Οι σχέσεις Κράτους –Εκκλησίας και η θρησκευτική ισότητα στην χώρα μας υπό το πρίσμα της θρησκευτικής ελευθερίας βρέθηκαν στο επίκεντρο της ομιλίας του βουλευτή Ροδόπης του Κινήματος Αλλαγής, Αχμέτ Ιλχάν, κατά την συζήτηση των αναθεωρητέων άρθρων του Συντάγματος που εισέρχονται στην τελική φάση της διαμόρφωσής τους ενόψει της ψήφισης τους από την Βουλή.

Ο κ. Ιλχάν Αχμέτ στην διάρκεια της ομιλίας του επανέφερε την πρόταση της Κ.Ο. του Κινήματος Αλλαγής για την συμπερίληψηερμηνευτικής δήλωσης στο υπό αναθεώρηση άρθρο 3 του Συντάγματος που ρητά θα λέει πως «Η αναφορά στην επικρατούσα θρησκεία δεν θέτει σε αμφιβολία τον διακριτό ρόλο Κράτους και Εκκλησίας και δεν αντιτίθεται στο άρθρο 13 παρ.1».

Με την παρέμβαση του ο βουλευτής Ροδόπης στην συζήτηση της Συνταγματικής Αναθεώρησης επιχείρησε να κάνει την ανατομία της συνταγματικής επιταγής όλων των ελληνικών συνταγμάτων μετά το 1975 περί θρησκευτικής ελευθερίας και παράλληλα να την αντιπαραβάλει με την ανάγκη έμπρακτης κατοχύρωσης της θρησκευτικής ισότητας για τους πιστούς όλων των γνωστών θρησκειών στην χώρα μας.
Παράλληλα, ο Ιλχάν Αχμέτ, αναφέρθηκε σε προβλήματα στον τομέα της κατοχύρωσης της θρησκευτικής αυτονομίας στο εσωτερικό της Μειονότητας της Θράκης μετά τα γνωστά Προεδρικά Διατάγματα Γαβρόγλου με τα οποία επιχειρήθηκε ευθεία παρέμβαση στο αυτοδιοίκητο των Μουφτειών της Θράκης, δίνοντας την αίσθηση προσπάθειας κρατικοποίησης τους με το πρόσχημα του εκσυγχρονισμού των δομών τους.
«Η διατήρηση άλλωστε της θρησκευτικής αυτονομίας στο πλαίσιο πάντα της νομιμότητας, η προστασία της γλώσσας καθώς και η προαγωγή ενός προηγμένου, δημοκρατικού και απελευθερωμένου από εθνικές προκαταλήψεις εκπαιδευτικού συστήματος για την Μειονότητα αποτελούν μείζονα ζητήματα, συνδεδεμένα άμεσα με την προστασία των δικαιωμάτων της, αλλά και με την ίδια την φύση της και την ύπαρξη της», τόνισε ο ίδιος.
Ο βουλευτής Ροδόπης έκλεισε την ομιλία επισημαίνοντας ότι, «σε ένα κράτος δικαίου πρέπει όλοι οι πολίτες να αισθάνονται απολύτως ισότιμοι μεταξύ τους και, εάν κάποιοι δεν το αισθάνονται αυτό, είναι καθήκον και υποχρέωση της Πολιτείας να εγκύψει στα προβλήματά τους.Ιδίως όταν αφορούν την εφαρμογή των ατομικών δικαιωμάτων και μάλιστα τη θρησκευτική ελευθερία».

Παρατίθενται αυτούσια η ομιλία του βουλευτή Ροδόπης

ΟΜΙΛΙΑ ΙΛΧΑΝ ΑΧΜΕΤ /ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ

Ευχαριστώ κ. Πρόεδρε,

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Τα ελληνικά συντάγματα, μέχρι και το Σύνταγμα του 1952 παρείχαν ένα ανεπαρκές επίπεδο συνταγματικής προστασίας στη θρησκευτική ελευθερία, λόγω και της ιδιαίτερης σχέσης του ελληνικού κράτους με την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία, την οποία αναγνώρισε και ως «επικρατούσα» ήδη από τα συντάγματα της εθνεγερσίας.

Η εξέλιξη από την απλή θρησκευτική ανοχή του Κράτους, στη πλήρη προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας, υπήρξε βραδεία.

Καθοριστική αναδείχθηκε σε αυτό το επίπεδο η αναθεώρηση του 1975, η οποία «φιλελευθεροποίησε» τα σχετικά με τη θρησκευτική ελευθερία ζητήματα.

Σε αυτό συνετέλεσε κυρίως, η παραδοχή κατά την τότε προπαρασκευαστική διαδικασία, της διαφορετικής φύσεως της ρύθμισης των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας και της προστασίας της θρησκευτικής ελευθερίας, με την κρίσιμη κανονιστική διάταξη του άρθρου 13 του Συντάγματος.

Θέλω σε αυτό το σημείο να εξάρω την συμβολή του Ανδρέα Λοβέρδου ο οποίος εφαρμόζοντας το άρθρο 13§1 ως Υπουργός Παιδείας εισηγήθηκε στην Βουλή το Ν. 4301/2014, με τον οποίο οργανώθηκαν οι θρησκευτικές κοινότητες στην Ελλάδα και προστατεύτηκε η άσκηση λατρείας όλων των γνωστών θρησκειών στην Ελλάδα. Έτσι προστατεύεται η θρησκευτική ελευθερία στη νομοθεσία και στην πράξη και όχι με στερεότυπα.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Η επικράτηση της θρησκευτικής ισότητας, και η πλήρης προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας, επέτρεψαν την πολυπολιτισμικότητα των κρατών, η οποία μεταφράζεται και ως η συνύπαρξη και συμβίωση, ένθεων διαφορετικών δογμάτων, μαζί με άθεους και άθρησκους.

Ωστόσο, η ύπαρξη ενός μεγάλου αριθμού ετερόδοξων πολιτών στο εσωτερικό της ευρωπαϊκής ηπείρου και στην χώρα μας, καθιστά την ανάγκη προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας ακόμα επιτακτικότερη.

Γιατί όποιος κατέχει την ευθύνη ως προς τη θέσπιση, ενδέχεται να κατέχει και την ευθύνη ως προς την «έκπτωση» και την περιστολή.

Ιδίως στη περίπτωση σύγκρουσης της εθνικής ομοιογένειας, ως θρησκευτικής ομοιογένειας, και της θρησκευτικής πολυφωνίας, ως κατίσχυση της θρησκευτικής ελευθερίας.

Κυρίες και Κύριοι Συνάδελφοι,

Το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα κατοχυρώνει το δικαίωμα των μειονοτήτων να υπερασπίζονται την ιδιαίτερη ταυτότητά τους, τα μοναδικά χαρακτηριστικά που τις διακρίνουν από τα υπόλοιπα μέλη της ανθρώπινης οικογένειας.

Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για την πρώτη ειλικρινή προσπάθεια στην ιστορία του διεθνούς δικαίου να εξασφαλίσει ένα οικουμενικό δικαίωμα.

Σε σχέση με την προστασία της θρησκευτικής ετερότητας στην Ελλάδα, η χώρα μας , αν και έχει αποδεχθεί ήδη από τα μέσα του 1980 το δικαίωμα της ατομικής προσφυγής στο δικαστήριο του Στρασβούργου, εξακολουθεί σε αρκετές περιπτώσεις να αρνείται τη διαφορετικότητα στη θρησκεία, κάτι το οποίο έχει διαπιστώσει πολλάκις το ΕΔΔΑ. (Ευρ. Δικαστ. Δικαιωμ. Ανθρώπου)

Η ιδιαίτερα στενή σχέση του ελληνικού κράτους με την ορθόδοξη εκκλησία, αλλά και η έντονη μεταναστευτική ροή των τελευταίων ετών, επιδρούν καταλυτικά στη διαμόρφωση αυτού του αρνητικού αποτελέσματος.

Το δικαίωμα των θρησκευτικών ενώσεων στην αυτόνομη λειτουργία και η συνεπακόλουθη υποχρέωση αποχής της χώρας μας από επεμβάσεις στην εσωτερική τους οργάνωση απασχόλησε το ΕΔΔΑ σε πολλές υποθέσεις, όπως και αυτήτου θρησκευτικού αυτοδιοίκητου της Μουσουλμανικής Μειονότητας στην Θράκη ( στην υπόθεση ΙμπραχημΣερηφ κατά ΕΛΛΑΔΟΣ )

Σε αυτό το σημείο το Δικαστήριο διατύπωσε ενδιαφέρουσα νομολογία σχετικά με τις ίδιες τις κοινότητες ως σύνολα και φορείς δικαιωμάτων, άξιων αυτοτελούς προστασίας απέναντι στον κρατικό παρεμβατισμό.

Αναφέρομαι συγκεκριμένα σε δύο Προεδρικά Διατάγματα του πρώην Υπουργού Παιδείας κ. Γαβρόγλου τα οποία καταστρατήγησαν την αξία της αυτοτελούς προστασίας απέναντι στον κρατικό παρεμβατισμό σε ό,τι αφορά το μοντέλο διοίκησης των Μουφτειών της Θράκης με πρόσχημα τον εκσυγχρονισμό τους, δημιουργώντας την αίσθηση μιας ευθείας παρέμβασης του κράτους στις λειτουργίες μιας γνωστής και αναγνωρισμένης θρησκείας στην χώρα μας.

Άλλωστε, ως προς τη φύση του δικαιώματος, η θρησκευτική ελευθερία, συναντάται άλλοτε ως «αποθετική κατάσταση», δηλαδή ως αξίωση αποχής του κράτους, το οποίο υποχρεούται να μην παρακωλύει ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο παρεμποδίζει την άσκηση του δικαιώματος,

και άλλοτε ως «θετική κατάσταση», η οποία θεμελιώνει αξίωση προς παροχή του κράτους, το οποίο υποχρεούται να διευκολύνει την ακώλυτη και αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος.

Γενικά, η πολιτεία έχει σοβαρή ευθύνη στο να διαχειριστεί υπεύθυνα και δίκαια την έννοια της διαφοράς, την έννοια του άλλου, εκείνου που δεν είναι ίδιος με εμάς.

Εκεί ακριβώς είναι που έχει αξία να επέμβει το δίκαιο προκειμένου να προστατεύσει επαρκώς την πιο αδύναμη πλευρά.

Η διατήρηση άλλωστε της θρησκευτικής αυτονομίας στο πλαίσιο πάντα της νομιμότητας, η προστασία της γλώσσας καθώς και η προαγωγή ενός προηγμένου, δημοκρατικού και απελευθερωμένου από εθνικές προκαταλήψεις εκπαιδευτικού συστήματος για την Μειονότητα αποτελούν μείζονα ζητήματα, συνδεδεμένα άμεσα με την προστασία των δικαιωμάτων της, αλλά και με την ίδια την φύση της και την ύπαρξη της.

Αν θέλουμε πραγματικά να ενισχύσουμε τη συνταγματική κατοχύρωση της θρησκευτικής ελευθερίας,

προτείνουμε μια προσθήκη ερμηνευτικής δήλωσης στο άρθρο 3 που ρητά θα λέει πως «Η αναφορά στην επικρατούσα θρησκεία δεν θέτει σε αμφιβολία τον διακριτό ρόλο Κράτους και Εκκλησίας και δεν αντιτίθεται στο άρθρο 13 παρ.1», που θα έλυνε πραγματικά το πρόβλημα.
Και αυτή είναι η πρόταση μας.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Είναι απαραίτητο να γίνει σαφές με κάθε τρόπο πως στη χώρα μας η θρησκευτική ελευθερία είναι συνταγματικώς κατοχυρωμένη.

Εξάλλου η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών, τις οποίες η Ελλάδα έχει κυρώσει και καταστήσει εσωτερικό της δίκαιο, με υπερνομοθετική μάλιστα ισχύ, δεν αφήνουν περιθώρια για άλλες παρερμηνείες.

Όμως, μέσα από την συνταγματικώς κατοχυρωμένη θρησκευτική ελευθερία προκύπτει και το δικαίωμα της θρησκευτικής ισότητας, της ίσης δηλαδή μεταχείρισης ανεξαρτήτως θρησκευτικών πεποιθήσεων, δικαίωμα το οποίο άλλωστε απορρέει και από την αρχή της ισότητας, με την οποία και διασταυρώνεται.

Για να ισχύουν όμως όλα τα αυτά η θρησκευτική ελευθερία πρέπει να εξειδικεύεται στην πράξη.

Απαιτείται σειρά νόμων και κανονιστικών διατάξεων, που καλούνται να υλοποιήσουν τα όργανα της Πολιτείας και η κυβερνητική μηχανή.

Και στον τομέα αυτό υπάρχουν ακόμη προβλήματα που δεν πρέπει να υποβαθμιστούν ή να δικαιολογηθούν επιφανειακά.

Σε ένα κράτος δικαίου πρέπει όλοι οι πολίτες να αισθάνονται απολύτως ισότιμοι μεταξύ τους και, εάν κάποιοι δεν το αισθάνονται αυτό, είναι καθήκον και υποχρέωση της Πολιτείας να εγκύψει στα προβλήματά τους.

Ιδίως όταν αφορούν την εφαρμογή των ατομικών δικαιωμάτων και μάλιστα τη θρησκευτική ελευθερία.

Μοιράσου το άρθρο: