μόνο θα του διδάξει τα μυστικά του οργάνου, αλλά το 1939 θα τον προσκαλέσει στην Αθήνα και θα τον φιλοξενήσει στο σπίτι του στη Δραπετσώνα. Μαζί με τον Ηλία Ποτοσίδη θα δουλέψουν σαν τρίο παίζοντας σε ταβέρνες και καφενεία, βγάζοντας «πιατάκι». Γνωρίζεται με τον Στελλάκη Περπινιάδη, τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Γιάννη Παπαϊωάννου, τον Στράτο Παγιουμτζή, τον Σπύρο Περιστέρη, τον Στέλιο Κερομύτη, και κατά την περίοδο της κατοχής εμφανίζεται στα μουσικά στέκια γύρω από την Ομόνοια, στου Πίκινου, στου Μπουχιούνη, στο «Καρρέ του Άσσου».

Ο Γιώργος Μητσάκης, στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο, όπου έκανε το ντεμπούτο του στη δισκογραφία, ξεχώρισε αμέσως για τη δύναμη των στίχων του, την πολυποίκιλη μουσική του φλέβα, τη σωστή ερμηνεία του και τη μαστοριά του στο μπουζούκι. Άλλοτε στιβαρός και δωρικός κι άλλοτε αρχοντορεμπέτης και περιπαικτικός, ο Μητσάκης είχε το χάρισμα να διαφοροποιείται από τους ομότεχνούς του. Ακόμα και ως προσωπικότητα αλλά και ως φιγούρα πάνω στο πάλκο «πέρασε» το δικό του ύφος και στυλ.

Ο ίδιος μιλούσε με περηφάνια για τη λαϊκή καταγωγή του: «Παιδί λαϊκό ήμουνα. Ξυπόλυτος ξεκίνησα. Να ξεχάσω ότι το ’38 στη Θεσσαλονίκη έπλενα πιάτα; Φτωχόπαιδο ήμουν, δεν ντρέπομαι να το πω».

«Γράφαμε για τον καημό, το γλέντι, το μεράκι του λαϊκού ανθρώπου», έλεγε. «Εδινα την ερώτηση και αμέσως την απάντηση. Τότε παίζαμε εμείς οι ίδιοι τα τραγούδια μας. Τραγουδούσα σόλο, πρίμα, έπαιζα μπουζούκι, κιθάρα ο γέρος Καρίπης, μπαγλαμά ο τυφλός ο Χρυσίνης και εγώ μπροστά στο μικρόφωνο κι ο κόσμος άκουγε. Και όταν κανένας φώναζε, Μητσάκη, δάσκαλε, παίξε μου ένα «βασανισμένο», του έκανα το χατίρι… «Απόψε άρχισε να ψιλοβρέχει κι ο νους μου πάλι σε σένα τρέχει…». Αυτά τραγουδούσα, τα βάσανα και τις ελπίδες του λαϊκού ανθρώπου. Αυτόν τον κόσμο αντιπροσώπευα στα τραγούδια μου, πέντε χιλιάδες το σύνολο. Εκεί έπιανε το τραγούδι. Τον εφοπλιστή τι να τον συγκινήσει αυτό το είδος; Δε θα το καταλάβει, όσο σπουδαγμένος και να είναι…».

Ο Γιώργος Μητσάκης έφυγε από τη ζωή στις 17 Νοεμβρίου του 1993.

Μοιράσου το άρθρο: