Μια συγκινητική αναφορά στα 50 χρόνια έργα και όνειρα στο ΑΠΘ κάνει ο Ξανθιώτης συγγραφέας – φιλόλογος Θανάσης Μουσόπουλος αναφερόμενος στον Νίκο Ματσούκα. «Πολλές φορές», όπως λέει, «έτσι ξαφνικά, «τα πάντα οιακίζει κεραυνός», φέρνεις στο μυαλό σου κάποιον που έφυγε ή που είναι μακριά. Δεν είναι απαραίτητο να είναι επέτειος – γενεθλίων ή θανάτου – για να μιλήσεις για κάποιον.»

Αναλυτικότερα, γράφει ο ακούραστος Ξανθιώτης δημιουργός:
» Έτσι, κάπως ξαφνικά μου ήρθε ο Νίκος Ματσούκας. Για την ακρίβεια, έβλεπα και φυλλομετρούσα ένα βιβλίο του που μου είχε χαρίσει το 2003, «Μισού αιώνα έργα και όνειρα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης», κράτησα κάποιες σημειώσεις σε ένα χαρτάκι. Τίποτε περισσότερο. Ώσπου πριν από λίγες μέρες, έχοντας βάλει 6 στο SMS και στέλνοντάς το στο 13033 βρέθηκα στην περιοχή, που λέγαμε εμείς οι παλιοξανθιώτες, του Πανοράματος, στο τρίτο Λύκειο θυμήθηκα την οδό Νίκου Ματσούκα που βαφτίστηκε μετά από μια ωραία εκδήλωση για τον Νίκο και το έργο του που οργάνωσε το λύκειο αυτό, παραμονές Χριστουγέννων του 2018. Είχα τη χαρά και τιμή να μιλήσω κι εγώ για τον Ξανθιώτη πνευματικό άνθρωπο. Μιλώντας στους νέους και νέες του σχολείου τόνισα δύο πράγματα. Το πρώτο:

«Θέλω να πω τι θαύμαζα στον Νίκο – το πρώτο και σημαντικότερο: δεν έκρυβε τις ρίζες του και τη φτωχική καταγωγή του. Δεν μεγαλοπιάστηκε που λέμε. Και δεν χάιδευε αφτιά. Σημαντικό που πολύ νωρίς απέβαλε την καθαρεύουσα και έγραφε στη στρωτή δημοτική, καινοτομώντας νομίζω και στον επιστημονικό χώρο του».

Το δεύτερο που τόνισα ήταν ότι «δεν χάριζε καρύδια». Να ένα ποίημά του ως απόδειξη:

ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / Στη σφαγή και στο αίμα κυλιέται ο μισός κόσμος / κι ο άλλος μισός ενημερώνεται κάθε ημέρα. / από εφημερίδες, ραδιόφωνα και τηλεοράσεις. / Και δε νοιάζεται μη τυχόν κι αλλάξουν οι όροι: / αυτός να σφάζεται κι οι άλλοι να ενημερώνονται.

Αυτή η γνησιότητα και ειλικρίνεια διακρίνει όλη τη ζωή και το έργο του Νίκου Ματσούκα. Ένα μικρό εργοβιογραφικό σημείωμα, για να τον γνωρίσουν οι νεότεροι, ακολουθεί:

Ο Νίκος Ματσούκας γεννήθηκε στην Ξάνθη το 1934. Σπούδασε θεολογία και φιλοσοφία στα Πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης και Χαϊδελβέργης. Επί 42 χρόνια υπηρέτησε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, κατά το μεγαλύτερο χρονικό διάστημα ως καθηγητής της Δογματικής και της Ιστορίας της Φιλοσοφίας στη Θεολογική Σχολή του ίδιου Πανεπιστημίου. Έγραψε εκτενή έργα, μονογραφίες και άρθρα θεολογικού και φιλοσοφικού περιεχομένου. Βιβλία και μελέτες του μεταφράζονται σε ξένες γλώσσες. Ασχολείται με τη λογοτεχνία, κυρίως με την παραδοσιακή, και κατά καιρούς υπήρξε συνεργάτης των περιοδικών «Διαγώνιος» και «Θρακικά Χρονικά». Λαμπρή επιτυχία είχαν τα πεζογραφήματά του: «Γλυκόπικρες ρίζες», «Ζηλωτικά πόλεως Θεσσαλονίκης (1342-1349)», «Ευρώπη ωδίνουσα» και «Ο θαμπός καθρέφτης» (πεζά – ποιήματα). Μετέφρασε στην ελληνική γλώσσα Κάφκα, Έσσε, Πασκάλ, Μπερδιάγιεφ, Ευδοκίμοφ, Ράιχ και Στανιλοάε.

*

Το βιβλίο «Μισού αιώνα έργα και όνειρα στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης», εκδ. Π. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη, σελ. 486, είναι αφιερωμένο «στους μαθητές μου» γράφει ο συγγραφέας. Και στην αφιέρωση αυτή θα μου επιτρέψετε να βάλω και τον εαυτό μου, αφού πολλά μου πρόσφερε εν ζωή και μου προσφέρει με το έργο του και μετά θάνατον.

Διαβάζουμε εξομολογητικά στο Προλόγισμα του βιβλίου:

«Διαχρονικά και συγχρονικά έχει γίνει συρμός, από ανάγκη ή από ματαιοδοξία, να γράφονται «Απομνημονεύματα». Δεν θέλησα να δώσω αυτό τον τίτλο στο έργο μου, φοβούμενος μην πει κανείς ότι ζήλεψα την δόξα του Ουίνστον Τσόρτσιλ ή της Μπριζίτ Μαρντό. Άλλος είναι ο δικός μου ο καημός. Από μικρό παιδί φοβόμουνα μπροστά στο φάσμα κάθε χαμού, κι ήταν ασταμάτητος ο αγώνας που έκανα εναντίον του όποιου αφανισμού. Τίποτα να μη χάνεται. Θυμάμαι πώς, όσες φορές έβλεπα ανοιχτή βρύση να τρέχει, έτρεχα και την έκλεινα αμέσως, γιατί φοβόμουνα μην τελειώσει το νερό. Αργότερα κατάλαβα πολύ καλά ότι εκείνος ο παιδικός φόβος δεν ήταν διόλου αβάσιμος».

Το βιβλίο αποτελείται από 22 κεφάλαια, που παρακολουθούν τη ζωή και το έργο του Νίκου Ματσούκα, αρχίζοντας από τη γενέτειρα Ξάνθη με την οποία διατηρούσε στενούς δεσμούς ως το τέλος της ζωής του και διατρέχοντας τα χρόνια τα φοιτητικά, την περίοδο των μεταπτυχιακών σπουδών, την εξέλιξή του στη Θεολογική του Αριστοτελείου, τα Αξιώματα, τα δημιουργήματά του, τα θέματα υγείας που τον συνόδευαν σε όλη του τη ζωή, τα όνειρά του για τη Θεολογική, τις δημόσιες σχέσεις τις οποίες απέφευγε – ήταν «μοναχικός άνθρωπος». Ακόμη μιλά για «καλούς» και «κακούς» καθηγητές, για «καλές» και «κακές» στιγμές.

Πραγματικά θα ήμουν ευτυχής αν όλη η πανεπιστημιακή κοινότητα προβληματιζόταν με όσα γράφει στο βιβλίο του για το Πανεπιστήμιο και την Παιδεία ενγένει ο Νίκος Ματσούκας.

*

Σκέφτηκα ότι μια φράση του Martin Luther King “I have a dream” (= έχω ένα όνειρο) ήταν κάτι που κυνηγούσε σε όλη του τη ζωή ο Νίκος Ματσούκας.

Κλείνοντας, αφού ευχαριστήσω τον φίλο Νίκο που με αναφέρει πολύ τιμητικά στο έργο του μαζί με τον Στέφανο Ιωαννίδη και το Νίκο Γεραγά, θα δώσω το λόγο στον ίδιο τον συγγραφέα στο έργο του Γλυκόπικρες ρίζες (Μυθιστορηματική αυτοβιογραφία, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1991, σ. 79-80), για να τον φέρω εδώ κοντά μας στην Ξάνθη:

«Είχε μπει, θαρρώ, ένας γκρίζος και παγερός Νοέμβρης× χιόνιζε κρυσταλλωμένο χιόνι. Μια βραδιά από δίπλα ακούσαμε ένα μονότονο τραγούδι με αργή και συρτή φωνή. Έπειτα ακούστηκαν ρυθμικοί χτύποι, σαν κάποιος να χτυπούσε με το χέρι ένα πιάτο ή ένα ταψί. Κι έπειτα ρυθμικά βήματα χορού. Τραγούδι, χτύποι και χορός μια άρχιζαν και μια σταματούσαν. Κι αυτό κράτησε ως τα βαθιά μεσάνυχτα. Ο ένας κοίταζε τον άλλο με ζωηρά απορημένα μάτια. Αλλά πρωί πρωί η χοντρούλα γειτόνισσα, που μας είχε ανακοινώσει τον πόλεμο των Γερμανών, μπήκε στην κουζίνα μας σαν αέρας. Μας είπε πνιχτά πως η Αννούλα πέθανε βαθιά χαράματα, κι οι δικοί της πριν πεθάνει τραγούδησαν και χόρεψαν, όπως το ’θελε η ίδια. Μετά είπε το ‘Θεός σχωρέστην’, κι έκανε ελαφρά δακρυσμένη το σταυρό της, λιγάκι ωστόσο χαμογελώντας θλιμμένα, και πρόσθεσε πως ο άνθρωπος δεν είναι τίποτα. Κανένας δεν έλεγε κουβέντα. Το δικό μου το μυαλό σφηνώθηκε στο τραγούδι και στο χορό της περασμένης νύχτας. Δεν μπορούσα να δώσω μια εξήγηση. Εντούτοις ήμουνα πάντοτε έτοιμος να δεχτώ πως στο θάνατο συμβαίνουν ολότελα περίεργα πράγματα. (Αργότερα τι μπορούσαν να μου πουν οι κατοπινές σοφίες που διάβαζα για το μοιρολόγι;)».

Καταλήγοντας με τον χαιρετισμό: «Φίλε Νίκο, σε έχουμε κοντά στα βήματά μας και στην καρδιά μας…»

Μοιράσου το άρθρο: