Η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρεί τη μεγάλη πολιτισμική και γλωσσική ποικιλία της ως πλεονέκτημα, η δε πολυγλωσσία στις λειτουργίες της αναγνωρίζεται στις ευρωπαϊκές συνθήκες.

Του Πολυδεύκη Παπαδόπουλου

Έτσι, οι 4 γλώσσες που χρησιμοποιούνταν στα τέλη της δεκαετίας του ‘50 από τα κοινοτικά όργανα έφθασαν τα τελευταία χρόνια τις 24. Ιστορικά η ένταξή τους ως επίσημες και ισότιμες γλώσσες είχε ως εξής: Ολλανδικά, Γαλλικά, Γερμανικά, Ιταλικά 1958, Δανικά, Αγγλικά 1973, Ελληνικά 1981, Πορτογαλικά, Ισπανικά 1986, Φινλανδικά, Σουηδικά 1995, Τσεχικά, Εσθονικά, Ουγγρικά, Λετονικά, Λιθουανικά, Μαλτέζικα, Πολωνικά, Σλοβακικά, Σλοβενικά 2004, Βουλγαρικά, Ιρλανδικά, Ρουμανικά 2007, Κροατικά 2013. Όλη η κοινοτική νομοθεσία δημοσιεύεται σε όλες τις επίσημες γλώσσες. Oι δε συνδυασμοί διερμηνειών και μεταφράσεων ανέρχονται σε 552.
Ωστόσο αυτός ο «παράδεισος πολυγλωσσίας» έχει ένα οικονομικό κόστος και μια οργανωτική περιπλοκή, ειδικά στο χώρο του Ευρωκοινοβουλίου όπου εφαρμόζεται πλήρως. Κι αυτό γιατί οι 24 επίσημες γλώσσες της ΕΕ δημιουργούν, όπως προαναφέρεται 552 δυνατούς συνδυασμούς, αφού κάθε γλώσσα μπορεί να μεταφραστεί σε 23 άλλες.

Για να ανταποκριθούν σ’ αυτόν τον άθλο, τα Ευρωπαϊκά Όργανα έχουν δημιουργήσει αποτελεσματικές υπηρεσίες διερμηνείας και μετάφρασης. Σε ό,τι αφορά το οικονομικό κόστος αυτής της «θετικής Βαβέλ», οι δαπάνες για τη διατήρηση της πολιτικής της πολυγλωσσίας ανέρχονται σε €1,123 δις, ποσό που αποτελεί το 1% του ετήσιου προϋπολογισμού της ΕΕ και που αντιστοιχεί κατά μέσο όρο σε €2,28 ανά ευρωπαίο φορολογούμενο το χρόνο.
Όλες οι επίσημες γλώσσες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι επίσης και γλώσσες εργασίας. Ωστόσο, αυτό, δε σημαίνει ότι όλα τα έγγραφα μεταφράζονται σε όλες τις επίσημες γλώσσες και πως το σύνολο της προφορικής επικοινωνίας στη λειτουργία της Ένωσης διεξάγεται σ’ όλες τις γλώσσες διαρκώς. Υπάρχουν διαβαθμίσεις. Έτσι, η νομοθεσία και εκείνα τα έγγραφα που έχουν μεγάλη σημασία ή ενδιαφέρον για το κοινό παράγονται και στις 24 επίσημες γλώσσες, αλλά αυτό ισχύει σε ένα μέρος της εργασίας των θεσμικών οργάνων. Τα άλλα έγγραφα (π.χ. επικοινωνία με τις εθνικές αρχές, αποφάσεις απευθυνόμενες σε συγκεκριμένα άτομα ή οντότητες και αλληλογραφία) μεταφράζονται μόνο στις γλώσσες που χρειάζονται. Ωστόσο, κάθε πολίτης μπορεί να επικοινωνήσει με τις ευρωπαϊκές υπηρεσίες και να πάρει απάντηση σε οποιαδήποτε επίσημη γλώσσα.
Ακόμη, για εσωτερικούς σκοπούς επιτρέπεται στα θεσμικά όργανα της ΕΕ να επιλέγουν τις δικές τους γλωσσικές ρυθμίσεις. Έτσι, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, π.χ., εκτελεί τις εσωτερικές εργασίες σε τρεις γλώσσες, αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά, και διατηρεί το πλήρως πολυγλωσσικό καθεστώς μόνο για τους σκοπούς ενημέρωσης του κοινού και ανακοινώσεων. Το Συμβούλιο των Υπουργών και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, χρησιμοποιούν επίσης προς τα έξω τις 24 γλώσσες με μια διαβάθμιση, ενώ στο εσωτερικό και τις εργασίες με υπουργούς και πρωθυπουργούς ο καθένας μπορεί να μιλά στη γλώσσα του.
Όμως, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διαφέρει από τα άλλα θεσμικά όργανα λόγω υποχρέωσής να εξασφαλίζει το μέγιστο δυνατό βαθμό πολυγλωσσίας. Έτσι, κάθε ευρωπαίος πολίτης έχει το δικαίωμα να υποβάλει υποψηφιότητα στις ευρωεκλογές χωρίς να απαιτείται να γνωρίζει άπταιστα ή και καθόλου μία από τις γλώσσες που χρησιμοποιούνται συχνότερα, όπως π.χ. Αγγλικά η Γαλλικά. Ακόμη, το δικαίωμα κάθε ευρωβουλευτή να διαβάζει και να γράφει κοινοβουλευτικά έγγραφα, να παρακολουθεί συζητήσεις και να μιλάει στη γλώσσα του είναι επίσης αναφαίρετο. Κατά συνέπεια η πολυγλωσσία εφαρμόζεται πλήρως και συνεδριάσεις, αλλά και στη δημοσίευση των εγγράφων του Κοινοβουλίου ώστε οι ευρωπαίοι πολίτες να μπορούν να παρακολουθούν το έργο του χωρίς κανένα γλωσσικό κώλυμα.
Όμως, η EE είναι πολυγλωσσική με την έννοια και ότι πολλές μητρικές γλώσσες ομιλούνται μέσα στις 28 χώρες, ενώ ένα αξιόλογο ποσοστό πολιτών γνωρίζει αρκετές ξένες γλώσσες. Είναι δε πολιτική της Ένωσης να ενθαρρύνει όλους τους πολίτες της και ιδίως τους νέους να είναι πολύγλωσσοι. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, με απόφασή του στη Βαρκελώνη το 2002, ενθαρρύνει τους Ευρωπαίους πολίτες να είναι σε θέση να μιλούν δύο γλώσσες πέρα της μητρικής. Επιπλέον, μια σειρά από προγράμματα χρηματοδοτούμενα από την ΕΕ προωθούν την εκμάθηση γλωσσών και τη γλωσσική ποικιλία, αλλά βέβαια να έχει κανείς υπόψιν του ότι η ΕΕ διαθέτει περιορισμένη επιρροή σ αυτόν τον τομέα, καθώς η εκπαίδευση παραμένει εθνική αρμοδιότητα.


Ακούστε τη σχετική εκπομπή

Συνεργασία στην έρευνα οπτικού υλικού: Μαρία Σιδηροπούλου
Επεξεργασία φωτογραφιών/γραφιστικών: Mαριάνθη Κόμνου

 

Μοιράσου το άρθρο: