Διακομματικά αποδεκτή η πρόταση για την ενίσχυση του κοινοβουλευτικού ελέγχου που στήριξε ο Ευριπίδης Στυλιανίδης. Από το βήμα της αναθεωρητικής βουλής παρενέβη ο βουλευτής της Ροδόπης, ΕυριπίδηςΣτυλιανίδηςυποστηρίζονταςμε νομική θεμελίωση και ισχυρή πολιτική επιχειρηματολογία την πρόταση της ΝΔ να μπορεί τόσο η μείζονα όσο και η ελάσσονα αντιπολίτευση με πρόταση 10 βουλευτών και την ψήφισή των 2/5 της βουλής να συστήνουν εξεταστική των πραγμάτων επιτροπή δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για πραγματικά λειτουργούσα, πολυφωνική και ισχυρή νομοθετική εξουσία.

Αναλυτικότερα ο Πρόεδρος της Αναθεωρητικής Επιτροπής τόνισε στην ομιλία του:
Άρθρο 37 παρ. 2, 38 παρ.1,2, 84 παρ.2, 68 παρ.2
Το πολιτικό μας σύστημα βασίζεται στη Δημοκρατική Αρχή των Ελέγχων και των ισορροπιών. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία, απόλυτη ή σχετική που γεννά κυβερνητικές συνεργασίες, ο ρυθμιστικός ρόλος του Προέδρου της Δημοκρατίας, η Αρχή της Διάκρισης των Εξουσιών, τα εργαλεία κοινοβουλευτικού ελέγχου, η δημοκρατία των κομμάτων του άρθρου 29 αλλά και η δημοκρατία μέσα στα κόμματα, είναι μερικά μόνο εργαλεία που χρησιμοποιεί το Πολίτευμά μας για να αποτρέπει από τη μία την υπερσυγκέντρωση εξουσίας σε ένα κέντρο, χωρίς όμως από την άλλη να αφήνει θεσμικό κενό που θα μπορούσε να δημιουργήσει ακυβερνησία, αστάθεια η δυσλειτουργία του πολιτεύματος.

Άρθρο 37 παρ. 2 (Πρωθυπουργός Κοινοβουλευτικός)
Το σύνταγμά μας μετά το 1986 ρύθμισε εξαντλητικά και θεωρώ επιτυχημένα τη διαδικασία διορισμού κοινοβουλευτικού Πρωθυπουργού στο άρθρο 37 παρ. 2, χωρίς όμως να εγκλωβίζεται στο δογματισμό και τη δυσκαμψία του αποκλεισμού μίας μη κοινοβουλευτικής προσωπικότητος.
Η επιτυχία αυτής της ρύθμισης αποδεικνύεται από την ίδια τη μεταπολιτευτική ιστορία, μία που αναδείχθηκαν μόνο δύο μη κοινοβουλευτικοί Πρωθυπουργοί (εξαιρώντας τους υπηρεσιακούς), ο Ξενοφών Ζολώτας το 1989 και ο Λουκάς Παπαδήμος το 2011. Και οι δύο προσωπικότητες ευρείας αποδοχής, που όχι μόνο δεν δημιούργησαν πρόβλημα, αλλά συνετέλεσαν και στην εκτόνωση ταραγμένων πολιτικά περιόδων.
Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ επιδιώκει τον αποκλεισμό μη κοινοβουλευτικού πρωθυπουργού, ωθώντας το σύστημα σε μία συνταγματική δυσκαμψία, χωρίς λόγο και λέω χωρίς λόγο, διότι ούτως ή άλλως το υφιστάμενο σύστημα επέτυχε κυρίαρχα την ανάδειξη κοινοβουλευτικών πρωθυπουργών, χωρίς να παραιτείται από την άλλη δυνατότητα που αποδείχθηκε ιστορικά χρήσιμη.
Άλλωστε δεν πρέπει να παραβλέπουμε ότι ο Πρωθυπουργός ούτως ή άλλως δεν εκλέγεται άμεσα, αλλά νομιμοποιείται δημοκρατικά έμμεσα από τη δεδηλωμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία του κόμματος ή της κυβέρνησης του με την ψήφο εμπιστοσύνης. Η μόνη κοινοβουλευτική δημοκρατία που κατοχυρώνει υποχρεωτικά οι υπουργοί και ο πρωθυπουργός να διαθέτουν βουλευτική ιδιότητα, είναι η Ινδία στο άρθρο 75 του Συντάγματος της, όπου τους δίδεται έξι μήνες προθεσμία για να αποκτήσουν τη βουλευτική ιδιότητα. Ακόμα και στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου αποτελεί συνθήκη του πολιτεύματος η υποχρέωση του Πρωθυπουργού και των Υπουργών να είναι Βουλευτές, χρειάστηκε το 1963 ο SirAlecDouglas-Ηome να γίνει για δύο εβδομάδες Πρωθυπουργός χωρίς τη Βουλευτική ιδιότητα.
Τον απόλυτο τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει η αντιπολίτευση το θέμα τον κλονίζει και η ίδια η ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ, που είχε στα πρώτα του βήματα υποψήφιο πρωθυπουργό τον κ. Αλέξη Τσίπρα για μεγάλο διάστημα ως μη κοινοβουλευτικό αρχηγό του κόμματος.
Την ανάγκη παρά το πρόταγμα των κοινοβουλευτικών Πρωθυπουργών να υπάρχει εναλλακτική δυνατότητα την επιβεβαιώνουν και τα παραδείγματα του Μάριο Μόντι (2011) και του ΜατέοΡέντσι (2014) στην Ιταλία και Πέτρο Σάντσες (2018) στην Ισπανία .
Άρθρο 38 παρ. 2
Η πρόταση του συναδέλφου Δημητρίου Κρεμαστινού που υποστηρίζει το ΚΙΝΑΛ, πηγάζει από την επώδυνη προσωπική του εμπειρία ως γιατρού κατά την ανάγκη προσωρινής αναπλήρωσης του Πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου, τον οποίο για λόγους υγείας είχαν αναπληρώσει σύμφωνα με το νόμο 1558 /1985 στην κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του το 1988 οι Ιωάννης Χαραλαμπόπουλος και Αγαμέμνων Κουτσόγιωργας ως αντιπρόεδροι και το 1995 ο Άκης Τσοχατζόπουλος ως πρώτος τη τάξει Υπουργός.
Η πρόταση προβλέπει ο ίδιος ο Πρωθυπουργός στην αρχή της θητείας του να ορίζει το πρόσωπο που τον αντικαθιστά σε περίπτωση αδυναμίας άσκησης των καθηκόντων του για λόγους υγείας.
Αντίστοιχη πρόβλεψη εντοπίζεται στο Σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής Αρθρο 2, section 1, section 3, (1967) και section 4 (1967), όπου ο Πρόεδρος αναπληρώνεται από τον Αντιπρόεδρο του, όταν αδυνατεί να ασκήσει τα καθήκοντά του, κάτι που διαπιστώνει το Κογκρέσσο με πλειοψηφία 2/3.
Σε αυτήν την ανάλογη και λογική όμως περίπτωση ο Αντιπρόεδρος έχει νομιμοποιηθεί δημοκρατικά μαζί με τον πρόεδρο ευθέως από το λαό .
Αντίθετα στην πρόταση ΚΙΝΑΛ η απόφαση ορισμού είναι του Πρωθυπουργού χωρίς δημοκρατική νομιμοποίηση, κάτι που ενισχύει αντί να περιορίζει τον αρχηγικό χαρακτήρα των κομμάτων.
Η υφιστάμενη διάταξη αναθέτει την αρμοδιότητα οριστικής αντικατάστασης στην κοινοβουλευτική ομάδα, όπου ανήκει ο απερχόμενος Πρωθυπουργός.
Η προσωρινή αναπλήρωση ρυθμίζεται από το άρθρο 81 παρ. 5 του συντάγματος «ο Πρωθυπουργός αν δεν υπάρχει Αντιπρόεδρος, ορίζει έναν από τους Υπουργούς προσωρινό αναπληρωτή του, όταν παρουσιάζεται ανάγκη» τις επιμέρους διαδικασίες ορίζει ο νόμος 4622/2019 στο άρθρο 17.
Το πιο σημαντικό ζήτημα είναι ποιο όργανο διαπιστώνει αν η αδυναμία του Πρωθυπουργού για λόγους υγείας είναι προσωρινή ή οριστική, όταν ο ίδιος είναι ανίκανος ή απρόθυμος να το δηλώσει. Εδώ μετά την αναθεώρηση του 2001 αναδεικνύεται ο Κυρίαρχος ρόλος της Βουλής διά της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των μελών της.
Το υφιστάμενο σύστημα επομένως προστατεύει την έμμεση δημοκρατική νομιμοποίηση της επιλογής και κρατάει αποστάσεις από το αρχηγικό μοντέλο σε μία του διάσταση.

Άρθρο 84 παρ. 2 και 38 παρ. 1 (Εποικοδομητική Πρόταση Δυσπιστίας)
Στα άρθρα 84 παρ. 2 και 38 παρ. 1 ο ΣΥΡΙΖΑ προτείνοντας την εποικοδομητική πρόταση δυσπιστίας, υποχρεώνει τη Βουλή κάθε φορά να υποβάλλει παράλληλα και πρόταση για διορισμό νέου πρωθυπουργού στη θέση αυτού που μέμφεται.
Με τον τρόπο αυτό η πρόταση δυσπιστίας από ισχυρό εργαλείο δημόσιου και αυστηρού κοινοβουλευτικού ελέγχου, αποδυναμώνεται και λειτουργεί μάλλον ισχυροποιητικά για την εκάστοτε κυβέρνηση, συμβάλλοντας στην απομάκρυνση των πρόωρων εκλογών.
Στη μεταπολίτευση υποβλήθηκαν 11 πρότασεις δυσπιστίας και καταψηφίστηκαν όλες. Αυτό έδωσε όμως την ευκαιρία για δημόσια κριτική και γόνιμη αντιπαράθεση. Τώρα το εργαλείο αυτό αποδυναμώνεται, διότι η προσθήκη πρότασης νέου πρωθυπουργού το δυσκολεύει.
Επίσης αποτελεί έμμεση απόπειρα περαιτέρω περιορισμού των ρυθμιστικών αρμοδιοτήτων του Προέδρου της Δημοκρατίας, διότι συμπαρασύρει σε κατάργηση τη διαδικασία διερευνητικών εντολών υπέρ του κοινοβουλίου (άρθρο 37 παρ. 2,3 και 4). Αυτό κλονίζει περισσότερο την Αρχή των Ελέγχων και Ισορροπιών της Δημοκρατίας μας ενισχύοντας το Πρωθυπουργόκεντρικό μοντέλο.
Δεν είναι τυχαίο ότι η εποικοδομητική πρόταση δυσπιστίας που την καθιέρωσε η Γερμανία κατά το πόλεμο στο άρθρο 67 του GG (1949) υπό το φόβο της αστάθειας που ανέδειξε στο παρελθόν το Χίτλερ σε πρωταγωνιστή και την υιοθέτησαν στη συνέχεια μόνο Κράτη μετά από μακρά περίοδο αστάθειας όπως:
• η Ισπανία του 1978 στο άρθρο 113
• η Σλοβενία του 1991 στο άρθρο 116
• το Βέλγιο το 1994 στο άρθρο 46 και 96
• η Πολωνία του 97 στο άρθρο 158
• το Ισραήλ το 2001 στο άρθρο 28
• Η Ουγγαρία το 2011 στο άρθρο 21
• και η Αλβανία το 2012 στο άρθρο 105
Πιθανότατα η κυβερνητική πλειοψηφία της πρωτείνουσας Βουλής να είχε στο μυαλό της όταν εισηγούνταν αυτή την αλλαγή τον κίνδυνο από τις επιπτώσεις της απλής αναλογικής που η ίδια ψήφισε.
Η Νέα Δημοκρατία πιστεύει ότι δεν χρειάζονται τέτοιου είδους πειραματικές αλλαγές στο Σύνταγμα μας. Όταν μία κυβέρνηση νιώθει ότι έχασε την δεδηλωμένη τότε την καλύτερη λύση μπορεί να τη δώσει μόνο ο λαός.

Άρθρο 68παρ. 2 (Εποικοδομητική Σύσταση Εξεταστικών Επιτροπών)

Προς την αντίθετη ακριβώς κατεύθυνση κινείται η καινοτόμος πρόταση της Νέας Δημοκρατίας για Εποικοδομητική Σύσταση Εξεταστικών Επιτροπών.
Ενισχύει τη Δημοκρατική λογοδοσία.
Δίνει υπόσταση και περιεχόμενο στην αντιπολίτευση ελάσσων και μείζονα.
Αναβαθμίζει τον κοινοβουλευτισμό.
Οπλίζει τον κοινοβουλευτικό έλεγχο με ένα ισχυρότατο εργαλείο προστατεύοντας τη διαφάνεια, στην αποκατάσταση της αξιοπιστίας του πολιτικού συστήματος και την καλύτερη λειτουργία της Αρχής των Ελέγχων και Ισορροπιών.
Η εξεταστική επιτροπή παύει να θεωρείται μέσο δικαστικοποίησης της πολιτικής αντιπαράθεσης και μετεξελίσσεται σε πολύτιμο εργαλείο αυστηρού κοινοβουλευτικού ελέγχου στα χέρια όχι μόνο της Κυβέρνησης αλλά και της αντιπολίτευσης.
Μπορεί να προταθεί από 15 τουλάχιστον βουλευτές αντί για 60 άρα και από την Ελάσσονα Αντιπολίτευση και να ψηφιστεί από τα 2/5 του συνόλου δηλαδή 120 βουλευτές, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για πραγματικά λειτουργούσα, πολυφωνική και ισχυρή νομοθετική εξουσία.
Η πρότασή μας αυτή που έχει ιστορική ρίζα στο άρθρο 55 του Συντάγματος του 1927 λειτουργεί ήδη με επιτυχία σε πολλά δημοκρατικά Κράτη όπως η Γερμανία στο άρθρο 44 GG.
Επίσης εφαρμογή αντίστοιχη βρίσκει και στο Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο στο άρθρο 226 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου το 1/4 των μελών αρκεί για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής.
Η υιοθέτηση από την Αναθεωρητική Βουλή της πρότασης αυτής της Νέας Δημοκρατίας είναι ο μονόδρομος επιστροφής στην αξιοπιστία του κοινοβουλευτισμού και την αποτελεσματικότητα της δημοκρατίας μας.

Μοιράσου το άρθρο: