Ένα ακόμη τριήμερο στην Κωνσταντινούπολη πέρασε η εκπαιδευτικός κ. Μαρία Δήμου, σε μια Πόλη, που, όπως λέει, έχει την Πρωτοκαθεδρία στην καρδιά της. Όπως και ο Βόσπορος που κάνει την διαφορά ειδικά τα καλοκαιρινά βράδια όταν η ζεστή της Κωνσταντινούπολης είναι αφόρητη.

Η κα Μαρία Δήμου

«Λένε ότι υπάρχουν οι θάλασσες, υπάρχει και ο Βόσπορος» λέει η κα Μαρία Δήμου αστειευόμενη γνωρίζοντας καλά την Πόλη, καθώς δίδαξε τρία χρόνια σε ιστορικά σχολεία, δίπλα στους Ρωμιούς.
Η Πόλη, σταυροδρόμι και γεύσεων, όπως την ονομάζει, είναι γι αυτήν ένας τόπος ιδιαίτερος, μιλά με αγάπη για την κουζίνα της, σημειώνοντας πως υπάρχουν δεσμοί ισχυροί με τους ανθρώπους της Πόλης χάρη και στα τρία χρόνια που έζησε εκεί, αλλά και χάρη στην συμβίωση της με έναν Ρωμιό, τον κ. Συμεών Σολταρίδη. «Οι δεσμοί μας και με τους ανθρώπους της Ομογένειας και με τους Τούρκους είναι συνεχείς» λέει και σημειώνει «η κουζίνα είναι ένας τρόπος να γνωρίσεις έναν τόπο. Πάντα γευόμαστε τα εκλεκτά εδέσματα και όταν λέω εκλεκτά εδέσματα δεν εννοώ πολυτελείας. Αγαπάμε πάρα πολύ το φαγητό δρόμου, δεν το φοβόμαστε, το εκτιμούμε δεόντως και είναι από τις γεύσεις που αντιπροσωπεύουν πραγματικά έναν τόπο.» Σύμφωνα με την κα Δήμου «Δεν υπάρχουν πια πολλοί Ρωμιοί που να έχουν εστιατόρια με την παραδοσιακή μορφή της κουζίνας στην Πόλη. Υπάρχουν πολλοί Ελλαδίτες τα τελευταία χρόνια που έχουν ανοίξει κάποια μικρά μαγαζιά, αλλά δεν είναι αυτό που θα λέγαμε πολίτικη κουζίνα.»

Τον πρώτο χρόνο η κα Μαρία Δήμου δίδαξε στο Μέγα Ρεύμα, δασκάλα δύο μαθητών σε ένα μεγάλο κτίριο, το οποίο λειτούργησε για τελευταία φορά. «Ήμουν η τελευταία δασκάλα. Λίγο γραφική η εικόνα με δύο μαθητές σε ένα τεράστιο κτίριο. Αποφοίτησαν οι μαθητές, δεν υπήρχαν άλλα παιδιά στην περιφέρεια του Βοσπόρου και έκλεισε το σχολείο και μετά, τα επόμενα δύο χρόνια, ήμουν στο Ζάπειο, σε ένα μεγάλο σχολείο της Πόλης, με τρεις βαθμίδες, Νηπιαγωγείο, Γυμνάσιο και Λύκειο. Οι άνθρωποι, ζώντας σε μια μεγάλη Μητρόπολη, έχουν αποκτήσει αστική νοοτροπία, είναι κοσμοπολίτες, ζουν με άλλο τρόπο που όντως εντυπωσιάζει.»

Παρατηρεί κι εκείνη με θλίψη πως οι μειονότητες πάντοτε απορροφούν τις πιέσεις και τις εντάσεις που υπάρχουν ανάμεσα στα δύο κράτη, όπως ισχύει στα ελληνοτουρκικά, που οι μειονότητες δέχονται πρώτες το «ωστικό κύμα» αυτής της πίεσης. «Στην Πόλη η Ομογένεια το δέχτηκε με πολύ έντονο τρόπο και γι αυτό έχουν απομείνει πολύ λίγοι» δηλώνει και προσθέτει πως αυτή τη στιγμή στην Πόλη η Ομογένεια ζει με πολύ καλές συνθήκες, «διαχειρίζονται τα βακουφικά της, αν και έχουν να γίνουν εκλογές κάποια χρόνια, παρόλο αυτά έχουν εκλεγεί νέα διοικητικά συμβούλια πριν από μια δεκαετία περίπου, μικρός ο αριθμός, μεγάλες οι υποχρεώσεις που έχουν, τα «κυνηγούν» οι άνθρωποι , τα προσπαθούν έχουν βρει τους κώδικες και τους τρόπους τους και τα καταφέρνουν. Για παράδειγμα το Ζάππειο που είναι ένα τεράστιο κτίριο στην καρδιά της Πόλης πάνω στο Ταξίμ, θα πρέπει οι επισκέπτες από την Ελλάδα και από την περιοχή μας όταν πηγαίνουν στην πόλη να μην εξαντλούν την παρουσία τους στα εμπορικά κέντρα και να κάνουν μια βόλτα από τα Ομογενειακά Ιδρύματα, να τα βλέπουν έστω κι απ έξω για να ξέρουν τι ήταν και τι είναι η Ομογένεια , δεν έχει σβήσει, δεν έχει τελειώσει, ζει και βασιλεύει στην Βασιλεύουσα, να έχουν μια επαφή, να μπαίνουν στα σχολεία , στους συλλόγους. Να κάνουν μια έρευνα. Το διαδίκτυο βοηθά πάρα πολύ. Να χτυπάμε τις πόρτες της Ομογένειας και να γνωρίζουμε τι είναι ο ελληνισμός στην Πόλη.»

Τέλος, δεν παραλείπει να σημειώσει πως δεν θα πρέπει να ξεχνάμε τη ρίζα μας, το παρελθόν μας. «Το σημαντικό είναι να ξέρουμε ότι με την Πόλη υπάρχει μια συνέχεια, δεν κόπηκε αυτή η γραμμή της ιστορίας και της παρουσίας του ελληνισμού στην Πόλη, οπότε επισκεπτόμενη την Πόλη να αναπτύσσουμε ξανά αυτόν τον δεσμό ερχόμενοι κοντά στους ανθρώπους που ζουν εκεί, της Ομογένειας, του Ελληνισμού, αλλά και στις πολύ ωραίες δραστηριότητες που αναπτύσσουν τα σχολεία, όπως το Ζωγράφειο.»
Φώτο:Μαρία Δήμου ρεπορτάζ-κείμενο-φωτογραφία:Μαρία Νικολάου

Μοιράσου το άρθρο: