Η συμφωνία αυτή δεν μπορεί να ακυρωθεί ούτε να καταγγελθεί η συμφωνία. Εάν μία μελλοντική κυβέρνηση της Β. Μακεδονίας θωρήσει ότι είναι προτιμότερο να απαλλαγεί από τη συμφωνία και να προκαλέσει την Ελλάδα, το μόνο που θα μπορούσε να κάνει είναι να αρχίσει μία ουσιώδη παραβίαση, δηλ. παραβίαση διατάξεων που είναι ουσιώδεις για τη λειτουργία της συμφωνίας. Ο κ. Πέτρος Λιάκουρας, καθηγητής Διεθνούς Δικαίου του Πανεπιστημίου Πειραιά, μιλώντας στο Πρώτο Πρόγραμμα και την Ευαγγελία Μπαλτατζή, τόνισε ότι «οι συμφωνίες υιοθετούνται για να τηρούνται και να ισχύσουν για πάντα, δεν πρέπει με ευκολία να καταργούνται.

Όμως τι μπορεί να κάνει ένα κράτος όταν δέχεται μία παραβίαση ουσιωδών διατάξεων που το επηρεάζουν, το προσβάλλουν και μάλιστα εκείνων των διατάξεων που προσβάλουν τον πυρήνα των διατάξεων που στηρίζεται το πνεύμα της συμφωνίας και το αντικείμενο της συμφωνίας. Τότε υπάρχει το άρθρο 60 που αφορά στην αυτοπροστασία και λέει ότι όποιος κάνει ουσιώδη παραβίαση, τότε το κράτος για να αυτοπροστατευθεί μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός για να εγείρει θέμα κατάργησης ή αναστολής της συνθήκης εν όλω ή εν μέρει. Η συμφωνία επιτρέπει στο κράτος να σκεφθεί εάν πρέπει να καταργήσει ή να αναστείλει τη συμφωνία για ένα διάστημα, αφού προηγουμένως το γνωστοποιήσει, μάλιστα η διάταξη που θα επικαλεστεί πρέπει να είναι ουσιώδης».

Σχετικά με τη δήλωση του κ. Βενιζέλου ότι η μη έναρξη ενταξιακών διαπραγματεύσεων συνεπάγεται καθυστέρηση ως προς την πραγματική εσωτερική χρήση του σύνθετου ονόματος. Δηλαδή καθυστέρηση ως προς την erga omnes χρήση του ονόματος, ο κ. Λιάκουρας τόνισε ότι «δεν επηρεάζεται στο σύνολο το erga omnes, αλλά αυτό αφορά κυρίως τα έγγραφα. Επηρεάζεται μόνον σε σχέση με το εδάφιο (Β της παραγράφου 10 του άρθρου 1) εκείνο, που λέει ότι, η περίοδος της πολιτικής μετάβασης θα αφορά όλα τα έγγραφα και άλλο υλικό, που προσαρμόζονται για την αποκλειστική εσωτερική χρήση της Β. Μακεδονίας και ότι από κει και έπειτα οποιαδήποτε έκδοση εγγράφων και άλλου υλικού θα πρέπει να ξεκινούν με το άνοιγμα του κεφαλαίου των ενταξιακών διαπραγματεύσεων στο σχετικό επίπεδο. Δεν θα πρέπει να μπερδεύουμε με το συνολικό erga omnes που ισχύει και έχει να κάνει με το πώς τα υπόλοιπα κράτη θα την αποκαλούν, που έχει ήδη γίνει και πως θα αποκαλούνται οι ίδιο στο εσωτερικό της χώρας».

Αναφερόμενος στη φιλολογία που έχει ξεκινήσει από προχθές ότι ενδεχομένως θα παραβιάσουν τη συμφωνία, ο κ. Λιάκουρας τόνισε ότι «πρώτα πρέπει να γίνει η παραβίαση που θα είναι ουσιώδης και να μην θεωρήσουμε ότι εάν κάποιος δεν εφαρμόζει τη συμφωνία, αυτό κατ’ ανάγκη σημαίνει παραβίαση, γιατί αυτό εξετάζεται κατά περίπτωση, όπως και εάν υπάρχει αδράνεια που δεν προσβάλει την συνθήκη. Όπως είναι διατυπωμένο το άρθρο της ουσιώδους παραβίασης δεν σημαίνει ότι αυτόματα υλοποιείται. Πρέπει να αποδειχθεί ότι γίνεται κατάχρηση και παραβίαση. Πρέπει το κράτος που θίγεται να γνωστοποιήσει στην άλλη πλευρά ότι θα λάβει αντίμετρα και επίσης να προσφύγει στις τελικές διατάξεις της συμφωνίας που προβλέπουν τι γίνεται σε περίπτωση που υπάρξει είτε παραβίαση είτε μη εφαρμογή είτε διαφωνία ως προς την ερμηνεία ορισμένων κανόνων».

Ο κ. Λιάκουρας εξήγησε ότι «είμαστε εν μέσω εξελίξεων σε πολλά μέτωπα ένα από αυτά ήταν και το άνοιγμα των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της Β. Μακεδονίας και της Αλβανίας με την Ε.Ε. Το ότι η Β. Μακεδονία θα υιοθετούσε τη Συμφωνία των Πρεσπών, δεν σήμαινε αυτόματα και πράξη ανοίγματος της ενταξιακής διαδικασίας είναι γνωστό αυτό. Το ότι η υπογραφή της συμφωνίας των Πρεσπών εκ μέρους της γείτονος, ήταν προαπαιτούμενο για την οποιανδήποτε ένταξη σε διεθνή οργανισμό που η Ελλάδα είναι μέλος και αυτό είναι γνωστό, το ότι οι δυτικές χώρες όταν εμπλέκονταν στη διαδικασία διάλυσης της πρώην Γιουγκοσλαβίας υπόσχονταν ότι θα προσφέρουν προστασία και οφέλη από την ένταξη στους ευρωατλαντικούς θεσμούς σε όλες αυτές τις χώρες και αυτό είναι γνωστό. Από όλη την διάλυση η μόνη χώρα που βρίσκεται πραγματικά έξω από την πόρτα της ΕΕ και την χτυπά είναι η Β. Μακεδονία».

Ο κ. Λιάκουρας τόνισε ότι «η μαζική ένταξη των πρώην βαλκανικών χωρών και των χωρών της Αν. Ευρώπης σε όλο αυτό το μαζικό διευρυντικό κύμα που έγινε και ολοκληρώθηκε το 2004, άφησε πίσω κάποιες διδαχές. Ότι δηλ. η διεύρυνση πρέπει να γίνεται μόνον όταν οι νέες χώρες έχουν πετύχει το αυστηρό επίπεδο που επιβάλλουν τα αυστηρά κριτήρια της Ένωσης. Πρόσφατα έχουμε και το καινούργιο αφήγημα του κ. Μακρόν που έκανε ένα τραγικό λάθος με τη στάση του. Ο Γάλλος πρόεδρος έχοντας μάλλον προβλήματα και με τις Ην. Πολιτείες και με τη Γερμανία αλλά και ίσως με άλλες χώρες, δεν αισθάνεται την ανάγκη να τους «κάνει το χατίρι» δηλ. να ενταχθεί μία χώρα που ναι μεν δεν έχει το επίπεδο άλλων χωρών, όμως έχει δείξει, ειδικά επί πρωθυπουργίας Ζάεφ, ότι ο προσανατολισμός της είναι οι ευρωατλαντικοί θεσμοί. Έκανε τεράστιες μεταρρυθμίσεις ενόψει της Συνθήκης των Πρεσπών που δεν νομίζω ότι οποιαδήποτε άλλη χώρα που είναι πιο εθνικιστική από οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα μπορούσε να κάνει συνταγματικές αλλαγές φτάνοντας να αλλάξει το σύνταγμα. Παρά ταύτα βρέθηκε εκτός».

«Τώρα έχουμε καινούργια δεδομένα με μία υπηρεσιακή κυβέρνησης στη Β. Μακεδονία» τόνισε ο κ. Λιάκουρας. Επεσήμανε ότι «η αναβολή εκ μέρους της ΕΕ έχει τρεις αρνητικές συνέπειες. Η πρώτη είναι ότι αργοπορούν να ισχύσουν οι λεγόμενες αλλαγές που αφορούν στα εσωτερικά πολιτικά έγγραφα, η δεύτερη είναι το εξαιρετικά κρίσιμο ζήτημα των επιτροπών για τα σχολικά εγχειρίδια που συνδέεται με τον αλυτρωτισμό και τρίτη έχει να κάνει με την τύχη όλων των επιτροπών που έχουν συγκροτηθεί και συγκροτούνται και πρέπει να οριστικοποιήσουν θέματα εμπορικών σημάτων».

Πηγή: Πρώτο Πρόγραμμα
Επιμέλεια: Ευαγγελία Μπαλτατζή

Μοιράσου το άρθρο: