Σαράντα χρόνια μετά την παραμονή του στην Αθήνα και εργασία σε διάφορα έργα του ΟΤΕ στην Ελλάδα ο κος Ζουμπούλ Μεχμέτ επέστρεψε στο χωριό που γεννήθηκε, στα ορεινά της Ξάνθης, στο Δήμο Μύκης. «Παλιά το Ζουμπούλι ήταν τρία σπίτια όλα κι όλα. Είχαν έρθει δύο – τρεις κτηνοτρόφοι και έχτισαν σπίτια και μαντριά και σιγά – σιγά τα σπίτια έγιναν περισσότερα μέχρι που έφτασαν να μένουν πενήντα οικογένειες. Αυτό είναι σήμερα το Ζουμπούλι. Όλη η δουλειά έγινε με τα χέρια. Κουβαλούσε ο πατέρας μας τα υλικά με τα μουλάρια και έχτιζε ο ίδιος, το ίδιο έκαναν και οι άλλοι.»

Απολαμβάνοντας την θέα στην αγκαλιά της φύσης

Μιλά με αγάπη και συγκίνηση για τον πατέρα του, που έκανε οκτώ χρόνια φαντάρος. «Μετά το ‘ 40 ήταν τα χρόνια πολύ δύσκολα. Τον συνέλαβαν οι Βούλγαροι κατακτητές, τον έστειλαν αιχμάλωτο στη Βουλγαρία και εκεί εργάστηκε σε διάφορα έργα. Καμία αποζημίωση δεν δόθηκε για αυτή την δουλειά. Ήταν σαράντα μήνες εκεί και μετά από χρόνια δόθηκαν κάτι «ψύχουλα».»

Από τα έξι αδέρφια του κου Ζουμπούλ Μεχμμέτ οι πέντε μένουν στο χωριό. Μόνο η μία είναι παντρεμένη στην Γοργόνα. Μάλιστα ο ίδιος επέστρεψε στο Άνω Ζουμπούλι μετά από 40 χρόνια εργασίας στην Αθήνα. « Οι περισσότεροι στο χωριό είναι καπνοκαλλιεργητές, κάποιοι κτηνοτρόφοι και κάποιοι κάνουν διάφορα μεροκάματα στην πόλη.» δηλώνει και μιλώντας για τους νέους προσθέτει «Οι νέοι ψάχνουν το μεροκάματο. Μάλιστα κάποιοι πήγαν στην Γερμανία, στην Ολλανδία. Εργάζονται σε ναυπηγεία και θερμοκήπια.»

Στη βοσκή του μικρού κοπαδιού του

Στο ερώτημα δε γιατί επέστρεψε απαντά πως στην Αθήνα πέρασε ωραία. Αλλά στα ορεινά της Ξάνθης νιώθει τη μαγεία της Φύσης. «Μ’ αρέσει η φύση, εδώ γεννήθηκα, εδώ μεγάλωσα, εδώ θα πεθάνω. Αυτή είναι η ζωή, αυτή είναι η Ελλάδα. Ο τόπος είναι ωραίος και οι άνθρωποι όλοι καλοί. Η πολιτεία να βοηθήσει τον Δήμο για να βοηθήσει τα χωριά.»

Όσον αφορά στο μήνυμα που επιλέγει να στείλει από τα ορεινά της Ξάνθης; «Αγάπη» λέει και προσθέτει « αγαπώ την Ελλάδα, εδώ γεννήθηκα, εδώ υπηρέτησα και εδώ θα πεθάνω.»
Φώτο: ο κος Ζουμπούλ Μεχμέτ ρεπορτάζ-κείμενο-φωτογραφία-βίντεο: Μαρία Νικολάου

Μοιράσου το άρθρο: