Μιλώντας για την ΕΕ, με αφορμή τις Ευρωεκλογές, αλλά και πέραν αυτών, είναι συχνές οι αναφορές στις Ευρωπαϊκές Συνθήκες, που αποτελούν την νομική/θεσμική βάση της Ένωσης.

του Πολυδεύκη Παπαδόπουλου

Συνοπτικά, οι Συνθήκες είναι δεσμευτικές συμφωνίες μεταξύ των κρατών μελών της ΕΕ. Ορίζουν τους στόχους της ΕΕ, τους κανόνες που διέπουν τα θεσμικά της όργανα, τον τρόπο λήψης των αποφάσεων και τη σχέση της ΕΕ με τα κράτη μέλη. Οι Συνθήκες τροποποιούνται κάθε μερικά χρόνια, ώστε η ΕΕ να συνεχίσει να εξελίσσεται.

Η κατάληξη αυτής της εξελικτικής διαδικασίας είναι η σημερινή και τελική Συνθήκη για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), η οποία ξεκίνησε ως Συνθήκη της Ρώμης το 1957. Για την ακρίβεια οφείλει κανείς να αναφέρεται σε δύο Συνθήκες της Ρώμης, με τις οποίες ιδρύθηκαν η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ) και η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Ατομικής Ενέργειας (ΕΥΡΑΤΟΜ). Η δε ημερομηνία υπογραφής τους στις 25 Μαρτίου 1957 θεωρείται η επίσημη ημερομηνία γέννησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Έχοντας διαδεχθεί με τη σειρά της τη Συνθήκη των Παρισίων που και ίδρυε το 1951 την πρώτη ευρωπαϊκή κοινότητα, την ΕΚΑΧ, η Συνθήκη της Ρώμης, προέβλεπε τη δημιουργία μιας Κοινής Αγοράς βασισμένης στην τελωνειακή ένωση των 6 ιδρυτικών κρατών. Επίσης, με τη συνθήκη εκείνη αποφασίστηκε η συγκρότηση ειδικού συμβουλευτικού οργάνου, της Συνέλευσης, με μέλη, διοριζόμενα από τα κοινοβούλια των έξι κρατών. Το σώμα αυτό το 1962 ονομάστηκε Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Θα περάσουν αρκετά χρόνια, έως το Φεβρουάριο του 1986, για να προκύψει ένα ανάλογο κείμενο, που ενώ τυπικά δεν έφερε το όρο Συνθήκη, ονομαζόμενο Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη, είχε ιδιαίτερο βάρος και εμβέλεια. Με έναρξη ισχύος την 1 Ιουλίου 1987, η Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (ΕΕΠ) αποσκοπούσε στην αναθεώρηση των Συνθηκών της Ρώμης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΟΚ) και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας.

Αυτό έγινε για να δοθεί νέα ώθηση στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και για να ολοκληρωθεί η εσωτερική αγορά (ένας χώρος χωρίς εσωτερικά σύνορα στον οποίο διασφαλίζεται η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, των ατόμων, των υπηρεσιών και των κεφαλαίων) έως την 1η Ιανουαρίου 1993.

Η ΕΕΠ τροποποίησε τους κανόνες λειτουργίας των ευρωπαϊκών οργάνων και διεύρυνε τις αρμοδιότητες της τότε Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε αρκετούς τομείς πολιτικής. Δημιουργώντας νέες κοινοτικές αρμοδιότητες και με τη μεταρρύθμιση των θεσμικών οργάνων, η ΕΕΠ άνοιξε το δρόμο της πολιτικής ολοκλήρωσης και της οικονομικής και νομισματικής ένωσης, που κατοχυρώθηκαν μετά λίγα χρόνια με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση (δηλ. τη Συνθήκη του Μάαστριχτ).

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ, επίσημα γνωστή ως Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, θεωρείται η σημαντικότερη και ιστορικότερη συνθήκη της Ευρωπαϊκής ηπείρου και η δεύτερη ομοίως σε παγκόσμια κλίμακα μετά εκείνη της ίδρυσης του ΟΗΕ. Ιστορικά δεν υπήρξε ποτέ στην παγκόσμια ιστορία παρόμοια Συνθήκη με μεγάλο οικονομικό, πολιτικό, κοινωνικό και πολιτισμικό περιεχόμενο, το οποίο αφενός παραχωρούσαν οι συμβαλλόμενες χώρες σε κάποια υπερεθνικά όργανα και θεσμούς, αλλά αφετέρου διατηρώντας  ισότιμες σχέσεις και θεσμική ισορροπία μεταξύ τους.

Η Συνθήκη του Μάαστριχτ, που έλαβε το όνομά της από την πόλη Μάαστριχτ στην οποία υπεγράφη στις 7 Φεβρουαρίου του 1992, αποτελεί την τρίτη κατά σειρά θεμελιώδη Συνθήκη με την οποία ολοκληρώθηκε η Ευρωπαϊκή Ένωση ως σύγχρονος θεσμός, ύστερα, μετά από τη Συνθήκη της Ρώμης (1957) και την Ενιαία Ευρωπαϊκή Πράξη (1986).

Σε παρακείμενο άρθρο αναφέρονται οι άλλες τρεις Ευρωπαϊκές Συνθήκες που ακολούθησαν έως σήμερα, δηλαδή οι Συνθήκες του Άμστερνταμ, της Νίκαιας και της Λισαβώνας.

Ακούστε σχετική εκπομπή

Συνεργασία στην έρευνα οπτικού υλικού: Μαρία Σιδηροπούλου
Επεξεργασία φωτογραφιών/γραφιστικών: Mαριάνθη Κόμνου

Μοιράσου το άρθρο: