Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θα συζητήσει, για το αν η ΕΕ πρέπει να αναγνωρίσει την Κίνα ως οικονομία της αγοράς από τον Δεκέμβριο του 2016, καθώς αυτό θα καθιστούσε δυσκολότερη την επιβολή επαρκών δασμών για την προστασία των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, κυρίως των χωρών του νότου.

Σύμφωνα με το πρακτορείο Bloomberg, οι συζητήσεις για το θέμα θα φέρουν αντιμέτωπες τις υπέρ του ελεύθερου εμπορίου χώρες της Βόρειας Ευρώπης με τις πιο προστατευτικές χώρες του Νότου και θα οδηγήσουν σε μία ετυμηγορία για το αν η Κίνα έχει ενηλικιωθεί 15 χρόνια μετά την ένταξή της στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (World Trade Organization, WTO).

Αν η ΕΕ χαρακτηρίσει την Κίνα ως οικονομία της αγοράς, αυτό θα αποτελέσει, εκτός από πολιτική επιβράβευση για το Πεκίνο, μία ώθηση για τις επιχειρήσεις της χώρας, η ανάπτυξη της οποίας έχει βυθισθεί στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1990 και οι μετοχές της οποίας μειώθηκαν 10% την περασμένη εβδομάδα.

«Πρόκειται για ένα από τα πιο καυτά θέματα της ατζέντας», δήλωσε στο Bloomberg ο Γερμανός ευρωβουλευτής Γιο Λάινεν, ο οποίος προεδρεύει της αντιπροσωπείας του Ευρωκοινοβουλίου για τις σχέσεις με την Κίνα. «Πρόκειται για μία καυτή πατάτα. Οι Κινέζοι πιέζουν για το καθεστώς της οικονομίας της αγοράς και τα συμφέροντα στην Ευρώπη είναι διχασμένα», πρόσθεσε.

Το ζήτημα συνδυάζει υπολογισμούς σε κορυφαίο πολιτικό επίπεδο με δύσκολες οικονομικές και νομικές εκτιμήσεις. «Με την ΕΕ να πασχίζει να στηρίξει την οικονομική ανάπτυξη και να διατηρήσει την Ελλάδα στην Ευρωζώνη, Ευρωπαίοι ηγέτες πολιορκούν την Κίνα για να κάνει επενδύσεις σε υποδομές και παραγγελίες, όπως αυτές που αφορούν τα αεροπλάνα της Airbus Group», σημειώνει το Bloomberg.

Σήμερα, η Κίνα, αν και είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος της ΕΕ μετά τις ΗΠΑ, κατατάσσεται στην ίδια κατηγορία με χώρες, όπως το Καζακστάν, η Λευκορωσία και η Μογγολία, επιδιώκοντας το καθεστώς οικονομίας της αγοράς και αντιμετωπίζοντας υψηλότερους εισαγωγικούς δασμούς κατά του ντάμπινγκ από κάθε άλλη χώρα. Οι δασμοί που επιβάλλονται καλύπτουν κινεζικές εξαγωγές αξίας πολλών δισ. ευρώ και αφορούν μεταξύ άλλων σε: ανοξείδωτο χάλυβα, φωτοβολταϊκά (πάνελ), αλουμινόχαρτο, ποδήλατα, βίδες, χαρτί, είδη κουζίνας, καθώς και είδη γραφείου.

Μοιράσου το άρθρο: