Βασικό στοιχείο για την κατανόηση της λειτουργίας των ευρωπαϊκών θεσμών είναι η γνωριμία με το πως το Ευρωκοινοβούλιο πραγματοποιεί το νομοθετικό του έργο, που αποτελεί και το σημαντικότερο έργο του.

του Πολυδεύκη Παπαδόπουλου

Ενας ευρωβουλευτής εκπονεί, στο πλαίσιο μιας από τις μόνιμες ή έκτακτες κοινοβουλευτικές επιτροπές του λεγόμενου Ημικυκλίου, έκθεση σχετικά με νομοθετική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία να υπενθυμιστεί πως είναι εκείνη που έχει το μονοπώλιο στη νομοθετική πρωτοβουλία. Η κοινοβουλευτική επιτροπή ψηφίζει την έκθεση αυτή και, ενδεχομένως, την τροποποιεί. Όταν το κείμενο αναθεωρηθεί και ψηφιστεί στην ολομέλεια, το Κοινοβούλιο έχει διαμορφώσει τη θέση του. Η διαδικασία αυτή επαναλαμβάνεται μία ή περισσότερες φορές, ανάλογα με τον τύπο της διαδικασίας και το αν επιτευχθεί ή όχι συμφωνία με το Συμβούλιο.
Για τη θέσπιση νομοθετικών πράξεων υπάρχει η λεγόμενη συνήθης νομοθετική διαδικασία (που είναι η νέα ονομασία της συναπόφασης, όπως λεγόταν πριν) και η οποία θέτει το Κοινοβούλιο στο ίδιο επίπεδο με το Συμβούλιο. Υπάρχουν επίσης οι ειδικές νομοθετικές διαδικασίες, που εφαρμόζονται αποκλειστικά σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όπου το Κοινοβούλιο έχει απλώς συμβουλευτικό ρόλο.
Σε ορισμένα θέματα (όπως φορολογία, βιομηχανική πολιτική, γεωργική πολιτική) το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκφράζει μόνο συμβουλευτική γνώμη ( με τη λεγόμενη ‘διαδικασία διαβούλευσης’). Σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, η Συνθήκη προβλέπει ότι η διαβούλευση είναι υποχρεωτική, διότι η νομική βάση το επιβάλλει και η πρόταση δεν μπορεί να αποκτήσει νομική ισχύ παρά μόνον αφού γνωμοδοτήσει το Κοινοβούλιο. Στην περίπτωση αυτή, το Συμβούλιο δεν μπορεί να λάβει μόνο του απόφαση.
Όταν ξεκίνησε η διαδικασία ευρωπαϊκής ενοποίησης, δηλ. στη δεκαετία του 50’, αρχικά, η Συνθήκη της Ρώμης, του 1957, ανέθετε στο Κοινοβούλιο συμβουλευτικό ρόλο στη νομοθετική διαδικασία• η Επιτροπή πρότεινε και το Συμβούλιο ενέκρινε τις νομοθετικές πράξεις.
Η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (1986) και, στη συνέχεια, οι Συνθήκες του Μάαστριχτ, του Άμστερνταμ, της Νίκαιας και της Λισαβόνας διεύρυναν διαδοχικά τις αρμοδιότητες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που μπορεί τώρα να συν-νομοθετεί ισότιμα με το Συμβούλιο στη μεγάλη πλειονότητα των τομέων, με τη λεγόμενη συνήθη νομοθετική διαδικασία, ενώ η διαβούλευση έγινε πλέον πιο σπάνια, αποτελώντας μια ειδική νομοθετική (ή και μη νομοθετική) διαδικασία που χρησιμοποιείται σε περιορισμένο αριθμό περιπτώσεων. Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται τώρα σε περιορισμένο, όπως είναι π.χ. οι εξαιρέσεις της εσωτερικής αγοράς και το δίκαιο του ανταγωνισμού. Η διαβούλευση με το Κοινοβούλιο είναι επίσης απαραίτητη ως μη νομοθετική διαδικασία σε περίπτωση που εγκρίνονται διεθνείς συμβάσεις στο πλαίσιο της Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής και Πολιτικής Ασφαλείας.
Η λεγόμενη διαδικασία συναπόφασης καθιερώθηκε με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ για την Ευρωπαϊκή Ένωση (1992), ενώ με τη Συνθήκη του Άμστερνταμ (1999) διευρύνθηκε και έγινε πιο αποτελεσματική. Με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, που τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2009, μετονομάστηκε σε συνήθη νομοθετική διαδικασία και έγινε η βασική νομοθετική διαδικασία στο σύστημα λήψης αποφάσεων της ΕΕ.
Ως νομοθετική διαδικασία του ΕΚ υπάρχει επίσης η λεγόμενη «Έγκριση», που παλαιότερα ήταν γνωστή ως διαδικασία σύμφωνης γνώμης. Εισήχθη με την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη του 1986 σε δύο τομείς: τις συμφωνίες σύνδεσης και τις συμφωνίες προσχώρησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ως μη νομοθετική διαδικασία, συνήθως εφαρμόζεται στην κύρωση διεθνών συμφωνιών τις οποίες διαπραγματεύεται η Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ εφαρμόζεται επίσης σε περίπτωση σοβαρών παραβιάσεων των θεμελιωδών δικαιωμάτων από κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, επίσης, όσον αφορά την προσχώρηση νέων κρατών μελών στην ΕΕ, αλλά και τις διευθετήσεις για αποχώρηση από την ΕΕ, όπως είναι η περίπτωση του Brexit.

Ακούστε τη σχετική εκπομπή

Συνεργασία στην έρευνα οπτικού υλικού: Μαρία Σιδηροπούλου

 Επεξεργασία φωτογραφιών/γραφιστικών: Mαριάνθη Κόμνου 

Μοιράσου το άρθρο: