Γεννημένος το 1956 στις Καστανιές του Βορείου Έβρου ο κος Γιώργος Γαβρανίδης «Από τότε παραμένω στις Καστανιές» λέει και μας καλωσορίζει ευγενικά και ζεστά με τη σύζυγό του. Τους συναντήσαμε στην επιχείρησή του, ένα πρατήριο υγρών καυσίμων,την τελευταία ελληνική επιχείρηση , στα σύνορα με την Τουρκία. Απέναντι του είναι το Ελληνικό Τελωνείο και κοιτώντας από την βεράντα του σπιτιού του  βλέπει κανείς την  Τουρκία.

Απέναντι από το τελωνείο των Καστανιών
Η τελευταία ελληνική επιχείρηση πριν την Τουρκία

Ένα βενζινάδικο, μια ανάσα από την Τουρκία, που έγινε αγαπημένο πέρασμα δημοσιογράφων και εικονοληπτών, όλες αυτές τις ημέρες . «Πώς περνά η καθημερινότητά σας τόσο κοντά στην Τουρκία;» Τον ρωτάμε κι εκείνος χωρίς δεύτερη σκέψη απαντά: «Όπως νομίζω όταν ζει κανείς μακριά από τα σύνορα. Όπως ζει ένας στην Πελοπόννησο, ζει και στον Έβρο.» απαντά και μας ξαφνιάζει κάπως είναι η αλήθεια με την απάντησή του. «Έχετε συνηθίσει;» Επιμένουμε «Ναι, έχουμε συνηθίσει και δεν μας κάνει καμία αίσθηση ότι δίπλα μας είναι η Τουρκία, απλώς κοιτάμε τη δουλειά μας εμείς κι αυτοί τη δικιά τους. Οι λαοί δεν έχουν να χωρίσουν τίποτα. Οι πολιτικοί έχουν να χωρίσουν πολλά» δηλώνει έχοντας ζήσει πολλές διακυμάνσεις στις σχέσεις των δύο χωρών όλα αυτά τα χρόνια.
Πράγματι, αν λίγο σκεφτεί κανείς αυτά τα «πάνω και τα κάτω» θα κατανοήσει ότι έζησε κι εκείνος και οι συγχωριανοί του πάρα πολλές στιγμές έντασης στο παρελθόν. «Εεε τότε», όπως σχολιάζει, «άλλαζε και το κλίμα, η διάθεσή μας, η καθημερινότητα δυσκολεύει. Υπήρχαν στιγμές που οι οικογένειες έφυγαν. Πήγαν πιο μέσα. Από φόβο. Είχαμε φτάσει στο «τσακ» να κηρύξουμε πόλεμο. Εμάς μας κράτησαν εδώ οι δουλειές μας, τα σπίτια μας, τα υπάρχοντά μας».
Είναι μόνο οικονομικοί οι λόγοι που επιβάλουν το «δέσιμο» με την περιοχή; Τον ρωτάμε κι εκείνος παραδέχεται αμέσως πως «Δεν είναι μόνο το οικονομικό συμφέρον». Όπως λέει: «Όταν ξέρεις ότι εδώ έχουν γεννηθεί όλοι οι πρόγονοί σου δεν εγκαταλείπεις το μέρος. Υπάρχει ένα συναισθηματικό δέσιμο. Ύστερα είναι και η υποδομή που έχεις στήσει. Ένα συναισθηματικό δέσιμο με την πατρίδα και το σπίτι. Είναι δύσκολο να το αφήσεις και να πας κάπου αλλού. Πιστεύω ότι και οι Έλληνες που ξενιτεύονται φεύγουν με μισή καρδιά, όπου κι αν πηγαίνουν».
Με μισή καρδία αλλά φεύγουν. Οι Καστανιές έχασαν πληθυσμό και στα χρόνια της κρίσης. «Το χωριό άδειασε λόγω των οικονομικών, η νεολαία φεύγει. Παλιά υπήρχαν δουλειές, η σκούπα για παράδειγμα. Την εκμεταλλευόταν οι κάτοικοι, υπήρχε η τυποποίηση, υπήρχε μεροκάματο. Από την στιγμή που σταμάτησαν αυτά άρχισε η νεολαία να φεύγει.» μας λέει και προσθέτει: « Τη δεκαετία του ‘ 50 και του ‘60 ο Βόρειος Έβρος και ειδικά η δική μας περιοχή δεν είχε νιώσει πολύ την μετανάστευση γιατί υπήρχαν δουλειές. Τη δεκαετία του ‘70 μετά την Εισβολή φοβήθηκαν και έφυγαν πολλοί, άλλοι στην Αθήνα, άλλοι στη Θεσσαλονίκη, κάποιοι στην Αλεξανδρούπολη. 500 άτομα από τις Καστανιές είναι στην Αλεξανδρούπολη, 500 στην Ορεστιάδα, 100 στο Διδυμότειχο. Η ανασφάλεια τους οδήγησε να φύγουν. Δεν έγιναν οι σωστές επενδύσεις λόγω φόβου. Αυτή η αβεβαιότητα που επικρατούσε τους επηρέασε πολύ. Δεν έγιναν επενδύσεις, για να μπορέσει να μείνει κανείς στον τόπο του.»
Γνωρίζει από πρώτο χέρι τι σημαίνει η γειτνίαση με μια χώρα όπως η Τουρκία. «Βιώνουμε μια κατάσταση με την Τουρκία, πώς να έρθει να επενδύσει κανείς; Δέκα λεπτά κάτι να γίνει καταστράφηκαν τα πάντα. Πώς να έρθει να επενδύσει; Γι αυτό και μαραζώνει ο τόπος.» λέει σημειώνοντας «Γύρω- γύρω έχουμε σύνορα γείτονες που δεν είναι Ευρωπαίοι, άλλο να έχεις γείτονες το Βέλγιο ή την Γαλλία και την Ολλανδία κι άλλο την Τουρκία.»
Από τον τόπο του πέρασαν στο παρελθόν πολλοί πρόσφυγες και μετανάστες «Δεν φοβόμαστε με την έλευση των μεταναστών, τα πρώτα χρόνια δεν ήταν σε τόσο μεγάλη έκταση αυτό το φαινόμενο, των μεταναστών, των προσφύγων. Ήταν καθαρά θέμα προσφυγικό. Τώρα έχουμε ξεφύγει από το προσφυγικό και πήγαμε σε ένα παγκόσμιο θέμα, αλλά ενοχλητικό προπαντός στην Ελλάδα γιατί επιβαρύνει τον κρατικό προϋπολογισμό. Και από την Ευρώπη δεν υπάρχει η ανάλογη συμπαράσταση. Για μένα προσωπικά η Ευρώπη πρέπει να λύσει το πρόβλημα στα σύνορα της, είτε πρόκειται για την Ελλάδα, είτε για την Ιταλία ή την Ισπανία. Κι όχι να προσπαθούν οι Ευρωπαίοι ηγέτες να λένε ότι εκείνοι θα το αντιμετωπίσουν μόνοι τους, είτε πρόκειται για τους κατοίκους της Ουγγαρίας, είτε για τους Αυστριακούς στήνοντας φράχτες και αρνούμενοι να δεχτούν μετανάστες. Αν περάσουν από τον Έβρο, θα πάνε μετά και στα κράτη τους.»
Παρακολουθεί με αμείωτο ενδιαφέρον όλα όσα λέγονται και γράφονται. « Σε 12.000 κόσμο που υπήρχαν έξω από τα σύνορα μας υπήρχαν και 100 πρόσφυγες από τη Συρία. Άρα λοιπόν για ποιόν πρόσφυγα μιλάμε; Εδώ πρόκειται για το σύγχρονο δουλεμπόριο. Όπως στα παλιά χρόνια φορτώνανε στα καράβια με τις αλυσίδες τους δούλους, έτσι και τώρα τους εκμεταλλεύονται μ ‘ αυτόν τον τρόπο. Όλοι γνωρίζουν τι γίνεται. Αλλά όλοι κάνουν την παλαβή. Αυτό που γίνεται σήμερα είναι το πιο σωστό και το πιο απαραίτητο. Κλειστά σύνορα κατά μήκος των συνόρων ,κλειστά σύνορα. Ναι, να δεχθούμε έναν πρόσφυγα που έχει ανάγκη γιατί κι εμείς σαν λαός περάσαμε προσφυγιά. Δεν πήγαμε όμως να επιβαρύνουμε κάποιον άλλο, όπως η Τουρκία τώρα παίζει αυτό το βρώμικο παιχνίδι και επιχειρεί να φέρει και κακοποιά στοιχεία μέσα σε μια χώρα. Παίζονται κι άλλα πράγματα από πίσω, που δεν λέγονται, δεν είναι του παρόντος. Ας μην ξύνουμε πληγές. Τα γνωρίζουν πολλοί.»

Πριν ολοκληρώσουμε την κουβέντα μας τον ρωτάμε αν είναι ευτυχισμένος; «Δεν μετανιώνω, είμαι ευτυχισμένος που βλέπω τα παιδιά μου να μένουν κι εκείνα εδώ, σ’ αυτό το σημείο και να παλεύουν μέσα στον τόπο τους και να προσφέρουν στον τόπο τους, έστω αυτά που μπορούν να προσφέρουν.»
ρεπορτάζ-κείμενο- φωτογραφίες: Μαρία Νικολάου

Μοιράσου το άρθρο: