Πολλοί διερωτώνται αν η ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφήνει αρμοδιότητες στα κράτη μέλη και τους θεσμούς τους, αλλά κι αν η ενδυνάμωση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εξασθενίζει τα ήδη όχι ισχυρά σε πολλές χώρες εθνικά κοινοβούλια.

Του Πολυδεύκη Παπαδόπουλου

Η αλήθεια είναι ότι η Συνθήκη της Λισαβόνας προσδιόρισε για πρώτη φορά το ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων, εντός της  Ένωσης.  Έτσι, π.χ. τα εθνικά κοινοβούλια μπορούν να ελέγχουν τις προτάσεις νόμων των κοινοτικών οργάνων προκειμένου να διαπιστώσουν εάν τηρούν τη λεγόμενη αρχή της επικουρικότητας και να συμμετέχουν στην αναθεώρηση των συνθηκών της ΕΕ.

Η Συνθήκη της Λισαβόνας όρισε επίσης ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα εθνικά κοινοβούλια θα πρέπει από κοινού να αναλαμβάνουν την οργάνωση και προώθηση αποτελεσματικής και τακτικής διακοινοβουλευτικής συνεργασίας εντός της ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε ψηφίσματα που αφορούν ειδικά την ανάπτυξη των σχέσεων μεταξύ του Ευρωκοινοβουλίου και των εθνικών κοινοβουλίων.

Σύμφωνα με πρωτόκολλο σχετικά με το ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων καθώς κι ένα  σχετικό με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας, που είναι προσαρτημένα στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα εθνικά κοινοβούλια έχουν 8 εβδομάδες προκειμένου να εκδώσουν αιτιολογημένη γνώμη, εάν θεωρούν ότι κάποιο νομοθετικό σχέδιο των ευρωπαϊκών οργάνων δεν συμμορφώνεται με την αρχή της επικουρικότητας. Και κάθε εθνικό κοινοβούλιο διαθέτει δύο ψήφους. Στις χώρες που έχουν Βουλή και Γερουσία, κάθε ένα από τα δύο κοινοβουλευτικά σώματα διαθέτει μία ψήφο.

Αν τουλάχιστον το 1/3 των εθνικών κοινοβουλίων είναι της γνώμης ότι το σχέδιο νομοθετικής διάταξης δεν συμμορφώνεται με την αρχή της επικουρικότητας, αυτό πρέπει να επανεξεταστεί, βάση της λεγόμενης «κίτρινης κάρτας», που βγαίνει. Αυτό το κατώτατο όριο μειώνεται στο ¼ για ένα σχέδιο νομοθετικής πρότασης που υποβάλλεται για θέματα δικαστικής συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις και για αστυνομική συνεργασία. Μετά την επανεξέταση με το σύστημα της «κίτρινης κάρτας», η συντάξασα αρχή, που είναι συνήθως η Επιτροπή, μπορεί να αποφασίσει να διατηρήσει, να τροποποιήσει ή να αποσύρει τη νομοθεσία.

Επιπλέον, αν μια πλειοψηφία των εθνικών κοινοβουλίων θεωρεί ότι το σχέδιο νομοθετικής πρότασης δεν συνάδει με την αρχή της επικουρικότητας, τότε πρόκειται για τη λεγόμενη «πορτοκαλί κάρτα» και το σχέδιο πρέπει να αναθεωρηθεί από την Επιτροπή. Κατόπιν μιας τέτοιας αναθεώρησης, η Επιτροπή δύναται να αποφασίσει τη διατήρηση, τροποποίηση ή απόσυρση της πρότασης. Εάν η Επιτροπή αποφασίσει να διατηρήσει την πρόταση πρέπει να δικαιολογήσει τη θέση της. Σ’ αυτή την περίπτωση το Ευρωκοινοβούλιο και το Συμβούλιο πρέπει να εξετάσουν κατά πόσον η πρόταση είναι συμβατή με την αρχή της επικουρικότητας. Αν το Κοινοβούλιο με απλή πλειοψηφία ή το Συμβούλιο με πλειοψηφία 55% των μελών του θεωρήσουν ότι η πρόταση δεν συμμορφώνεται με την αρχή της επικουρικότητας, τότε αυτή καταπίπτει.

Ανακεφαλαιώνοντας τα περί κίτρινης και πορτοκαλί κάρτας, να επαναληφθεί ότι: όταν η Επιτροπή καταθέτει μια νέα νομοθετική πρόταση, αυτή αποστέλλεται στα εθνικά κοινοβούλια. Εάν το ένα τρίτο από αυτά διαπιστώσει ότι η πρόταση δεν συμμορφώνεται με την αρχή της επικουρικότητας, η Επιτροπή πρέπει να επανεξετάσει την πρόταση και να αποφασίσει εάν θα τη διατηρήσει, θα την τροποποιήσει ή θα την αποσύρει, και να αιτιολογήσει την απόφασή της.

Επίσης, όταν η Επιτροπή εισάγει μια νέα νομοθετική πρόταση και την αποστέλλει στα εθνικά κοινοβούλια εφόσον, όχι απλώς το 1/3, αλλά η πλειοψηφία αυτών διαπιστώσει ότι το σχέδιο νομοθεσίας δεν συμμορφώνεται με την αρχή της επικουρικότητας, τότε η Επιτροπή οφείλει να επανεξετάσει την πρόταση. Εάν τελικά τη διατηρήσει, η Επιτροπή πρέπει να δικαιολογήσει τη θέση της με αιτιολογημένη γνώμη. Στη συνέχεια, εφόσον το Συμβούλιο και το Ευρωκοινοβούλιο ψηφίσουν εναντίον της πρότασης κατά τη λεγόμενη πρώτη ανάγνωση, αυτή θα εγκαταλειφθεί.

 

Ακούστε σχετική εκπομπή

Συνεργασία στην έρευνα οπτικού υλικού: Μαρία Σιδηροπούλου

Επεξεργασία φωτογραφιών/γραφιστικών: Mαριάνθη Κόμνου

Μοιράσου το άρθρο: