«Καλούμαστε σήμερα να υπερψηφίσουμε ένα νομοσχέδιο ύψιστης σημασίας, γιατί αφορά στο μέλλον και την ύπαρξη του ελληνικού έθνους. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός και κοινή διαπίστωση όλων πως το μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα μας ως έθνος, είναι αυτό της υπογεννητικότητας». Με τα λόγια αυτά ξεκίνησε την ομιλία της στη Βουλή, η βουλευτής Λάρισας της ΝΔ κ. Στέλλα Μπίζιου, κατά τη διάρκεια συζήτησης επί του νομοσχεδίου του υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων που αφορά την καταβολή επιδόματος γέννησης ύψους 2.000 ευρώ για κάθε παιδί που γεννιέται στην Ελλάδα.

«Ο φόβος του χαμηλού εισοδήματος σε συνδυασμό με το μεγάλο ποσοστό γυναικών που αναζητούν εργασία οδηγεί σε αναβολή των γεννήσεων. Η Δημογραφία αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για το μέλλον μας, παράγοντα που δεν έχουμε πλέον την πολυτέλεια να υποτιμούμε. Η μείωση του πληθυσμού αυτή καθαυτή δεν είναι η μοναδική δημογραφική πρόκληση που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε. Δεν είναι μόνο το μέγεθος του πληθυσμού μας που αλλάζει. Αλλάζει και η δομή και η σύνθεση του, αφού οι γεννήσεις είναι λιγότερες των θανάτων με αποτέλεσμα να έχουμε έναν γηράσκοντα πληθυσμό με τις γνωστές συνέπειες στην ποιότητα και ποσότητα του εργατικού δυναμικού και την μείωση της ανταγωνιστικής δύναμης του εργαζόμενου πληθυσμού, με επιβάρυνση του ασφαλιστικού συστήματος και κατάρρευση του συνταξιοδοτικού συστήματος», σημείωσε χαρακτηριστικά η Λαρισαία βουλευτής, τονίζοντας πως το «δημογραφικό» «είναι σήμερα μια από τις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα και πολύ ψηλά στην ατζέντα της Νέας Δημοκρατίας».

«Η ενίσχυση των γεννήσεων και η στήριξη της οικογένειας ήταν και είναι πρωταρχικός μας στόχος. Για αυτό είναι αναγκαία η διαμόρφωση μιας συνεκτικής δημογραφικής πολιτικής», σημείωσε η κ. Μπίζιου, η οποία κατέληξε λέγοντας πως «πυρήνας και κεντρικός στόχος της πολιτικής μας είναι η διευκόλυνση του συνδυασμού επαγγελματικού και οικογενειακού βίου, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχημάτων διαβίωσης όπως αυτά διαμορφώνονται μέσα στην κοινωνία.
Στόχος είναι η εξισορρόπηση μεταξύ επαγγελματικής και οικογενειακής ζωής, ώστε να μην εμποδίζεται η συμμετοχή της γυναίκας – μητέρας στην αγορά εργασίας και να ευνοείται η επαγγελματική ανέλιξή τους.
Δεν θέλουμε σε καμία περίπτωση να αναπαραγάγουμε το μοντέλο της μη εργαζόμενης μητέρας. Εξάλλου με δεδομένη τη μείωση του διαθέσιμου εργατικού δυναμικού, η αύξηση των ιδιαίτερα χαμηλών ποσοστών απασχόλησης των γυναικών αποτελεί ένα από τα εργαλεία αντιμετώπισης των συνεπειών της γήρανσης.
Η γυναικεία απασχόληση δεν σχετίζεται αρνητικά με τη γονιμότητα. Η εμπειρία διαφόρων χωρών έχει εδώ και κάποιες δεκαετίες επισημάνει την αντιστροφή του προσήμου. Η Φινλανδία, η Σουηδία και η Νορβηγία είναι οι χώρες με τη μικρότερη διαφορά σε ποσοστά απασχόλησης μεταξύ ανδρών και γυναικών και συγχρόνως τα υψηλότερα επίπεδα γονιμότητας.

Πλέον το εισόδημα των γυναικών συνδέεται θετικά με τη γονιμότητα, παρατήρηση που επιβεβαιώθηκε και από τα ελληνικά δεδομένα κατά την τελευταία δεκαετία: κατά τη διάρκεια της κρίσης οι γυναίκες που αύξησαν τη γονιμότητά τους ήταν οι εργαζόμενες άνω των 35 ετών.
Θέλουμε η γυναίκα που θέλει να γίνει μητέρα να μην αποθαρρύνεται λόγω οικονομικής ανασφάλειας, ούτε να διστάζει φοβούμενη ότι η φροντίδα του παιδιού θα την αποκόψει από την αγορά εργασίας.
Ως γυναίκα είμαι υπερήφανη γι’ αυτό το νομοσχέδιο αλλά και για τον συνολικό σχεδιασμό υποστήριξης της μητρότητας και της γυναίκας εν γένει που έχει εκπονήσει η κυβέρνησή μας και υλοποιεί βήμα – βήμα. Γιατί πρόκειται για μια δέσμη μέτρων που στόχο έχουν να άρουν τα εμπόδια που συνάντα η γυναίκα που θέλει να γίνει μητέρα. Είναι ένα νομοσχέδιο τόσο ουσιαστικό όσο και συμβολικό.
Φυσικά και είναι σημαντική η οικονομική στήριξη. Αυτό όμως που με συγκινεί είναι ο συμβολισμός, στηρίζουμε τη μητέρα, τη γυναίκα ,την εργαζόμενη. Θέλουμε η Ελληνίδα να έχει την ευκαιρία να πετύχει όσα ονειρεύεται την μητρότητα, την οικογένεια και την επαγγελματική καταξίωση».

Μοιράσου το άρθρο: