Στην απεικόνιση της βίας ο Leone χρησιμοποίησε τα χαρακτηριστικά μεγάλης διάρκειας και κοντινά πλάνα, τα οποία έκανε με το να αναμιγνύει υπερβολικά κοντινά πλάνα με σαρωτικά μακρινά. Με αυτόν τον τρόπο, κατάφερε να στήσει επικές σκηνές που εντείνονταν με τα κοντινά στα μάτια, το πρόσωπο ή τα χέρια που κινούνταν αργά για να πάρουν το όπλο από τη θήκη.

Αυτό κλιμακώνει την ένταση και την αγωνία με το να επιτρέπει στους θεατές να απολαύσουν τις ερμηνείες και τις αντιδράσεις των χαρακτήρων, να δημιουργήσει μία αίσθηση ενθουσιασμού όπως επίσης και να δώσει στον Leone την ευκαιρία να κινηματογραφήσει όμορφα τοπία. O Leone επίσης συμπεριέλαβε και μουσική για να μεγεθύνει την ένταση και την πίεση πριν και κατά την διάρκεια των πολλών μαχών της ταινίας.

Η ταινία είναι γνωστή για τη χρήση από τον Leone των μεγάλων σε διάρκεια πλάνων και των κοντινών, όπως επίσης και για τη χαρακτηριστική χρήση βίας, έντασης και στυλιζαρισμένων σκηνών πυροβολισμών.

O Sergio Leone ζήτησε από τον διευθυντή φωτογραφίας TONINO DELLI COLLI και υπεύθυνο για τη σαρωτική ευρεία κινηματογράφηση της ταινίας «ο καλός ο κακός και ο Άσχημος» να αντλήσει αρχειακό φωτογραφικό υλικό του Mathew Brady, φωτογράφο του αμερικανικού εμφυλίου, αποδίδοντας έτσι πιστές και στυλιζαρισμένες εικόνες στην ταινία από τον Αμερικανικό εμφύλιο.

O Leone ήταν σαφές ότι ζήτησε από τον Morricone να συνθέσει ένα κομμάτι για την τελική σκηνή της μονομαχίας στο νεκροταφείο ζητώντας να συνθέσει αυτό που θα ένιωθε σαν «τα πτώματα να γελούν μέσα από τους τάφους τους» και ζήτησε από τον Delli Colli να δημιουργήσει μία υπνωτική περιστρεφόμενη επίδραση διασπασμένη με δραματικά κοντινά για να δώσει στο κοινό την εντύπωση ενός οπτικού μπαλέτου.

Σαγηνευτικός ο ρόλος του διευθυντή της φωτογραφίας Tonino DELLI Colli στην κινηματογράφηση της ταινίας. Επιτάχυνση πολλών αλόγων έδωσε η άντληση αρχειακού φωτογραφικού υλικού από τον έμπειρο καλλιτέχνη Mathew Brady ο οποίος ήταν παρών και φωτογράφησε τον αμερικανικό εμφύλιο.

Αφορμή του Αμερικανικού Εμφυλίου το 1855 στάθηκε ο Τζον Μπράουν. Ένας παράξενος τύπος μεταξύ ιεροκήρυκα, αγρότη και ληστοσυμμορίτη που διακήρυσσε ότι είχε το «θεϊκό δικαίωμα» να ξεκινήσει έναν ένοπλο αγώνα για την απελευθέρωση των νέγρων.Τον επόμενο χρόνο εισέβαλε σε μία μικρή κοινότητα του Κάνσας κατασφάζοντας όλους τους ιδιοκτήτες δούλων και καίγοντας τα σπίτια τους χωρίς ποτέ να υποστεί τις συνέπειες του νόμου.

O Sergio Leone καθιέρωσε έναν κανόνα που ακολουθεί καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας. Ο κανόνας είναι ότι η ικανότητα να βλέπεις περιορίζεται από τις πλευρές του πλάνου. Στις σημαντικές στιγμές της ταινίας αυτό που η κάμερα δεν μπορεί να δει, ούτε οι θεατές μπορούν να το δουν και αυτό δίνει την ελευθερία στον Leone να μας εκπλήξει με εισόδους (εμφανίσεις) που δεν μπορούν να εξηγηθούν από την πρακτική γεωγραφία των πλάνων.
Υπάρχει μία στιγμή, για παράδειγμα, όταν οι άντρες δεν παρατηρούν μία τεράστια κατασκήνωση του στρατού της Ένωσης μέχρι που πέφτουν πάνω της. Μία στιγμή στο νεκροταφείο, όπου ένας άντρας εμφανίζεται από το πουθενά, αν και θα έπρεπε να είναι ορατός πολύ νωρίτερα. Ο τρόπος που οι άνδρες περπατούν στο δρόμο σε κοινή θέα και κανένας δεν μπορεί να τους πυροβολήσει (ίσως επειδή δεν είναι στο ίδιο πλάνο με αυτούς), με φακό 70 χιλιοστών.

Ο Leone, επίσης, χρησιμοποίησε και στυλιστικά κόλπα πυροβολισμών σε πολλές σκηνές. Στην κινηματογράφηση των βασικών μαχών, ο Leone αφαιρεί το διάλογο ως επί το πλείστον για να εστιάσει περισσότερο στις πράξεις των χαρακτήρων, το οποίο ήταν και σημαντικό κατά τη διάρκεια εμβληματικής μεξικανικής μονομαχίας.

Μοιράσου το άρθρο: