Οι κάλπες για τις ευρωεκλογές ανοίγουν σε ορισμένες χώρες ήδη από τις 23 Μαΐου (Βρετανία, Ολλανδία) τις 24/5 (Ιρλανδία, Τσεχία), τις 25/5 (Λετονία, Μάλτα, Σλοβακία, Τσεχία), ενώ σε 21 κράτη μέλη οι εκλογές διεξάγονται την Κυριακή 26 Μαΐου.   

του Πολυδεύκη Παπαδόπουλου

Θα είναι η ένατη ανάλογη διαδικασία στην ιστορία του θεσμού, κι όπως συμφωνούν πολλοί αναλυτές, θα πρόκειται για τις σημαντικότερες εκλογές από τότε που το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εκλέγεται με καθολική ψηφοφορία. Από την μια ποτέ το λεγόμενο και Ημικύκλιο δεν είχε τόσες εξουσίες και αρμοδιότητες κι από την άλλη επίσης ποτέ η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν αντιμετώπιζε τόσο κρίσιμες καταστάσεις στο εσωτερικό της, αλλά και στο διεθνές περιβάλλον.

Τους τελευταίους μήνες πριν τις εκλογές, η πολιτική συζήτηση -ανεξαρτήτως πολιτικής κατεύθυνσης- γίνεται διαρκώς και πιο δύσκολη. Και όπως πάντα συμβαίνει σ΄ αυτές τις περιπτώσεις, είναι πιο εύκολο να κυριαρχήσει ο αρνητισμός από τα θετικά μηνύματα. Οι ψηφοφόροι, κυρίως των φιλοευρωπαϊκών κομμάτων, έχουν κουραστεί. Κι αυτό πουν  δείχνει να  λείπει είναι το κίνητρο, δηλαδή κάτι που θα αφυπνίσει και θα οδηγήσει τους πολίτες στις κάλπες.

Τα τελευταία χρόνια τα ευρωπαϊκά όργανα είχαν υιοθετήσει μια σημαντική ατζέντα κι είχαν, επίσης, ανακοινώσει έναν σχετικό προγραμματισμό. Ωστόσο, αυτός δεν τηρήθηκε σε πολλά σημεία, με αποτέλεσμα να υπάρχουν αποφάσεις σε εκκρεμότητα και πολιτικές ημιτελείς.

Εν συντομία, μερικές από τις εκκρεμότητες και τις επείγουσες αποφάσεις που θα κληρονομήσουν η νέα Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο, αμέσως μετά την εκλογή του νέου Ευρωκοινοβουλίου, είναι οι εξής:

Στο χώρο της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, όπου το ζητούμενο είναι η εμβάθυνση, βρίσκεται ακόμη στο τραπέζι η ολοκλήρωση της Τραπεζικής Ένωσης. Και τούτο διότι δεν έχει βρεθεί συμβιβαστική λύση για τον  σημαντικότερο από τους τρεις πυλώνες της, δηλαδή  την κοινοτική εγγύηση των καταθέσεων μέχρι ορίου 100.000 Ευρώ. Ορισμένες χώρες αρνούνται να αναλάβουν αυτήν την υποχρέωση, όσο οι συστημικές τράπεζες μερικών κρατών μελών είναι υπερβολικά ‘’ανοιχτές’’ σε αγορές κρατικών ομολόγων και σε κόκκινα δάνεια. Επίσης, ο μετασχηματισμός του σημερινού Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης σε Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο στα πρότυπα του ΔΝΤ, έχει ακόμη δρόμο, καθώς δεν έχει βρεθεί συναίνεση  για το αν θα είναι υπό κοινοτική εξουσία ή αν θα παραμείνει διακυβερνητικό όργανο.

Στην οικονομία, όμως, της ευρωζώνης  αρκετοί υποστηρίζουν πως πρέπει να τεθούν κι άλλοι στόχοι, όπως το να ενισχυθεί το ευρώ ως δεύτερο αποθετικό νόμισμα στον κόσμο. Και κάτι τέτοιο είναι εφικτό μόνον αν μια σειρά από χώρες και μεγάλες εταιρίες συμφωνήσουν να το χρησιμοποιούν για την αγορά ενέργειας. Γιατί σήμερα παρουσιάζεται το παράδοξο η Ε.Ε. να είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαιοειδών του κόσμου, αλλά οι πληρωμές των χωρών μελών να γίνονται σε δολάρια και όχι σε ευρώ!

Επίσης, ένα δύσκολο αλλά σημαντικό θέμα για την εσωτερική συνοχή  θεωρείται η δημιουργία ενιαίων φορολογικών συντελεστών για τα κέρδη των επιχειρήσεων της Ένωσης, μια και για κάποιες χώρες είναι ζωτικής σημασίας για την ανταγωνιστικότητά τους στη προσέλκυση ξένων επενδύσεων. Ακόμη,  προτεραιότητες αποτελούν η επιβολή ενός φόρου στις χρηματοοικονομικές συναλλαγές, γνωστού και ως φόρου Τόμπιν, αλλά και η εξέλιξη και ολοκλήρωση της ενιαίας ψηφιακής και ενεργειακής αγοράς.

Τα προαναφερόμενα πρέπει στη νέα πενταετία να συνδυαστούν, επίσης, με την  αύξηση του βηματισμού της Ε.Ε. σε ό,τι αφορά την επελαύνουσα 4η  βιομηχανική επανάσταση που έρχεται, αν η Ευρώπη δεν θέλει να μείνει πίσω από την Αμερική και την Κίνα. Και όπως διαφαίνεται, ο ανταγωνισμός γίνεται ολοένα και πιο σκληρός με τις οικονομίες αυτών των χωρών, η δε απειλή διευρυμένων εμπορικών πολέμων είναι ορατή.

Επίσης, μετά τις εκλογές και τις αλλαγές των κοινοτικών οργάνων είναι επείγουσα η συμφωνία των εταίρων γύρω από τον νέο επταετή προϋπολογισμό της Ε.Ε. για την περίοδο 2021-2027. Στον δε τομέα αυτό ένα από τα προβλήματα που πρέπει να λυθούν έχει να κάνει με το πώς θα συμπληρωθούν, μετά το Brexit, τα 11 δις που ήταν η καθαρή εισφορά της Βρετανίας ετησίως στον κοινοτικό προϋπολογισμό.

Επιπλέον, είναι  αρκετές οι δυνάμεις που ζητούν πλέον αναθεώρηση της πολιτικής ανταγωνισμού της ΕΕ, ώστε να είναι συμβατή η πολιτική δημιουργίας εθνικών ή ευρωπαϊκών βιομηχανικών πρωταθλητών.

Και τέλος η ΕΕ πρέπει να βρει τη δύναμη για να συνεχίσει να πρωταγωνιστεί διεθνώς στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, και να καταλήξει σε λύσεις και συναινέσεις μέσα στη νέα πενταετία για μια καλύτερη διαχείριση του μεταναστευτικού, σε συνδυασμό με την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος αρκετών χωρών  μελών.

Εν κατακλείδι η Ευρώπη χρειάζεται προσανατολισμό και στόχους και  που θα μιλήσουν στην καρδιά των ανθρώπων και που θα είναι πιο δυνατοί από την απορριπτική διάθεση έναντι της Ένωσης. Τελικά, η Ευρώπη δεν χρειάζεται λαϊκιστές,  αλλά  πολιτικές που θα είναι κοντά στο λαό.

Ακούστε σχετική εκπομπή

Συνεργασία στην έρευνα οπτικού υλικού: Μαρία Σιδηροπούλου
Επεξεργασία φωτογραφιών/γραφιστικών: Mαριάνθη Κόμνου

Μοιράσου το άρθρο: