Μοδίστρα από μικρό κοριτσάκι. Από τα επτά της χρόνια άρχισε να κεντά. Σε ένα τσουβάλι οι πρώτες της βελονιές. Εκεί την έβαζε η μητέρα της να κάνει τα πρώτα της βήματα… Σιγά – σιγά έμαθε πώς να πιάνει το βελόνι. Στα 47 της σήμερα η κα Χατιτζέ το βελόνι και την κλωστή δεν την έχει αφήσει.

Όπως η γιαγιά της, η μαμά της, ο θείος της, έτσι κι εκείνη. «Ένα «βραχιόλι» έχω» δηλώνει εξηγώντας πως ποτέ δεν άφησε την τέχνη της. Πριν στο σπίτι, τώρα στο δικό της μικρό ραφείο. «Η θεία μου έραβε νυφικά στο σπίτι και μάλιστα πολύ όμορφα. Οπότε κι εγώ συνέχισα στα βήματα της» λέει με καμάρι.
Όταν άνοιξε το δικό της ραφείο, όταν πήρε την απόφαση να εργαστεί εκτός κατοικίας, ήταν δύσκολα, καθώς η κίνηση για τουλάχιστον έξι μήνες ήταν πολύ μειωμένη. «Στεναχωρέθηκα πάρα πολύ, αλλά σιγά σιγά τα κατάφερα. Τώρα δοξάζω το Θεό μου. Τώρα μπορώ να βοηθάω κι εγώ στα οικονομικά του σπιτιού.» λέει με καμάρι δικαιωμένη για  την απόφαση της να κάνει τα δικά της επαγγελματικά βήματα. Τώρα, πιο σίγουρη από ποτέ, προτρέπει και τις άλλες γυναίκες να κάνουν το ίδιο.

«Πρώτα από όλα θα πρέπει να κάνει υπομονή. Αυτό κάθε γυναίκα θα πρέπει να το έχει στο μυαλό της και να το εφαρμόζει. Χωρίς υπομονή δεν γίνεται τίποτα. Κάποια μέρα οι κόποι θα πιάσουν τόπο, τίποτα δεν πάει χαμένο.» δηλώνει και σημειώνει πως της αρέσει πολύ η επικοινωνία με τον κόσμο. «Γνώρισα πολύ κόσμο. Μιλάω μαζί τους. Μοιραζόμαστε στεναχώριες και χαρές. Είμαι πάρα πολύ ευχαριστημένη γιατί έχω πολλούς φίλους τώρα» δηλώνει και σπεύδει να σημειώσει πως δεν θα γυρνούσε πίσω. «Δεν μπορώ.» λέει και προσθέτει « Όσο μπορούν οι γυναίκες να εργάζονται ό,τι μπορούν να κάνουν, να κάνουν.»

Παρατηρεί κι εκείνη τον μεγάλο αριθμό γυναικών από την μουσουλμανική μειονότητα να κάνουν παρόμοια με εκείνη βήματα. «Οι δικές μας κοπέλες δεν έχουν σπουδάσει» λέει και σημειώνει «Τι να κάνουν άλλο; Τώρα  βέβαια και η δική μας  νεολαία δεν ξέρει να κάνει τέτοιες δουλειές.»

Θυμάται τα δικά της παιδικά χρόνια και λέει με λύπη πως κι εκείνη ήθελε να σπουδάσει αλλά δεν την άφησαν. «Μου έλεγαν οι γονείς μου: «Κορίτσι είσαι, πού θα πας; τι θα κάνεις; Δεν με άφησαν. Ήθελα πολύ να σπουδάσω. Αλλά τι να κάνω; Τώρα η οικογένεια μου λέει ότι δεν έκανε καλά που δεν με άφησε, αλλά πάει πέρασε ο καιρός.» λέει και σκύβει πάνω από την μηχανή της. Εργάζεται κανονικά το πρωί, πηγαίνει όμως και το απόγευμα στο μικρό της ραφείο. «Έχω περισσότερη ησυχία και βγαίνει πιο πολύ δουλειά» σημειώνει κι επιστρέφει…Με βελόνι και κλωστή η κα Χατιτζέ έμαθε να παλεύει στην ζωή της.

Μοιράσου το άρθρο: