«Φοβόμαστε για όλους. Στην πρώτη φάση της πανδημίας οι πελάτες δεν έμπαιναν καθόλου μέσα στο φαρμακείο. Καθόταν ένας – ένας από έξω και τους εξυπηρετούσαμε. Τώρα βάλαμε το plexiglass, φοράμε τις μάσκες, γνωρίζουμε καλύτερα τι πρέπει να κάνουμε, μπαίνει ένας –ένας εξυπηρετείται και φεύγει.» Με τα λόγια αυτά, η Αναστασία Μπανιώτη, φαρμακοποιός επί 38 ολόκληρα χρόνια, περιγράφει την κατάσταση που αντιμετωπίζουν καθημερινά.

Ο κόσμος, όπως λέει, έμαθε να συμπεριφέρεται και να χρησιμοποιεί μάσκα και αντισηπτικά. Παρατηρεί, όμως, να επικρατεί μια «νευρικότητα» στον κόσμο. «Όλοι αισθάνονται ότι είναι πιεσμένοι. Φυλάγονται. Προσέχει πολύ ο κόσμος. Στην πρώτη φάση ήταν πολύ δύσκολα γιατί δε γνωρίζαμε. Τώρα είναι καλύτερα γιατί ξέρουμε. Αλλά και πάλι προσέχουμε πάρα πολύ. Φαρμακοποιοί και ασθενείς.»

Όπως δηλώνει η έμπειρη φαρμακοποιός, η ικανοποίηση των πελατών τώρα είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή. «Άρρωστοι που γίνονται καλά, μικρά παιδιά που τώρα πια δεν ασθενούν, γυναίκες που έκαναν θεραπεία και έμειναν έγκυες. Όταν βλέπεις τη χαρά τους, αυτό είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή», σημειώνει.

«Στα εύκολα ή στα δύσκολα φαίνονται οι άνθρωποι;», ρωτήσαμε την Ροδοπίτισσα φαρμακοποιό «Άλλοι φαίνονται στα εύκολα και άλλοι στα δύσκολα εξαρτάται από το χαρακτήρα τους», μας απάντησε, και χαρακτήρισε «πολύ μεγάλο ‘κέρδος’ την καθημερινή επαφή με τον κόσμο. Βλέπεις τις αντιδράσεις όλων των ανθρώπων, των παιδιών, βλέπεις ποιοι είναι καλόπιστοι και ποιοι δύσπιστοι. Σιγά σιγά «μαλακώνουν» και σου δείχνουν εμπιστοσύνη.»

Όσον αφορά την εξέλιξη της πόλης και των ανθρώπων της, λέει η κ. Μπανιώτη: «Στα 38 χρόνια που εργάζομαι παρατηρώ την πόλη να εξελίσσεται πάρα πολύ. Χάρη στους φοιτητές έχει αλλάξει». «Οι παππούδες και οι γιαγιάδες έκαναν τη διαφορά», λέει και εξηγεί, «το πρώτο 50ρικο της σύνταξης το έδιναν για τα φάρμακα και το άλλο στο φροντιστήριο του εγγονού. Η Ελλάδα γι΄ αυτό δεν κλονίστηκε, γιατί υπάρχει η οικογένεια». Το μήνυμά της; «Υπομονή η άνοιξη θα φτάσει. Θα έρθουν σίγουρα καλύτερες μέρες. Το καλοκαίρι θα είναι καλύτερο».

ρεπορτάζ-κείμενα-φωτογραφία: Μαρία Νικολάου

Μοιράσου το άρθρο: