Τα πρωινά είναι ήσυχα στον οικισμό. Ο καπνός των καμινάδων, οι αγουρο-ξυπνημένες γυναίκες που προσπαθούν κάτι να συμμαζέψουν και δύο – τρεις ποδηλάτες που φεύγουν για τη δουλειά είναι η κίνηση που καταγράφεται. Λίγο αργότερα και τα μικρά παιδιά που πάνε σχολείο.

«Εμείς εδώ ζώα είμαστε;» μας ρωτά μια μικρή. Έρχεται μόνη της προς το μέρος μας. Στέκεται μπροστά μας και για λίγο μας περιεργάζεται κοιτώντας θυμωμένα με τα καταπράσινα μάτια της. «Δεν μιλάς έεε… Ζώα είμαστε;» ρωτά ξανά. Την ρωτάω αν πηγαίνει σχολείο; Πηγαίνει, απαντά κουνώντας το κεφάλι. Όπως και τα περισσότερα παιδιά που σιγά –σιγά γεμίζουν τους λασπωμένους δρόμους της γειτονιάς. Στο σχολείο έξι ώρες, αν ακολουθήσουν το πρόγραμμα κανονικά. Τις υπόλοιπες όμως; Τι δουλειά μπορεί να γίνει ζώντας σε έναν τέτοιο οικισμό; Πού επιστρέφουν αυτά τα παιδιά;

Κάθε φορά έχω την εντύπωση ότι τα παραπήγματα αυτά είναι περισσότερα. Ίσως η γειτονιά στην Οδό Τέρμα Αδριανουπόλεως να είναι η πιο πυκνοκατοικημένη της Κομοτηνής. Παραπήγματα, παράγκες, λαμαρίνες, χαρτόκουτα  και σπίτια με τσιμεντόλιθο που ξεχωρίζουν. Ακόμη και μέσα στην γενικευμένη φτώχεια υπάρχουν κι εκείνοι που ξεχωρίζουν.

Οι γυναίκες ζουν με το φόβο μην κοπεί το επίδομα που παίρνουν. Οι άνδρες , αυτοί που δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα με εξαρτήσεις ή θέματα μικρο-εγκληματικότητας, με την ανεργία που συντροφεύει τους περισσότερους . «Υπάρχουν αυτοί που έχουν πάγκο στη λαϊκή, οι υπόλοιποι είναι άνεργοι» μας λέει ο Τζιχάντ, ο νεαρός άνδρας, πατέρας δύο παιδιών, που μπήκε μέσα στις φλόγες κι έσωσε δύο κορίτσια από το παράπηγμα που κάηκε τα μεσάνυχτα της Πέμπτης. Έχει ακόμη τα σημάδια από τις φλόγες πάνω του. «Φώναζε το καημένο το κοριτσάκι, αλλά έσκασε μια μποτίλια υγραέριο και δεν μπόρεσα να το σώσω. Κρίμα.» λέει περίλυπος. Άνεργος και ο ίδιος. Άνεργος και ο πατέρας των επτά κοριτσιών. Άνεργος ο σύζυγος της κυρίας που έσπευσε να μας καλωσορίσει «Με θυμάστε από το Νοσοκομείο;» λέει.

Όταν αρρωσταίνει κάποιος από αυτή την γειτονιά στο Νοσοκομείο τον συνοδεύουν πάντα αρκετοί, μερικές φορές και δεκάδες (χωρίς υπερβολή) , εξαρτάται από το περιστατικό, το πρόσωπο, την οικογένεια. Συνοδός κάποτε και εκείνη έστρωνε και κοιμόταν κάτω από το κρεβάτι της άρρωστης μάνας. «Σας θυμάμαι» της λέω και γελά με ικανοποίηση. «Εμάς μας θυμούνται μόνο στις εκλογές, τότε έρχονται και μας τάζουν» λέει ένας άνδρας που ακούει την κουβέντα μας, αλλά επειδή δεν έχει όρεξη για άλλα λόγια φεύγει. Φεύγοντας πετά το άδειο πακέτο με τα τσιγάρα. Τα σκουπίδια σωρό. Όσοι μένουν σε παραπήγματα έχουν τα σκουπίδια γύρω τριγύρω να τους περιβάλλουν. Οι υπόλοιποι καθημερινά προσπαθούν να καθαρίσουν. Με τις νοικοκυρές να σκουπίζουν μικρές αυλές και στενοσόκακα και να πλένουν τα πιάτα στην βρύση που χρησιμοποιούν με όλους τους άλλους της γειτονιάς.

Ένας κορμός δένδρου αποτελεί για λίγα λεπτά παγκάκι για δύο γυναίκες. Βγαίνουν με τα μωρά στην αγκαλιά. Η μια το θηλάζει. « Όταν έχει ήλιο καλά είναι, όταν βρέχει όμως γεμίζουμε λάσπες» λένε. «Ούτε σπίτια είδαμε, ούτε έργα στη γειτονιά μας. Πότε θα τα δούμε; Γέρασα κι εγώ.» σημειώνει η μια, νέα πολύ νέα ακόμη. Στην γειτονιά αυτή οι άνθρωποι μεγαλώνουν γρήγορα. Πολύ γρήγορα. «Καταραμένος τόπος. Αν σε δουν να κατεβαίνεις το δρόμο και να έρχεσαι από εδώ αμέσως λένε: «Βρωμόγυφτος!» » λέει με παράπονο ένας ρακοσυλλέκτης. Αρκετοί από την γειτονιά ψάχνουν στους κάδους της πόλης. «Εμείς θέλουμε να ζήσουμε σαν άνθρωποι» λέει ξανά και συνεχίζει να σκουντά το φορτίο με τα «λάφυρα» της ημέρας πάνω του «Βγήκε το μεροκάματο;» τον ρωτάω «Δόξα το Θεό» λέει κι απομακρύνεται. Τα περισσότερα «Δόξα το Θεό» τα έχω ακούσει μιλώντας με ανθρώπους αυτής της γειτονιάς σκέφτομαι φεύγοντας. Η μικρή με τα πράσινα μάτια σίγουρα από κάπου θα κοιτά έχοντας το ίδιο ερώτημα και το ίδιο θυμωμένο βλέμμα.
Φώτο: Στιγμιότυπα από την γειτονιά στην Οδό Τέρμα Αδριανουπόλεως ρεπορτάζ-κείμενο-φωτογραφίες: Μαρία Νικολάου

Μοιράσου το άρθρο: