Η συμμετοχή των πολιτών στις ευρωκάλπες αναμένεται να είναι περιορισμένη στις περισσότερες χώρες της ΕΕ.

του Πολυδεύκη Παπαδόπουλου

Κι αυτό παρά το γεγονός ότι οι ένατες ευρωεκλογές που λαμβάνουν χώρα στα 28 κράτη μέλη από 23-26 Μαΐου θα είναι, σύμφωνα με τους περισσότερους αναλυτές αλλά και πολλούς πολιτικούς, οι σημαντικότερες από τότε που τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εκλέγονται με καθολική ψηφοφορία.

Το παράδοξο, πάντως, είναι πως το ποσοστό αποχής στην ΕΕ αυξάνει όσο αυξάνουν και οι αρμοδιότητες του Ευρωκοινοβουλίου, το οποίο από ένα περιορισμένων δυνατοτήτων παρέμβασης όργανο το 1979 έχει φθάσει να είναι σχεδόν ισάξιο πολιτικά και νομοθετικά με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο των Υπουργών.

Σε κάθε εκλογική αναμέτρηση για την ανανέωση του Ευρωκοινοβουλίου ψηφίζουν όλο και λιγότεροι Ευρωπαίοι πολίτες. Κατά μέσον όρο ένας στους δύο Ευρωπαίους αναμένεται να μην προσέλθει στις κάλπες για να ψηφίσει στις ευρωεκλογές.  Το σχετικό ποσοστό στην Ανατολική Ευρώπη λαμβάνει ακόμη εντυπωσιακότερες διαστάσεις, ενώ παρόμοιο φαινόμενο δεν αποφεύγουν πλέον ούτε και τα ιδρυτικά μέλη της ΕΕ.

Το 1979, κατά τη διάρκεια των πρώτων ευρωεκλογών, η αποχή έφθασε το 38%. Στη συνέχεια, το ποσοστό όσων δεν ψήφιζαν στις ευρωπαϊκές εκλογές αυξανόταν σε κάθε 5ετία, για να φθάσει στο ύψος ρεκόρ του 57,4% κατά τις προηγούμενες Ευρωεκλογές του 2014.

Σχεδόν σ’ όλες τις χώρες, η αποχή στις ευρωεκλογές είναι παραδοσιακά μεγαλύτερη από εκείνη στις εθνικές αναμετρήσεις. Η διαφορά είναι κατά μέσον όρο 25 μονάδες. Επίσης,  σύμφωνα με το Ευρωβαρόμετρο, τον Σεπτέμβριο του 2018 μόλις το 48% των Ευρωπαίων εκτιμούσε πως η «ψήφος του μετρά στην πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έναντι ποσοστού 62% που θεωρεί πως η ψήφος του έχει βάρος για την πολιτική στην ίδια του τη χώρα.

Ιστορικά, πάντως, το 1979, η προσέλευση στις κάλπες ήταν υποχρεωτική σε τρεις από τις χώρες της τότε ΕΟΚ-Ιταλία, Βέλγιο, Λουξεμβούργο—οι οποίες αντιπροσώπευαν το 26% του ευρωπαϊκού εκλογικού σώματος.

Η ποσόστωση αυτή μειώθηκε κατά 5 μονάδες έπειτα από την άρση της υποχρεωτικής ψήφου στην Ιταλία στη δεκαετία του ’90, ενώ προστέθηκαν το 1981 η Ελλάδα, η Κύπρος  το 2004 και η Βουλγαρία το 2007, όπου η ψήφος είναι υποχρεωτική. Ωστόσο, η υποχρεωτικότητα δεν αποτελεί πάντοτε την εγγύηση πως οι εκλογείς θα προσέλθουν και στις κάλπες. Έτσι, εάν η αποχή το 2014 ήταν ιδιαίτερα χαμηλή στο Βέλγιο και το Λουξεμβούργο (10 και 15% αντίστοιχα), στην Ελλάδα κυμάνθηκε στο αρκετά υψηλό 40% και στην Κύπρο  στο ιδιαίτερα αυξημένο 56%. Σε ό,τι αφορά τις χώρες της Α. Ευρώπης, στην κορυφή βρίσκεται η Σλοβακία, όπου η αποχή έφθασε το 87%.

Θα μπορούσε να θεωρηθεί κατά βάση έκπληξη η γενικότερα υψηλή αποχή στις ευρωεκλογές που κυριαρχεί στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, οι οποίες έγιναν μέλη της  ΕΕ έπειτα από τις 3 τελευταίες διευρύνσεις του 2004, 2007 και 2013.

Ωστόσο, όπως εξηγούν αρκετοί αναλυτές, στις χώρες αυτές «η ψήφος δεν έχει καθοσιωθεί» τόσο, όσο στις δυτικοευρωπαϊκές χώρες, όπου η ψήφος είναι ακόμη συνώνυμο της δημοκρατίας. Αντιθέτως, στις χώρες της Κ. Ανατολικής Ευρώπης εξακολουθεί να είναι ζωντανή η μνήμη των «μη πλουραλιστικών εκλογών» του κομμουνιστικού παρελθόντος.

Αλλά, όπως προαναφέρθηκε, με την εξαίρεση του Βελγίου και του Λουξεμβούργου, η αποχή δεν αφήνει απρόσβλητα και τα ιδρυτικά μέλη της ΕΕ. Στη Γαλλία και την Ολλανδία από το 40% του 1979 έφθασε το 60% στις ευρωεκλογές του 2014, στην Ιταλία από το 14% έφθασε το 43% (στην οποία η υποχρεωτικότητα της ψήφου καταργήθηκε το 1993) και στη Γερμανία από το 34% άγγιξε το 50%. Να σημειωθεί, ωστόσο, ότι η αδιαφορία των ψηφοφόρων να ασκήσουν το δημοκρατικό τους δικαίωμα δεν αφορά μόνον τις ευρωπαϊκές εκλογές, αλλά αρχίζει να επεκτείνεται και στην περίπτωση των εθνικών εκλογών.

Πάντως, σε ένα βαθμό η μόνιμα υψηλή αποχή από τις ευρωεκλογές έχει να κάνει και με το ότι το Ευρωκοινοβούλιο παραμένει εν πολλοίς άγνωστο και περίπλοκο στους πολίτες, αν και αντικειμενικά είναι το όργανο της ΕΕ που βρίσκεται πιο κοντά τους.

Ακούστε σχετική εκπομπή

Συνεργασία στην έρευνα οπτικού υλικού: Μαρία Σιδηροπούλου
Επεξεργασία φωτογραφιών/γραφιστικών: Mαριάνθη Κόμνου

Μοιράσου το άρθρο: