Ο Δημήτρης Κόκορης αναπληρωτής καθηγητής στη φιλοσοφική σχολή του ΑΠΘ, με αφορμή πρόσφατη εισήγηση του για τα «Ντουρντουβάκια» σε εκδήλωση του Δ.Π.Θ. μίλησε στην ΕΡΤ Κομοτηνής για το αν τα εκλαμβάνουμε ή πρέπει να τα εκλαμβάνουμε μόνο σαν ιστορικό «τραύμα» ή ως κάτι που είναι «τραύμα», που πρέπει να το μαθαίνουμε αλλά και πρέπει να επουλωθεί;

«Υπάρχει ως όρος και στην καθομιλουμένη, δηλώνει τον αφελή και ιδιαίτερα παθητικό-ποιημένο άνθρωπο, όμως, υπάρχει και μια φόρτιση ιστορική.» δήλωσε κι εξήγησε κάτι που δεν είναι ευρέως γνωστό, ότι δηλαδή, ο ανδρικός πληθυσμός, συνέβη τρεις φορές, επί Βουλγαρικής κατοχής με αποκορύφωμα αυτό που έγινε στο 2ο Π.Π., συλλαμβάνονταν και οδηγούνταν επί βουλγαρικού εδάφους. Έπαιρναν άνδρες κυρίως από την Ξάνθη, πιο πολύ από τις Σέρρες και τη Δράμα και ζούσαν ως κρατούμενοι σε βουλγαρικά στρατόπεδα, κάνοντας δουλειά αγγαρείας, άνοιγαν δρόμους, έσπαγαν πέτρες, ζούσαν σαν αιχμάλωτοι. «Ήταν πολύ δύσκολα. Το αποκορύφωνα συνέβη επί 2ου ΠΠ.»

Ο Δημήτρης Κόκορης αναπληρωτής καθηγητής στη φιλοσοφική σχολή του ΑΠΘ

Ο ίδιος μελέτησε κείμενα «πολλών ταχυτήτων» που το περιγράφουν. «Ήταν πράγματι πολύ δύσκολα. Υπάρχει ιστορικό μυθιστόρημα, αλλά και μαρτυρίες ανθρώπων που βίωσαν αυτή την ομηρία, αυτή την δυσκολία και έχουν εκδοθεί κάποιες και εν τη ευρεία έννοια κάποια κείμενα που είναι ήχος και λόγος, βιντεοσκοπημένες συνεντεύξεις που έχουν πάρει σχολεία, αλλά και ένα επεισόδιο στην εκπομπή του Χρήστου Βασιλόπουλου, η «Μηχανή του χρόνου»» δηλώνει. Στο ερώτημα δε πώς αποτυπώνεται τουλάχιστον στο υλικό που ο ίδιος μελέτησε; Απαντά πως αποτυπώνεται αυτή η περίοδος με σκληρό τρόπο από τους ανθρώπους που τη βίωσαν.

«Είναι πολύ φυσικό και πολύ δύσκολο, πάρα πολύ δύσκολο. Θα πρέπει ουσιαστικά να λειτουργήσει ως ένα «τραύμα», που σαφώς θα πρέπει να το γνωρίζουμε γιατί δεν είναι ευρύτερα γνωστό. Στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη είναι κάπως γνωστό, στην υπόλοιπη Ελλάδα όχι. Πρέπει λοιπόν να το ξέρουμε, δεν πρέπει να το λησμονούμε, ωστόσο, θα πρέπει να βαδίσουμε και λιγάκι προς τα εμπρός. Η δική μου πρόταση είναι να νοηθεί πια ως ένα τραύμα προς επούλωση. Βεβαίως να το γνωρίσουμε, να καταλάβουμε τι έγινε και από εκεί και πέρα, να μην λειτουργούμε με όρους εκδικητικότητας. Γιατί σε ορισμένα κείμενα της γραμματείας μας, είναι αναμενόμενο και πολύ φυσικό, τίθεται με τέτοιους όρους το ζήτημα. Αυτός όμως δεν οδηγεί ατυχώς πουθενά. Δηλαδή, στο αν διατηρούμε μια πληγή υπό όρους εκδικητικότητας ή αντεκδίκησης στην ουσία οξύνεται, χαίνει και πάντα είναι ανοικτή. Αν την δούμε με όρους γνωστοποίησης , κατανόησης , να καταλάβουμε τι έγινε και βεβαίως να το αποτιμήσουμε ιστορικά και φιλολογικά στα όρια της γραμματείας και από εκεί και πέρα να προσπαθήσουμε να το ξεπεράσουμε με την έννοια μιας συμφιλίωσης με αυτό το γεγονός, ενός «τραύματος» δηλαδή που πρέπει να επουλωθεί.»

Σε ερώτηση μας τέλος, για το αν έχει ζητηθεί έστω μια συγγνώμη από την Βουλγαρία; Ο κος Κόκορης απάντησε πως δεν το γνωρίζει. «Η αλήθεια είναι πάντως πως σε ιστορικό επίπεδο από ένα ιστορικό σημείο και εξής υπήρχε μια τάση προς καλή γειτονία των δύο χωρών, οι σχέσεις με τη Βουλγαρία ήταν πολύ αρμονικές, παρότι ότι υπήρχε διαφοροποίηση καθεστώτος. Οπότε, λίγο πολύ διατηρήθηκαν αυτές οι καλές σχέσεις, δεν υπήρχε ιδιαίτερη ένταση. Αν επισήμως υπήρξε μια αναγνώριση και έχει ειπωθεί μια συγγνώμη, όπως με τη Γερμανία για ορισμένες ιστορικές συνθήκες δεν γνωρίζω αν υπήρξε.»
Φώτο: Δημήτρης Κόκορης ρεπορτάζ-κείμενο-φωτογραφία: Μαρία Νικολάου

Μοιράσου το άρθρο: