Γυρίζουν το χρόνο πίσω οι ηλικιωμένοι και θυμούνται τα δικά τους Χριστούγεννα σε χρονιές δύσκολες: 1950-51-52-54. Μιλώντας στην ΕΡΤ Κομοτηνής στέκονται στα χρόνια της νιότης, όταν οι ίδιοι ήταν παιδιά και περίμεναν πως και πως τα Χριστούγεννα.

«Όταν ήμασταν παιδιά πηγαίναμε δύο- τρία άτομα μαζί, από σπίτι σε σπίτι, για να πούμε τα κάλαντα. Μας έδιναν άλλος πορτοκάλια, άλλος μανταρίνια , είχα μια νονά που μου έδινε ξυλοκέρατα, ήταν για τα ζώα, τα έδιναν και σε μας τα παιδάκια και τα τρώγαμε. Μόλις ξημέρωνε γυρνούσαμε όλο το χωριό και μαζεύαμε πορτοκάλια, μανταρίνια, μας έδιναν μια χούφτα ρεβίθια για να γεμίσει η σακούλα.» θυμούνται και γελούν παραδεχόμενοι « Κι εμείς ήμασταν παιδάκια και τρώγαμε και η χαρά ήταν μεγάλη.»

Όπως λένε τα κέρματα δίνονταν πολύ σπάνια κι εκείνο από πολύ συγγενικό πρόσωπο. «Κέρματα μας έδινε μόνο η γιαγιά μου, δυο δραχμές , τρεις δραχμές. Περιμέναμε πως και πώς να πάρουμε κανένα φράγκο, όλοι μας έδιναν φρούτα και τέτοια. Ούτε η νονά που είχα δεν έδινε δώρο, όλοι ξυλοκέρατα μας έδιναν.»
Σκουπίζουν τα δάκρυα που κυλούν όσοι ώρα τα διηγούνται, δάκρυα χαράς και γλυκιάς αναπόλησης όπως λένε. «Ήταν, όμως, ευτυχισμένα χρόνια. Σφάζανε οι μεγάλοι τα γουρούνια, κάθε σπίτι είχε το δικό του γουρούνι, ο πατέρας μου έσφαζε τα γουρούνια της γειτονιάς. Μας έβαζαν να φιλήσουμε τον πισινό από το γουρούνι για να πάρουμε τη «φούσκα» και να παίξουμε μπάλα.» λένε απορώντας και τώρα πώς το έκαναν;

«Η γειτονιά μοσχομύριζε όταν έψηναν το συκώτι το γουρουνίσιο γιατί όταν το έσφαζαν και μετά πάντα κάτι έριχναν στη φωτιά. Περιμέναμε στην πόρτα της αυλής για να μας δώσουν κι εμάς κανένα κομμάτι. Από αυτό το γουρούνι έφτιαχναν καβουρμά και το κρέας έφτανε μέχρι το Πάσχα. Είχανε τα πήλινα τσουκάλια, τα έβραζαν, τα τηγάνιζαν, το «αποθήκευαν»
εκεί κι από εκεί έπαιρναν μέχρι να φαγωθεί. Εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε Βιτάμ, το γουρουνίσιο το λίπος το έβαζαν παντού στη μαγειρική.»
Σταματούν για λίγο και ακούγοντας τους σημερινούς καλαντιστές και  λένε ξανά «Εμείς τραγουδούσαμε τα κάλαντα για ένα κάστανο κι ένα χαρούπι κι αν ήταν κάποιος συγγενής, θυμάμαι η γιαγιά, μας έδινε μισή δραχμή ή δύο δεκάρες να τις μοιραστούμε.»

Δώρα δεν πήραν ποτέ λένε με ένα μικρό παράπονο. «Δεν υπήρχαν δώρα εκείνο τον καιρό. Το μεγαλύτερο δώρο που μου έκανε ο πατέρας μου ήταν ένα ζευγάρι παπούτσια λαστιχένια. Μεγάλο δώρο, δεν τα φορούσα για να μην χαλάσουν.» λέει ένας συνταξιούχος από την παρέα και γελά. «Με τη φτώχεια που υπήρχε εκείνον τον καιρό ήμασταν ευτυχισμένοι» προσθέτουν ξεκαθαρίζοντας πως τα παιδιά δεν ήταν όπως τώρα. «Τώρα : Θα πρέπει να διαβάσεις, να πας το φροντιστήριο, να φορέσεις το μπλουτζίν ή το παπούτσι μάρκας. Δεν υπήρχαν τέτοια τότε, ένα παπούτσι και ξυπόλητος και ένα μολύβι που το χρησιμοποιούσαμε μέχρι που δεν μπορούσαμε άλλο να το πιάσουμε.»
Ρεπορτάζ-κείμενο-φωτογραφία:Μαρία Νικολάου

Μοιράσου το άρθρο: