Το Ευρωκοινοβούλιο κουβαλά πίσω του μια 67χρονη ιστορία. Ωστόσο, τα πρώτα 25 χρόνια λειτούργησε ως Κοινοβουλευτική Συνέλευση, με διορισμένους εκπροσώπους των χωρών μελών και από το 1979 με εκλεγμένους ευρωβουλευτές. Και από τότε που τα μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου επιλέγονται με καθολική ψηφοφορία, οι επερχόμενες 9ες ευρωεκλογές θεωρούνται οι κρισιμότερες και σημαντικότερες.

του Πολυδεύκη Παπαδόπουλου

Από τη μια το ΕΚ ποτέ άλλοτε δεν είχε τόσες αρμοδιότητες στα πλαίσια της ΕΕ και από την άλλη, επίσης ποτέ μετά τις πρώτες 10ετίες, το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης δε βρέθηκε σε τόσο κρίσιμη φάση. Όμως, το Ευρωκοινοβούλιο παραμένει σε μεγάλο βαθμό άγνωστο και περίπλοκο στους πολίτες, αν και αντικειμενικά είναι το όργανο της ΕΕ που βρίσκεται πιο κοντά τους. Έτσι έχει σημασία να δει κανείς την ιστορία του θεσμού, καθώς και τη διαμοίραση των λειτουργιών του σε τρεις διαφορετικές, γεωγραφικά, έδρες.

H 67χρονη ιστορία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ξεκινά το 1952 ως «Κοινή Συνέλευση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα» (ΕΚΑΧ), της 1ης ευρωπαϊκής κοινότητας που δημιουργήθηκε με τη διακήρυξη Σουμάν-Μονέ στις 9 Μαΐου του 1950. Ωστόσο, στη διακήρυξη εκείνη δεν διατυπωνόταν η δημιουργία ενός διευρωπαϊκού κοινοβουλευτικού σώματος. Αυτό έγινε 1 χρόνο μετά, στη Συνθήκη των Παρισίων για την ίδρυση της  ΕΚΑΧ. Η πλήρης σύσταση, όμως, μιας τέτοιας συνέλευσης προβλέφθηκε συγκεκριμένα με τη Συνθήκη  της Ρώμης (1957), που ίδρυσε την ΕΟΚ και την ΕURATOM δίπλα στην ΕΚΑΧ, μετατρέποντας το 1958 την «Κοινή Συνέλευση της ΕΚΑΧ» σε «Ευρωπαϊκή Κοινοβουλευτική Συνέλευση». Η εν λόγω Συνέλευση από το 1962  μετονομάστηκε οριστικά «Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο» (ΕΚ).

Ωστόσο, η πρώτη άμεση εκλογή του ΕΚ πραγματοποιήθηκε μόλις το 1979. Από 1952-1974 οι βουλευτές που μετείχαν στις κοινοβουλευτικές συνελεύσεις και εν συνεχεία στο ΕΚ ήταν αντιπροσωπείες  διορισμένες από τα εθνικά κοινοβούλια των κρατών μελών και όχι άμεσα εκλεγμένοι ευρωβουλευτές, παρά το γεγονός ότι άμεση εκλογή είχε προβλεφθεί ήδη από τη Συνθήκη της Ρώμης.

Προκειμένου, όμως, να εφαρμοστεί η πρόβλεψη απαιτούνταν πράξεις των κυβερνήσεων των κρατών μελών. Ωστόσο, επιφυλακτικές με μια ενίσχυση του ΕΚ μέσα από καθολικές ψηφοφορίες στις χώρες μέλη, οι κυβερνήσεις καθυστέρησαν την απόφαση για τη διενέργεια ευρωεκλογών σχεδόν 20 χρόνια (!) για τη λάβουν  μόλις το 1976 για ευρωπαϊκές εκλογές που διεξήχθησαν το 1979 με καθολική ψήφο στις 9 τότε χώρες μέλη. Έκτοτε, έχουν πραγματοποιηθεί άλλες επτά ευρωπαϊκές εκλογικές αναμετρήσεις (1984, 1989, 1994, 1999, 2004, 2009, 2014).

Πάντως, η επιφυλακτικότητα των κυβερνήσεων για την άμεση εκλογή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είχε βάση. Το Ευρωκοινοβούλιο σταδιακά αύξησε τις εξουσίες και το κύρος του και μεταβλήθηκε από χώρο συζητήσεων και ψηφισμάτων «φιλολογικού χαρακτήρα» σε ισχυρό πυλώνα σε σχέση με τους άλλους δύο της ΕΕ (Συμβούλιο, Επιτροπή). Οι δε ευρωπαϊκές εκλογές κατέστησαν η 2η μεγαλύτερη δημοκρατική ψηφοφορία παγκοσμίως, μετά τις κοινοβουλευτικές εκλογές της Ινδίας, αφορώντας περίπου 500 εκατ. ανθρώπους.

Επίσης, όταν ιδρύθηκε η ΕΚΑΧ, τα θεσμικά της όργανα είχαν έδρα το Λουξεμβούργο. Το Συμβούλιο της Ευρώπης (ο άλλος διακρατικός ευρωπαϊκός οργανισμός, που είχε δημιουργηθεί, επίσης, αμέσως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με δράση στον πολιτισμό και τα ανθρώπινα δικαιώματα και περιέλαβε περισσότερα κράτη μέλη) έδρευε ήδη στο Στρασβούργο και έθεσε το Ημικύκλιό του στη διάθεση της Κοινής Συνέλευσης της ΕΚΑΧ για τις συνεδριάσεις της. Το Στρασβούργο έγινε σταδιακά ο βασικός τόπος διεξαγωγής των συνόδων της Ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αν και ορισμένες συνεδρίες της συνέχισαν μέχρι τα τέλη του ’50 να λαμβάνουν χώρα στο Λουξεμβούργο.

Μετά την ίδρυση της ΕΟΚ, το μεγαλύτερο μέρος των δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Συμβουλίου Υπουργών άρχισε να συγκεντρώνεται στις Βρυξέλλες. Δεδομένου ότι το έργο του Κοινοβουλίου αλληλοεπιδρά μ ’αυτά τα θεσμικά όργανα, με την πάροδο του χρόνου οι βουλευτές αποφάσισαν να οργανώνουν μεγαλύτερο μέρος των εργασιών τους στις Βρυξέλλες. Στις αρχές του ’90 η υφιστάμενη κατάσταση είχε ήδη διαμορφωθεί, με αποτέλεσμα οι κοινοβουλευτικές επιτροπές και οι πολιτικές ομάδες του ΕΚ να συνεδριάζουν στις Βρυξέλλες και οι βασικές σύνοδοι της Ολομέλειας να πραγματοποιούνται στο Στρασβούργο.  Απ’ την άλλη, οι διοικητικές υπηρεσίες του Ευρωκοινοβουλίου έχουν έδρα το Λουξεμβούργο.

Η ύπαρξη τριών εδρών υπηρετεί τη λογική της γεωγραφικής διαμοίρασης των κοινοτικών οργάνων, αλλά προκαλεί και έντονη κριτική για τις λειτουργικές δυσκολίες και το οικονομικό κόστος. Ετσι δεν είναι λίγες οι φωνές στο ίδιο το Ευρωκοινοβούλιο και τις κυβερνήσεις των κρατών μελών που ζητούν κατάργηση της έδρας του Στρασβούργου και συγκέντρωση όλων των εργασιών του Ημικυκλίου στις Βρυξέλλες. Σε μια τέτοια προοπτική αντιδρά σφοδρά, όπως είναι φυσικό η Γαλλία. Έτσι, εφόσον η δημιουργία ή κατάργηση μιας έδρας προϋποθέτει ομοφωνία των εταίρων είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς κατάργηση του Στρασβούργου ή ακόμη και μετακίνηση των διοικητικών υπηρεσιών του ΕΚ από το Λουξεμβούργο.

 

Η έδρα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις Βρυξέλλες

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Συνεργασία στην έρευνα οπτικού υλικού: Μαρία Σιδηροπούλου

Επεξεργασία φωτογραφιών/γραφιστικών: Mαριάνθη Κόμνου

Μοιράσου το άρθρο: