ΜΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ
Επιμέλεια: Μαρία Σφυρόερα

«Ανκόρ» σημαίνει «ακόμα» στα γαλλικά. Στο τέλος ενός λάιβ το κοινό συνήθως καλεί τους μουσικούς να επανέλθουν στη σκηνή ώστε να παίξουν μερικά τραγούδια ακόμα. Κανένας δεν θέλει να τελειώσει κάτι όμορφο…

«Παρά τους πόνους στις αρθρώσεις, παρά την έκπτωση των αισθήσεων, την απορρύθμιση του οργανισμού, την κατάπτωση της σάρκας, την αδυναμία του κορμιού πια, το εθιστικό φως, το εθιστικό χάδι του πύρινου πλανήτη δεν έλεγε να αποκόψει τον άνθρωπο από τον μεγάλο ομφάλιο λώρο, από την επιθυμία να θέλει να ζήσει μια μέρα ακόμη. Έστω και μία».

Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στο οικοσύστημα της ασθένειας και του τραύματος, στην πτέρυγα ενός δημόσιου νοσοκομείου.

«Ιατρική επίσκεψη. Φάκελοι ξέχειλοι από έγγραφα. Χειρόγραφα ιστορικών ξεπροβάλλουν από τις σχισμές των φακέλων σαν γλώσσες, μιλούν για τα χούγια των αρρώστων, ενώ την ίδια ώρα τούς βγάζουν τη γλώσσα».

Ο χώρος χρησιμοποιείται προσχηματικά, συμβολίζει μια κοινωνία σε οριακή κατάσταση. Η αφήγηση κινείται σε δίπολα. Ζωή-θάνατος, έρωτας-μίσος, αντιφασισμός-φασισμός. Είναι ένα ασπρόμαυρο παραμύθι.

Στην κλινική συμβιώνει ένας ανομοιογενής θίασος από αφανείς ήρωες, οι οποίοι θα ανακαλύψουν αργότερα πως τους ενώνει η επιθυμία για ζωή. Μάχονται ενάντια στο θάνατο ως φυσικό φαινόμενο αλλά και τελικά ενάντια στην ενσάρκωση του ως ιδεολογία, ενάντια στην άνοδο του ναζισμού.

Οι προσωπικές ιστορίες των χαρακτήρων ξεδιπλώνονται σε αλλεπάλληλα ντουέτα. Ο Αμούρ και η Σουίτι, η γυναίκα με το Π και ο άνδρας με το Ι, ο κηπουρός κι η αδέσποτη γάτα, ο καουμπόι και η Φράου, το ξωτικό του δάσους κι ο ασπρομάλλης με τα άφιλτρα, ο κουρέας με το ποντικομουστακάκι, η διανοούμενη εικαστικός και η κόρη της, το τζιτζίκι, ο ερωτευμένος πανεπιστημιακός και η ερωμένη του, το νυχτοπούλι κι ο μαχαιροβγάλτης, η νοσοκόμα με την ηπειρώτικη προφορά, το αηδονάκι με το ρουμάνικο τραγούδι και ο ηλικιωμένος με τους καταρράκτες, το χλομό πρόσωπο και η τηλεόραση, ο μετανάστης από το Μπαγκλαντές και τέλος ο νεκροθάφτης Σοπενχάουερ, που συνοδεύει τον υπέργηρο ναζί στην τελευταία του κατοικία.

Το βιολί ενός αόρατου σολίστα ηχεί στα αυτιά μόνο των μελλοθανάτων. Γάντια χειρονομούν, μία καρέκλα θέλει να δραπετεύσει σαν τετράποδο, ένα σταχτοδοχείο είναι μαλωμένο με το ασανσέρ, ένας χιονάνθρωπος από μπόγους σεντονιών.

Ένα σπουργίτι προσγειώνεται στο τραπέζι των συνδαιτημόνων στην πρώτη παράγραφο του βιβλίου κι ένα κοράκι μας αποχαιρετά στην τελευταία. Ενδιάμεσα εμφανίζονται στο προσκήνιο αδέσποτες γάτες, παπαγαλάκια, σκυλιά, μια κότα, χρυσόψαρα και μια πεταλούδα, που βυζαίνει τα άνθη της ευγνωμοσύνης.

Και μουσική, πολλή μουσική. Από Κλοντ Ντεμπισί έως Σωτηρία Μπέλλου κι από Θέμη Αδαμαντίδη μέχρι Λου Ρηντ.

Ένα πογκρόμ φασιστών αντιμετωπίζεται όπως τα τέρατα στα παραμύθια. Έτσι όπως πρέπει δηλαδή. Το κακό πρέπει να συντριβεί.

Πέλα Σουλτάτου

EXWFYLLO
Το μυθιστόρημα της Πέλας Σουλτάτου Ανκόρ κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη (σελ.: 224, τιμή: 12,72 €).

Συνέντευξη της συγγραφέα στο Πρώτο Πρόγραμμα μπορείτε να ακούσετε εδώ.

Η Πέλα Σουλτάτου γεννήθηκε στην Κρήτη και ζει στην Αθήνα. Έχει κάνει σπουδές στην Κοινωνιολογία και τη Δημόσια Υγεία και είναι κάτοχος PhD στις Επιστήμες της Αγωγής από το Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Διδάσκει σε μεταπτυχιακό πρόγραμμα της Ιατρικής Σχολής Αθηνών και εργάζεται στον δημόσιο τομέα. Το 2013 εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο, Τα φώτα στο βάθος, με το ψευδώνυμο Niemands Rose, με διηγήματα από το ομώνυμο προσωπικό της blog. Δέκα από αυτά τα μικρού μήκους αφηγήματα δραματοποιήθηκαν και παρουσιάστηκαν την επόμενη χρονιά στο «Από Μηχανής Θέατρο», σε σκηνοθεσία της Esther André Gonzalez.
Η Πέλα Σουλτάτου έχει αρθρογραφήσει σε διάφορα σάιτ, έντυπα και εφημερίδες. Aπό το 2007 διατηρεί το blog «Του κανενός το ρόδο».

Μοιράσου το άρθρο: