Ένα στοιχείο που πολλές φορές δε γίνεται αντιληπτό, ιδιαίτερα από τους πολίτες των ασθενέστερων πληθυσμιακά χωρών της ΕΕ, είναι η αναλογία με την οποία εκλέγονται τα μέλη του Ευρωκοινοβουλίου και η οποία ευνοεί τα μικρότερα κράτη μέλη.

του Πολυδεύκης Παπαδόπουλος

Με τις διαρκείς διευρύνσεις, ο αριθμός των ευρωβουλευτών στο σύνολο του ΕΚ και ανά χώρα δεν έμενε σταθερός. Από 410 ευρωβουλευτές που είχε το πρώτο Ευρωκοινοβούλιο που εκλέχθηκε άμεσα το 1979, ο αριθμός αυτός ανήλθε στους 751 στο τελευταίο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Εφόσον είχε συμβεί το Brexit πριν τις ευρωεκλογές, ο συνολικός αριθμός των ευρωβουλευτών είχε προβλεφθεί να μειωθεί σε 705. Αυτό προς το παρόν δεν συνέβη, αλλά σε οποιαδήποτε περίπτωση ο αριθμός των ευρωβουλευτών θα μείνει πλέον σταθερός, ανεξάρτητα από τυχόν εντάξεις νέων χωρών. Σε περίπτωση περαιτέρω διευρύνσεων οι ευρωβουλευτές των νέων εταίρων θα καταλαμβάνουν έδρες από τους νυν, ο αριθμός των οποίων θα ανακατανέμεται ώστε το Ευρωκοινοβούλιο να μην μετατραπεί σε υπερμεγέθη συνέλευση, δύσκολα πλέον διαχειρίσιμη.

Σε ό ,τι αφορά την Eλλάδα, η χώρα μας ξεκίνησε με 24 ευρωβουλευτές το 1981, αριθμό που διατήρησε έως το 2004, όταν αυξήθηκαν σε 25. Ήδη, όμως, οι Έλληνες ευρωβουλευτές μειώθηκαν σε 22 το 2009 και σε 21 το 2014.

Πάντως, από τα πρώτα χρόνια η κατανομή εδρών στα κράτη στηρίζεται μόνον εν μέρει στον πληθυσμό. Έτσι, οι μικρότερες σε πληθυσμό χώρες εκπροσωπούνται μεν από λιγότερους ευρωβουλευτές, αλλά ο αριθμός αυτός είναι μεγαλύτερος από το αν ίσχυε απολύτως η πληθυσμιακή αναλογία. Εν τέλει το σύστημα που εφαρμόζεται βασίζεται στην αρχή της λεγόμενης «φθίνουσας αναλογικότητας»

Για παράδειγμα, αν υπήρχε απόλυτη τήρηση του πληθυσμιακού κριτηρίου, η Κύπρος έπρεπε να έχει μόνο δύο έδρες, το Λουξεμβούργο μία και η Μάλτα…σχεδόν μισή, ενώ όλες έχουν 6 έδρες που έχουν τεθεί ως κατώτατο όριο. Όμως ακόμη και μεσαίες χώρες ευνοούνται σε μικρότερο βαθμό, όπως η Ελλάδα, που με τον πληθυσμό της να αναλογεί περίπου στο 2,3% του συνόλου της ΕΕ στο, τελευταίο Ευρωκοινοβούλιο οι έδρες της αναλογούσαν στο 2,9%. Αντιστρόφως, η Γερμανία, με πληθυσμό που ανέρχεται περίπου στο 17% του συνόλου της ΕΕ, είχε αναλογία εδρών στο 12,9%.

Να σημειωθεί, πάντως, ότι η ενίσχυση  της αναλογικότητας των μικρομεσαίων χωρών στο Ευρωκοινοβούλιο έχει προβλεφθεί ως σχετική εξισορρόπηση της αναλογίας ψήφων που υπάρχει στο Συμβούλιο των Υπουργών, στις περιπτώσεις λήψης αποφάσεων με ενισχυμένη πλειοψηφία και όχι ομοφωνία.

Σε ό,τι αφορά αναλογικότητα που ισχύει στο Συμβούλιο των Υπουργών της ΕΕ, η ψηφοφορία με ειδική πλειοψηφία σ’ αυτό το όργανο ανταποκρινόταν για χρόνια στην αρχή της στάθμισης των ψήφων. Σύμφωνα μ’ αυτή τη στάθμιση, που ίσχυσε από την Ενιαία Πράξη και τη Συνθήκη του Μάαστριχτ έως τη Συνθήκη της Λισσαβόνας, τα κράτη με το μεγαλύτερο πληθυσμό διέθεταν από 27 έως 29 ψήφους, τα κράτη με μεσαίο πληθυσμό από 7 έως 14 ψήφους και τα «μικρά κράτη» 3 ή 4 ψήφους. Έτσι, μια απόφαση έπρεπε απαραίτητα να συγκεντρώσει τουλάχιστον 255 από τις 345 ψήφους για να λάβει έγκριση.

Η στάθμιση των ψήφων ήταν αποτέλεσμα συμβιβασμού μεταξύ νομικά ισότιμων κρατών μελών, που έχουν όμως διαφορετικά χαρακτηριστικά. Ο δε αριθμός των ψήφων που διέθετε έως πρότινος κάθε κράτος μέλος καθοριζόταν κυρίως από την αντίστοιχη δημογραφική του σημασία, αλλά και από μια προσαρμογή που οδηγούσε σε σχετική υπερεκπροσώπηση στο Συμβούλιο της ΕΕ των κρατών με μικρό πληθυσμό, δηλαδή όπως και στο Ευρωκοινοβούλιο.

Η Συνθήκη της Λισσαβόνας, που άρχισε να ισχύει από τις αρχές του 2009 εισήγαγε ένα νέο ορισμό του κανόνα ειδικής πλειοψηφίας που εφαρμόστηκε σε τρία στάδια:

Με το τελευταίο που ξεκίνησε την 1η Απριλίου 2017 και είναι αυτό που ισχύει πλέον, έγινε υποχρεωτικός ένας νέος κανόνας διπλής πλειοψηφίας στα Συμβούλια που προβλέπεται να αποφασίζουν με ειδική πλειοψηφία και όχι ομοφωνία. Βάση αυτού του καινούργιου και πιο απλού κανόνα, το Συμβούλιο εγκρίνει μία απόφαση εφόσον αυτή γίνεται αποδεκτή από τουλάχιστον το 55% των μελών του Συμβουλίου. Αυτό σημαίνει τουλάχιστον 15 κράτη μέλη σε σύνολο 28 που είναι ακόμη. Υπάρχει όμως και το δεύτερο σκέλος, που απαιτεί αυτά τα πλειοψηφούντα κράτη να συγκεντρώνουν τουλάχιστον το 65% του πληθυσμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Διατηρείται επίσης  η δυνατότητα αρνησικυρίας, η οποία πρέπει να αποτελείται από τουλάχιστον τέσσερα κράτη μέλη.

Ακούστε τη σχετική εκπομπή

Συνεργασία στην έρευνα οπτικού υλικού: Μαρία Σιδηροπούλου
Επεξεργασία φωτογραφιών/γραφιστικών: Mαριάνθη Κόμνου

Μοιράσου το άρθρο: