(AP Photo/John Locher)

Καινούριο ιστορικό υψηλό στη μάχη εναντίον της πανδημίας κατέγραψαν οι Ηνωμένες Πολιτείες, όπου τα κρούσματα που αναφέρθηκαν για την Πέμπτη ξεπερνούν μέχρι τώρα τα 71.000.

Η κατάσταση είναι δύσκολη, οι προβλέψεις απογοητευτικές, και η βασική διαφορά από μέρα σε μέρα είναι τα εκάστοτε παραδείγματα. Σε μια χώρα όπου αναφέρονται περισσότερα από 3,5 εκατομμύρια κρούσματα και περισσότεροι από 138 χιλιάδες θάνατοι λόγω του κορονοϊού, το παράδειγμα που ξεχωρίζει σήμερα είναι η πολιτεία της Τζόρτζια, όπου την Τετάρτη αναφέρθηκαν περίπου 4000 κρούσματα, ενώ 2800 άνθρωποι νοσηλεύονται. Δεν πρόκειται για την πολιτεία με τα περισσότερα θύματα -αυτή είναι προφανώς η Νέα Υόρκη-, δεν πρόκειται για την πολιτεία με τις χειρότερες αυξητικές τάσεις ή τα πλέον επείγοντα προβλήματα διαχείρισης. Είναι όμως μια πολιτεία όπου η αύξηση των κρουσμάτων υπενθυμίζει στην κοινή γνώμη πως ο κυβερνήτης της άργησε να επιβάλει lockdown και βιάστηκε να το άρει. Και ο Brian Kemp είναι πλέον ο ίδιος κυβερνήτης που, έχοντας αποφασίσει πια ότι σε πολιτειακό επίπεδο η χρήση μασκών ενθαρρύνεται σθεναρώς, αλλά δεν απαιτείται, μηνύει την Δήμαρχο της Ατλάντα, επειδή υποστηρίζει πως η απόφασή για υποχρεωτική χρήση μασκών στην πόλη παραβαίνει την πολιτειακή οδηγία. Σημειωτέον πως η δήμαρχος της Ατλάντα και η οικογένειά της έχουν βρεθεί θετικές στον κορονοϊό.

Οι μάσκες είναι σημαντικές, και όχι μόνο για τον περιορισμό της πανδημίας, ούτε για την αξιολόγηση της απαράδεκτης, σε κάθε περίπτωση, πολιτικοποίησης τους. Οι μάσκες είναι σημαντικές και επειδή είναι η βασική αντιπαράθεση στην εξέλιξη της καθημερινής ζωής. Συνεχώς περισσότερα σούπερ μάρκετ, καφέ και άλλοι κλειστοί χώροι επιβάλλουν στους πελάτες τους να φορούν μάσκες, και εκπαιδεύουν τους εργαζόμενους τους να αντιμετωπίζουν όσους πελάτες αρνούνται να συμμορφωθούν, είτε βάσει της κατάστασης της υγείας τους (καθώς σε ορισμένες περιπτώσεις η χρήση μάσκας αντενδείκνυται), είτε βάσει προσωπικής τους ιδεολογίας.

Οι επιχειρηματικές πρωτοβουλίες αυτές εξυπηρετούν την κεντρική κυβερνητική πρακτική στη χώρα που για πολλούς λόγους δεν θέλει να έχει την ευθύνη ούτε επιβολής ούτε αστυνόμευσης μιας γενικής παρόμοιας υποχρέωσης, είναι όμως και ενδεικτικές του κλίματος που επικρατεί σε μια αγορά εργασίας, όπου οι εργοδότες δεν θέλουν να είναι νομικώς έκθετοι σε ενδεχόμενη μόλυνση των εργαζομένων τους από πελάτες.

Η αγορά εργασίας βεβαίως εξακολουθεί να πρωταγωνιστεί στις αναλύσεις όλων, με τα τελευταία στοιχεία, όπως ανακοινώθηκαν χθες, να αναφέρουν εβδομαδιαία αύξηση των ανέργων κατά 1 εκατομμύριο 300 χιλιάδες, αθροιζόμενα σε ένα σύνολο που εκτιμάται σε περίπου 32 εκατομμύρια, συνυπολογίζοντας τους μακροχρονίως ανέργους, εγγεγραμμένους για επίδομα ανεργίας, αλλά και όσους λαμβάνουν την έκτακτη συνδρομή για την αντιρρόπηση της επίδρασης της πανδημίας.

Μιλώντας για χρήματα, όμως, είναι άξιο λόγου πως στο πολιτικό σκέλος της επικαιρότητας ο Τζο Μπάιντεν φαίνεται πως άρχισε να μαζεύει μερικά, μειώνοντας την διαφορά ανάμεσα στην εκστρατεία του και σε εκείνη του προέδρου Τραμπ. Πλέον ο Δημοκρατικός υποψήφιος εμφανίζει ταμειακά διαθέσιμα 242 εκατομμυρίων δολαρίων έναντι των 295 εκατομμυρίων για τον Αμερικανό πρόεδρο και το ρεπουμπλικανικό κόμμα, 109 μέρες πριν τις προεδρικές εκλογές. Αυτό σημαίνει πως ο Τζο Μπάιντεν μπορεί πια να πληρώσει περισσότερα στελέχη, και να αγοράσει περισσότερες διαφημίσεις, ίσως, λοιπόν, και να αυξήσει ή τουλάχιστον να διατηρήσει το δημοσκοπικό του προβάδισμα, το οποίο δύο πρόσφατες έρευνες, μία του τηλεοπτικού δικτύου NBC, από κοινού με την Wall Street Journal, και μία του πανεπιστημίου Quinnipiac, αξιολογούν σε διψήφιο αριθμό ποσοστιαίων μονάδων, από 11% μέχρι 15%. Σχετική με αυτά τα δημοσκοπικά ευρήματα είναι και η πρόσφατη επιτελική αλλαγή στην προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ, καθώς αναβαθμίστηκε επικεφαλής της ο Μπιλ Στέπιεν, υπονομεύοντας τον μελλοντικό ρόλο του πρότινος επικεφαλής, Μπραντ Παρσκέιλ, ο οποίος φαίνεται να επωμίζεται την ευθύνη για τη δημοσκοπική υστέρηση του Αμερικανού προέδρου, αλλά περισσότερο και από αυτήν φαίνεται να τιμωρείται για την απογοητευτική προσέλευση ακροατών στην πρόσφατη προεκλογική ομιλία του Ντόναλντ Τραμπ στην Τάλσα της Οκλαχόμα.

Βεβαίως, μεσολαβούν τρεις μήνες μέχρι τις προεδρικές εκλογές, και πολλά μπορούν να γίνουν. Αυτή τη στιγμή, οι βασικοί άξονες της αναμέτρησης, η οικονομία, η πανδημία, και η ταύτιση των ψηφοφόρων με τον κάθε υποψήφιο, ή τουλάχιστον η έγκριση από μέρους του των πολιτικών του, παράγοντες οι οποίοι μεταφράζονται αμέσως και στα οικονομικά του προεκλογικού αγώνα, φαίνεται να ευνοούν τον Τζο Μπάιντεν. Αν η πανδημία ελεγχθεί, ή αν ανακοινωθεί η διάθεση θεραπείας ή εμβολίου, θα πρέπει να αναμένουμε πως η διαφορά στα ποσοστά των δύο υποψηφίων θα περιοριστεί. Σε αυτό το πλαίσιο, ενθαρρυντική -για την προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ, αλλά κυρίως για την ανθρωπότητα σε σχέση με την πανδημία- είναι η πρόσφατη τοποθέτηση του Δρ. Φάουτσι, ο οποίος κατά την διάρκεια συνομιλίας του με τον Μαρκ Ζάκερμπεργκ, εξέφρασε αισιοδοξία για τα αναμενόμενα αποτελέσματα των κλινικών ερευνών για την αποτελεσματικότητα των μονοκλονικών αντισωμάτων εναντίον των συμπτωμάτων της covid-19.

Ανταπόκριση: Αλέξανδρος Μόρντουντακ

Μοιράσου το άρθρο: