Ο Πρόεδρος Τραμπ προχώρησε τελικά, ελάχιστη ώρα μετά την ταφή της Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ, με την πρόταση αντικατάστασή της στο Ανώτατο Δικαστήριο από την 48χρονη Έιμι Κόνεϊ Μπάρετ, δικαστή τα τελευταία τρία χρόνια στο 7ο Ομοσπονδιακό Εφετείο των ΗΠΑ, διορισμένη πάλι από την ίδιο, και προηγουμένως καθηγήτρια στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Notre Dame. To τελείως διαφορετικό προφίλ της προτεινόμενης Μπάρετ από την εκλιπούσα Γκίνσπεργκ, καθώς και η ταχύρρυθμη διαδικασία με την οποία ο Τραμπ θα επιδιώξει –και αναμένεται να πετύχει- να επικυρώσει τον διορισμό της  από τη Γερουσία πριν τις εκλογές, έρχεται να δημιουργήσει νέες αναταράξεις στην ήδη πολωμένη πολιτική σκηνή των ΗΠΑ. Επιπλέον, το εν λόγω Δικαστήριο μπορεί να χρειαστεί να λειτουργήσει και πάλι ως Ανώτατο Εκλογοδικείο της χώρας (όπως το 2000) και επομένως να έχει καθοριστικό ρόλο στην εξέταση των αποτελεσμάτων των επικείμενων εκλογών.

Toυ Πολυδεύκη Παπαδόπουλου

Η διαμάχη γύρω από τους συσχετισμούς του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ ξεπερνά κατά πολύ τον δικανικό χώρο. Οι αρμοδιότητες και ο τρόπος λειτουργίας αυτού του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό με το μινιμαλιστικό Αμερικανικό Σύνταγμα, το καθιστά, όχι απλώς πυρηνικό στοιχείο του θεσμικού οικοδομήματος των ΗΠΑ, αλλά καθοριστικό παράγοντα για το ίδιο το πολιτικό σύστημα της χώρας. Ορισμένοι σχολιαστές αποκαλούν, χαρακτηριστικά, τα 9 μέλη του Ανώτατου Δικαστηρίου ως «ισχυρούς, ισόβιους πολιτικούς με μαύρες τηβέννους». Γι’ αυτό είναι απολύτως δικαιολογημένο το σφοδρό ενδιαφέρον των Αμερικανών Προέδρων, που επιλέγουν τους εν λόγω δικαστές, καθώς και οι αντιπαραθέσεις τους πολλές φορές με τη Γερουσία, που πρέπει να τους εγκρίνει.

Έτσι, από την πρώτη στιγμή που ανακοινώθηκε ο θάνατος της Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ όποιος γνωρίζει έστω σχετικά τα δημόσια πράγματα των ΗΠΑ κατάλαβε αμέσως πως ένα νέο μεγάλο θέμα ήρθε να προστεθεί στην δύσκολη πολιτική ατζέντα αυτής της χώρας για την περίοδο μέχρι τις προεδρικές εκλογές και ενδεχομένως μέχρι την ανάληψη της εξουσίας τον Ιανουάριο από τον όποιο Πρόεδρο εκλεγεί (ειδικά αν χάσει ο Τραμπ), αλλά και  την ανανέωση της σύνθεσης του Κογκρέσου. Κι αυτό γιατί αν η αναπλήρωση ενός μέλους του Ανώτατου Δικαστηρίου ήταν πάντα, όπως προαναφέρεται, μια πολύ σημαντική υπόθεση, αυτή γίνεται πολύ πιο κρίσιμη στις παρούσες συνθήκες.

Μια υπερσυντηρητική στη θέση μιας υπερφιλελεύθερης

Έιμι Κόνεϊ Μπάρετ

Κανείς δεν αμφέβαλε πως ο Ντόναλντ Τραμπ θα άρπαζε την ευκαιρία να προλάβει να αναπληρώσει ένα μέλος του Δικαστηρίου με πρόσωπο της αρεσκείας  του, ακόμη και πριν τις εκλογές. Και επέλεξε να αντικαταστήσει τη Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπουργκ, γυναίκα θρύλο για τον προοδευτισμό της και τους φεμινιστικούς αγώνες της, με το εν πολλούς αντίθετό της, που είναι η Έιμι Κόνεϊ  Μπάρετ. Η τελευταία αν και αξιοσέβαστη νομικός, με ακαδημαϊκούς τίτλους, είναι επίσης γνωστή για τις ιδιαίτερα συντηρητικές απόψεις της σε μια σειρά από ζητήματα, με κορυφαίο αυτό της μείωσης της ελευθερίας στην άμβλωση. Επιπλέον, η ίδια και ο σύζυγός της είναι μέλη μια μικρής και σχετικά ακραίας θρησκευτικής οργάνωσης καθολικών που ονομάζεται «People of Praise»  και η οποία, μεταξύ άλλων, πρεσβεύει την υπακοή της γυναίκας στον άνδρα! Η ίδια βέβαια, ομολογεί, πως λόγω καριέρας, είναι κυρίως ο σύζυγός της, νομικός και ο ίδιος, που ασχολείται με τα 7 παιδιά τους (τα δύο υιοθετημένα) και το νοικοκυριό τους…

Πάντως, η εκλογή της Μπάρετ στη θέση της Γκίνσμπεργκ δε θα αλλάξει απλώς τις ισορροπίες στο Ανώτατο Δικαστήριο διαμορφώντας ένα συσχετισμό 6 συντηρητικών δικαστών προς 3 φιλελεύθερων, αλλά έρχεται να διαταράξει τα θεσμικά αντίβαρα και τις συναινετικές διαδικασίες που αποτελούν πυλώνες του αμερικανικού συστήματος.

Έτσι, η αναπλήρωση ενός τέτοιου δικαστή μπορεί μεν να γίνει ανά πάσα στιγμή, αλλά οι παραδόσεις (γιατί για τέτοια ζητήματα δεν υπάρχουν γραμμένοι κανόνες στις ΗΠΑ), θέλουν να μην γίνονται ανάλογες προτάσεις Προέδρων και σχετικές διαδικασίες ακροάσεων και ψηφοφοριών από τη Γερουσία ενόψει εκλογών. Μάλιστα αυτό είναι αντιδεοντολογικό να συμβεί και τους περίπου 2 μήνες μετά τις εκλογές, μέχρι να αρχίσει η θητεία του νέου Προέδρου, καθώς και η καινούργια περίοδος της Γερουσίας, το 1/3 της οποίας θα ανανεωθεί, επίσης, με τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Το 2016 χρησιμοποιώντας ακριβώς αυτά τα επιχειρήματα, η ελεγχόμενη και τότε Γερουσία από τους Ρεπουμπλικανούς είχε αρνηθεί στον Ομπάμα να προχωρήσει στην εκλογή του Μέρικ Γκάρλαντ στο Ανώτατο Δικαστήριο και η αναπλήρωση, τελικά, έγινε, μετά την ανάληψη της εξουσίας από τον Τράμπ, με τον ορισμό του Δικαστή Νιλ Γκόρσατς, που ήταν της επιλογής του.

Ο σημερινός Πρόεδρος και η ηγεσία της Γερουσίας (όπου εξακολουθούν να επικρατούν οι Ρεπουμπλικανοί με 53-47 γερουσιαστές) επείγονται να ολοκληρώσουν αυτή τη διαδικασία, ανατρέποντας τις σχετικές παραδόσεις και να αλλάξουν με τον πραναφερόμενο τρόπο τον συσχετισμό του Δικαστηρίου. Παρά τις καθυστερήσεις που θα επιδιώξουν οι Δημοκρατικοί, χρησιμοποιώντας διαδικαστικές μεθόδους, η έγκριση της Μπάρετ αναμένεται να ολοκληρωθεί πριν τις 3 Νοεμβρίου, που θα γίνουν οι εκλογές ή το πολύ μέχρι τις 20 Ιανουαρίου 2021 που θα ορκίζεται νέος πρόεδρος.  Και καθώς η θητεία των μελών του Ανωτάτου Δικαστηρίου μπορεί να είναι ισόβια (τελειώνει μόνον από φυσικά αίτια κι αν θελήσει να παραιτηθεί ένας δικαστής), ο συσχετισμός αυτός θα παραμείνει να επηρεάζει τα δικαστικά, αλλά εν μέρει και πολιτικά πράγματα, των ΗΠΑ για πολλά χρόνια. Αυτά μάλιστα μπορούν να μεταβληθούν σε δεκαετίες, σε περίπτωση επανεκλογής Τραμπ, αφού κατά την διάρκεια μιας ακόμη 4ετίας θα έχει, κατά πάσα πιθανότητα, να αντικαταστήσει ένα ακόμη υπέργηρο μέλος του Δικαστηρίου (τον δικαστή Στίβεν Μπρέγιερ), που επίσης ανήκει στην φιλελεύθερη/προοδευτική πτέρυγα, διαμορφώνοντας έναν συσχετισμό 7-2 !

Η διαφορετικότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ

Το λεγόμενο Supreme Court καθιερώθηκε με το άρθρο 3 του Αμερικανικού Συντάγματος το 1789 και είχε αρχικά περιορισμένη δικαιοδοσία για ένα μικρό εύρος υποθέσεων, όπως θέματα μεταξύ Πολιτειών, και εκείνα που είχαν σχέση με πρεσβευτές. Επίσης από τα πρώτα βήματά του διέθετε δευτεροβάθμια και τελική δικαιοδοσία σε όλες τις υποθέσεις των ομοσπονδιακών δικαστηρίων και των δικαστηρίων των πολιτειών που συσχετίζονται με συνταγματικό ή θεσπισμένο νόμο. Έτσι,  το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, όπως και τα περισσότερα ανάλογα διεθνώς, έχει τη δύναμη του δικαστικού ελέγχου, την ικανότητα να ακυρώσει έναν νόμο για παραβίαση διάταξης του Συντάγματος ή να απορρίψει μια εκτελεστική πράξη ως αντισυνταγματική. Πέραν τούτων, όμως, το Δικαστήριο, με τα χρόνια και με τη νομολογία του, έφτασε να αποφασίζει και για πολιτικές υποθέσεις κυρίως, γύρω από ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, περιβαλλοντικά ζητήματα, θέματα ατομικής και δημόσιας υγείας, ζητήματα ασφάλειας, ελέγχου εκλογικών διαδικασιών κλπ. Κι αυτό γιατί, η νομολογία του έχει κατά πολύ τον χαρακτήρα της παραγωγής «διαρκούς συνταγματικού δικαίου», η οποία έρχεται να συμπληρώσει το περιορισμένο -σε 7 Άρθρα και 17 κοινής αποδοχής Τροπολογίες- Σύνταγμα  των ΗΠΑ (όπως άλλωστε συμβαίνει με τα περισσότερα συντάγματα των Αγγλοσαξωνικών χωρών, που δεν ακολουθούν τις παραδόσεις και τη φιλοσοφία του Ρωμαϊκού Δικαίου).  Απ΄την άλλη, μια επίσης δύναμη του Δικαστηρίου είναι ο τρόπος που θα επιλέξει τις 100-150 υποθέσεις που θα εξετάσει κάθε χρόνο από τις 7000-8000 χιλιάδες αιτήσεις που δέχεται…

Μοιράσου το άρθρο: