Του Πιέρρου Ι. Τζανετάκου

Σε μια έρευνα που έκαναν το 2015 δυο Αμερικανοί καθηγητές από τα πανεπιστήμια Στάνφορντ και Πρίνστον το βασικό σκεπτικό και το ερώτημα που ακολουθούσε ήταν τα εξής: «Πρέπει να επιλέξετε μεταξύ δύο τελειόφοιτων μαθητών Λυκείου για να δώσετε μια υποτροφία. Τα βιογραφικά τους είναι πανομοιότυπα, με τις εξής εξαιρέσεις. Ο ένας έχει μέσο όρο βαθμολογίας 4/5 και ο άλλος 3,5/5. Ο ένας είναι Δημοκρατικός και ο άλλος Ρεπουμπλικάνος. Ποιο κριτήριο από τα δύο είναι σημαντικότερο για εσάς και ποιον τελικά θα επιλέγατε;». Το 80% των 1.000 ερωτηθέντων απάντησε πως το κομματικό είναι σημαντικότερο κριτήριο από τον βαθμό και άρα θα επέλεγαν τον ομοϊδεάτη τους. Το μοναδικό χαρακτηριστικό που θα μπορούσε να μεταβάλει την απάντηση είναι το φυλετικό, δηλαδή αν ο μαθητής είναι λευκός ή μαύρος. Ασχέτως του φυλετικού κριτηρίου, που διαιρεί διαχρονικά και εγκάρσια την αμερικανική κοινωνία, η έρευνα αυτή απέδειξε περίτρανα ότι η κομματική ταυτότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρότι υποκρύπτει πολλές υποδιαιρέσεις, είναι ακόμα και τώρα, στις αρχές της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, εξαιρετικά ισχυρή.

Θα μπορούσε το παραπάνω συμπέρασμα ν’ αποτελέσει μια σοβαρή απάντηση στην (εύλογη;) απορία πολλών- κυρίως εκτός Αμερικής- ανθρώπων «πως είναι δυνατόν τόσα εκατομμύρια Αμερικανοί να υποστηρίζουν τον Τραμπ»; Εν μέρει ναι, θα μπορούσε. Δεν αρκεί, όμως, μόνο αυτό για να απαντήσει κανείς στην ερώτηση που μετά τα γεγονότα της 6ης Ιανουαρίου και την εισβολή στο Καπιτώλιο, ακούγεται όλο και περισσότερο σε ολόκληρο τον κόσμο: «Τελικά γιατί διχάζεται η Αμερική»;

Η κομματική ταυτότητα, λοιπόν, είναι μία από τις αιτίες του κακού. Πολλά εκατομμύρια Αμερικανών, ασχέτως του προσώπου που διεκδικεί την προεδρία, ψηφίζουν το κόμμα που υποστηρίζουν διαχρονικά. Έτσι, μεταξύ των περίπου 70 εκατομμυρίων ψηφοφόρων του Τραμπ, υπάρχουν αυτοί που θα επέλεγαν έτσι κι αλλιώς το ρεπουμπλικανικό κόμμα. Και πάλι, όμως, η απάντηση δεν είναι πλήρης. Κι αν κανείς επιχειρήσει να προσθέσει άλλο ένα σκέλος στο καίριο ερώτημα, η κατάσταση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο: «Γιατί η Αμερική δεν έχει ξανά διχαστεί στο μεταπολεμικό παρελθόν της τόσο πολύ όσο σήμερα;»

Είναι τα ίδια τα γεγονότα αυτά που φέρνουν στην επιφάνεια τους υφέρποντες διχασμούς και τις προϋπάρχουσες διαιρέσεις. Ειδικά όταν τα γεγονότα αυτά «σκάνε» ξαφνικά και ανατρέπουν τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων, τότε έρχεται η ριζοσπαστικοποίηση, φθάνοντας ορισμένες φορές στα όρια του ανεξέλεγκτου. Στην Αμερική όλα ξεκίνησαν με την οικονομική κρίση που εξερράγη μεν με το γνωστό κραχ στο πιστωτικό σύστημα δια της υπερχρέωσης των στεγαστικών δανείων, αλλά άφησε πίσω της καμένη γη λίγο αργότερα, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2010. Όταν δηλαδή έκανε την εμφάνισή του στη σκηνή ο Ντόναλντ Τραμπ. Κοινός παρονομαστής της όλης εξέλιξης είναι τα «δεινά της παγκοσμιοποίησης», ο αντίκτυπος δηλαδή που έχει για τους Αμερικανούς η απώλεια του ελέγχου της παραγωγής, η μετανάστευση και τα φθηνά εργατικά χέρια της Ανατολής που με ευκολία αντικατέστησαν τον λευκό, χωρίς πτυχίο, εργάτη. Τον πυρήνα δηλαδή του τραμπισμού, την ευρεία κοινωνική ομάδα που χτυπήθηκε περισσότερο από κάθε άλλη από τη μακροχρόνια ανεργία, την υποαπασχόληση και την κατακόρυφη μείωση του εισοδήματος. Το πράγμα γίνεται ακόμα πιο ενδιαφέρον όταν βλέπουμε ότι σε μια έρευνα του Χάρβαρντ που διεξήχθη το 2018 στο ερώτημα «πρέπει ν’ απελαθούν άμεσα όλοι οι παράνομοι μετανάστες» (μια από τις βασικές πολιτικές του Τραμπ), εκτός από το «ναι» του 64% του συνόλου των Αμερικάνων, θετική απάντηση έδωσε και το 53% των Λατίνων! Μάλιστα, το 70% των τελευταίων απάντησαν ότι ο μεταναστευτικός νόμος πρέπει να αυστηροποιηθεί. Η οικονομία υπερτερεί, λοιπόν, της φυλής. «Η ιστορία έλεγε ότι, η οικονομία παγκοσμιοποιείται, η πολιτική φιλελευθεροποιείται, και ο συνδυασμός των δύο θα κάνει τη Γη παράδεισο.  Και απλώς χρειάζεται να συνεχίσουμε να παγκοσμιοποιούμε την οικονομία και όλα θα είναι θαυμάσια. Και το 2016 είναι η χρονική στιγμή όπου ένα μεγάλο τμήμα ακόμη και του Δυτικού κόσμου, σταμάτησε να πιστεύει αυτή την ιστορία», έλεγε πρόσφατα σε μια ανοικτή συζήτηση ο Ισραηλινός ιστορικός Γουβάλ Νόα Χαράρι.

Δεν είναι τυχαίο ότι έως τις αρχές του 2020, παραπάνω από το 80% των ψηφοφόρων του Τραμπ εμφανίζονταν ικανοποιημένοι από τους χειρισμούς του Αμερικανού προέδρου στην οικονομία και την- σε ένα βαθμό- επιστροφή στον προστατευτισμό του παρελθόντος. Σε αυτή τη χρονική συγκυρία, όμως, έκανε την εμφάνισή της η πανδημία. Το δεύτερο μεγάλο και ανατρεπτικό γεγονός της εποχής. Η (μη) διαχείρισή της από τον Τραμπ, η αέναη συζήτηση για το κατά πόσο ήταν αναγκαία τα περιοριστικά μέτρα, οι περίπου 250.000 νεκροί, η ανισότητα στην πρόσβαση στο σύστημα υγείας και κυρίως η παραδοχή ότι αυτοί που επλήγησαν βάναυσα από το καθολικό λοκ ντάουν ήταν τα μέλη των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων, οι υπάλληλοι και οι εργάτες και όχι η πλούσια ελίτ που συνέχιζε να δουλεύει με τηλεργασία από τα εξοχικά της, ήρθαν για να κορυφώσουν το αμερικανικό δράμα. Τα στοιχεία είναι εκκωφαντικά: Από τη μία πλευρά παρόλο που οι Αφροαμερικανοί στο Σικάγο και τη Λουϊζιάνα αποτελούν το 30% του πληθυσμού, σχεδόν το 70% των θανάτων σε αυτές τις δυο πολιτείες, είναι Αφροαμερικανοί. Από την άλλη, μόνο τον περασμένο Απρίλιο στις ΗΠΑ χάθηκαν πάνω από 20 εκατομμύρια θέσεις εργασίας, με την ανεργία να ξεπερνά το 14%. Όλα αυτά αποτέλεσαν, όχι μόνο την βασική αιτία της ήττας του Τραμπ, αλλά και τον επιταχυντή του ήδη οξυμένου διχασμού. Δηλαδή ναι μεν ο Τραμπ έχασε εξαιτίας του κορονοϊού, αλλά η ίδια η πανδημία οδήγησε στην ούλτρα ριζοσπαστικοποίηση μεγάλου μέρους των οπαδών του.

Οι διαιρέσεις ποτέ δεν έλειπαν από την Αμερική. Ειδικά στον μεταπολεμικό κόσμο. Βέβαια τότε και ειδικά έως το τέλος της δεκαετίας του 1960 υπήρχαν δύο καίριες σταθερές, κάτω υπό τις οποίες πιέζονταν οι διαφοροποιήσεις, κυρίως μεταξύ λευκών και μαύρων. Η πρώτη ήταν η ύπαρξη του κοινού εχθρού που δεν ήταν άλλως από τον σοβιετικό κομμουνισμό. Όλα θυσιάζονταν σε αυτόν τον βωμό. Η δεύτερη ήταν η συνεχιζόμενη και αλματώδης ανάπτυξη, η ευημερία, η ευόδωση του αμερικανικού ονείρου. Και οι δύο σταθερές, ακολουθούμενες τότε και από τα δύο κόμματα, πλέον εκλείπουν.

«Σταματήστε την κλεψιά». Αυτό ήταν το ένα από τα κύρια προεκλογικά συνθήματα του Τραμπ, ο οποίος… προέβλεψε ότι το επερχόμενο αποτέλεσμα θα ήταν εκ προοιμίου διαβλητό. Η τακτική του απερχόμενου Προέδρου απλώς πυροδότησε το ήδη απλωμένο φυτίλι. Απομένει να δούμε αν πράγματι αυτές οι επιλογές του Τραμπ, το να υποδαυλίσει δηλαδή την κατάσταση που είδαμε προ ολίγων ημερών στο Καπιτώλιο, θα λειτουργήσει αποσυμπιεστικά ή θα πολώσει ακόμα περισσότερο τα πράγματα. Το μεγάλο ερώτημα είναι τι μέλλει γενέσθαι από εδώ και στο εξής. Ο Τραμπ μπορεί αποχωρεί, αλλά τόσο το υπόστρωμα του διχασμού, όσο και τα γεγονότα μένουν πίσω.

Μοιράσου το άρθρο: