«Στα χρόνια της Βουλγαρικής Κατοχής, 1941-1944, η Βουλγαρική Διοίκηση επέβαλε μια ντεφάκτο κρατικοποίηση της περιοχής σε αντίθεση με τη Συνθήκη της Χάγης και σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στις Γερμανοκρατούμενες και στις Ιταλοκρατούμενες περιοχές » δηλώνει η κα Δήμητρα Πατρωνίδου φιλόλογος – συγγραφέας σε μια συζήτηση στην ΕΡΤ Κομοτηνής με αφορμή την έκδοση του βιβλίου της με τίτλο «Απόπειρα Εκπαιδευτικού Εκβουλγαρισμού 1941-1944 Η κατεχόμενη Ανατολική Μακεδονία και Θράκη μέσα από τα βουλγαρικά αρχεία», έργο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Επίκεντρο.

« Η εκπαίδευση είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό εργαλείο εθνοποιητικό προκειμένου να μεταβάλεις τους πληθυσμούς μιας περιοχής στον εθνικό προσδιορισμό τον οποίο επιθυμείς» υποστήριξε η κα Πατρωνίδου εξηγώντας πως από την πρώτη στιγμή, μαζί με την οικονομική κι εκκλησιαστική βουλγαροποίηση, ξεκίνησε και η εκπαιδευτική βουλγαροποίηση. «Εγκαταλήφτηκαν όλα τα σχολεία , λειτούργησαν σ’ αυτά βουλγαρικά εκπαιδευτικά ιδρύματα με σημαντικότερο στόχο φυσικά την εθνική αλλοίωση της περιοχής και τον άμεσο εκβουλγαρισμό της. Αυτή την περίοδο μελετά η έρευνα μου σε όλη την Περιφέρεια Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης.»

Σύμφωνα με την κα Πατρωνίδου είναι πάρα πολύ σημαντικό να γνωρίσουμε τι ακριβώς συμβαίνει γιατί η φάση αυτή είναι μια ματωμένη σελίδα του Μακεδονικού ζητήματος, που, όπως υποστήριξε, από ό,τι φαίνεται δυστυχώς δεν είναι η τελευταία. «Είναι ένα πολύ σημαντικό κομμάτι του μακεδονικού ζητήματος που μας βοηθάει όσο μια τομή σε βάθος να δούμε τι ακριβώς συμβαίνει και φυσικά πόσο συμβάλει η εκπαίδευση στην μετάλλαξη εθνικών ταυτοτήτων.»

Η κα Δήμητρα Πατρωνίδου στην ΕΡΤ Κομοτηνής

Όπως τόνισε η κα Πατρωνίδου η περιοχή της Θράκης είναι μια πολύ ευαίσθητη περιοχή που συνδέεται άμεσα με το Μακεδονικό ζήτημα και θα έπρεπε να μιλάμε για Θρακομακεδονικό ζήτημα. «Η ορολογία είναι λιγάκι μπερδεμένη, η περιοχή αυτή εντάσσεται στο Μπελομόριε πάρα πολύ σπάνια χαρακτηρίζεται ως Θράκη. Μπελομέριε θεωρούσαν οι Βούλγαροι όλη την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης που βρέχεται από το Αιγαίο. Γι αυτό ακριβώς η περιοχή αυτή συνδέεται άμεσα με το Θρακομακεδονικό ζήτημα. Ουσιαστικά είναι στη ζώνη που ονειρεύονται την έξοδο τους οι Βούλγαροι. Σ΄αυτή την ευαίσθητη περιοχή συνέβησαν πράγματα που δεν συνέβησαν σε άλλες περιοχές της κατεχόμενης ζώνης, όπως για παράδειγμα πέρα από τα καθαρά βουλγαρικά σχολεία που λειτούργησαν, λειτούργησαν και μειονοτικά , σε όλη τη διάρκεια της Κατοχής αρμενικό σχολείο και αρμενικό νηπιαγωγείο , και επίσης «τουρκικά» σχολεία. Οι Βούλγαροι αναγνώριζαν τουρκική εθνική μειονότητα σε αντίθεση με μας που αναγνωρίζουμε θρησκευτική μειονότητα.Εντάσσουν ευθύς εξαρχής τους τουρκογενείς στην τουρκική εθνική μειονότητα, τους Πομάκους τους θεωρούν Βούλγαρους οι οποίοι μουσουλμανοποιήθηκαν επομένως είναι δικό τους στοιχείο και τους εντάσσουν στο δικό τους εκπαιδευτικό σύστημα, στο Βουλγαρικό. Ενώ θεωρούν ότι είναι οι περισσότεροι προσεγγίσιμοι εξ αιτίας της γλώσσας παρόλο αυτά περνούν πολλά δεινά. Θεωρούνταν ντε φάκτο Βούλγαροι οι Πομάκοι. Τους Ρομα τους θεωρούν Βούλγαρους και τους εντάσσουν αθόρυβα στο βουλγαρικό εκπαιδευτικό σύστημα».
Σύμφωνα με την ερευνήτρια τα μειονοτικά σχολεία ακολουθούσαν ένα πάρα πολύ αυστηρό πρόγραμμα βουλγαρικό, πολύ αυστηρά οργανωμένο με βουλγαρικό προσωπικό που δίδασκε τη βουλγάρικη γλώσσα. Συντηρούνταν από τις τοπικές κοινότητες και ήταν υποχρεωμένα να χρηματοδοτούν Βούλγαρους εκπαιδευτικούς . Επομένως, ο έλεγχος ήταν πάρα πολύ αυστηρός. «Ο αναλφαβητισμός ήταν πολύ υψηλά τη δεκαετία 50-60, οι Έλληνες εκπαιδευτικοί έκαναν ένα τεράστιο έργο συγκεντρώνοντας πάρα πολλά παιδιά. Οργανώθηκαν νυχτερινά σχολεία και δόθηκε αγώνας με μεράκι από την πλευρά των εκπαιδευτικών.»
Η κα Πατρωνίδου υποστήριξε ότι η εθνική ταυτότητα είναι κάτι πάρα πολύ εύπλαστο και πρέπει να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί σε δράσεις τις οποίες υφιστάμεθα καθώς πάρα πολύ εύκολα, ανάλογα με τα συμφέροντα, μεταστρέφονται οι πληθυσμοί προς την μια ή προς την άλλη κατεύθυνση. «Δυστυχώς αυτό μπορεί να γίνει πάρα πολύ εύκολα μέσω της εκπαίδευσης. Ο ορισμός της παιδείας , ένα εξαιρετικό αγαθό του ανθρώπου, σε πολλά σημεία της έχει κοινά με τον ορισμό της προπαγάνδας. Θέλει πάρα πολύ προσεκτικό χειρισμό» σημείωσε.

Σε ερώτηση δε για το πώς τα παιδιά σήμερα στέκονται απέναντι στο μάθημα της ιστορίας η συγγραφέας έχοντας την εμπειρία της διδασκαλίας απάντησε πως όταν τα παιδιά έρχονται στο μάθημά για πρώτη φορά λένε ότι δεν τους ενδιαφέρει η ιστορία, όταν τελειώνουμε, όμως, δηλώνουν παθιασμένοι με την ιστορία. «Τα παιδιά είναι διψασμένα για ιστορία. θα πρέπει να αναλογιστούμε τι γίνεται με το εκπαιδευτικό σύστημα. Με ποιο τρόπο προσεγγίζουμε τη γνώση, δεν την προσεγγίζουμε κριτικά και ακόμη περισσότερο την ιστορία. Ένας λαός που δεν διδάσκεται την ιστορία είναι καταδικασμένος. Η παθογένεια της εκπαίδευσης και η στρεβλή διδασκαλία της ιστορίας στο σχολείο δεν τα θεωρώ μόνο σύμπτωμα, αλλά και αιτία για την κοινωνικοοικονομική παθογένεια. Αυτά που λέμε έχουν τεράστια σημασία γι αυτή την ευαίσθητη περιοχή που κατοικούν οι Έλληνες μειονοτικοί» σημείωσε και πρόσθεσε για μια ακόμη φορά: «Η Βουλγαρική διοίκηση είδε τελείως διαφορετικά το ζήτημα της εκπαίδευσης από ότι η Ελληνική διοίκηση γι αυτό το λόγο ξέσπασαν και πάρα πολλά σοβαρά προβλήματα στη διάρκεια της κατοχής . Δεν δόθηκαν άδειες διδασκαλίας στους πάμπολλους μειονοτικούς δασκάλους και η διδασκαλία γινόταν στο παλιομουσουλμανικό αλφάβητο. Ένας μηχανισμός στην υπηρεσία του κράτους και στην στοχοθεσία που θέτει.»
Φώτο: Η κα Δήμητρα Πατρωνίδου συνέντευξη-κείμενο-φωτογραφία:Μαρία Νικολάου

Μοιράσου το άρθρο: