Eίναι ιστορικής σημασίας η συμφωνία στην οποία κατέληξαν ξημερώματα της Τρίτης 21 Ιουλίου τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. για το Ταμείο Ανάκαμψης και τον νέο επταετή προϋπολογισμό της Ένωσης;

του Πολυδεύκη Παπαδόπουλου

Από πλευράς αριθμητικών μεγεθών σίγουρα είναι, καθώς το σύνολο των πόρων για το Ταμείο παραμένει στα 750 δις. ευρώ, που είχε προτείνει από την αρχή η Κομισιόν, αν και τελικά με μικρότερη αναλογία των δωρεάν επιχορηγήσεων προς τα δάνεια (390 και 360 δις ευρώ, σε σχέση με τα 500 και 250 της αρχικής πρότασης). Σ ’αυτά τα ποσά πρέπει να αθροιστεί και το 1.074 τρις ευρώ του νέου κοινοτικού προϋπολογισμού της ΕΕ για την επταετία 2021-2027 (ΠΔΠ). Κι αν συνυπολογιστούν οι δανειοδοτικοί μηχανισμοί και η νομισματική χαλάρωση που είχαν αποφασιστεί ήδη από τον Απρίλιο στο επίπεδο του Eurogroup και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, η ΕΕ και η Ευρωζώνη ρίχνουν στη μάχη της αντιμετώπισης της κρίσης του κορωνοϊού, αλλά και της εξεύρεσης ενός αναπτυξιακού μοντέλου για την Ευρώπη, έως και 3.6 τρις ευρώ για τα επόμενα χρόνια!

Παραμένουν, όμως, δύο ερωτήματα: – είναι επαρκή ακόμη κι αυτά τα γιγαντιαία ποσά για τις περιστάσεις που ζούμε και μάλιστα με τους περιοριστικούς όρους που δίνονται –οι αποφάσεις ειδικά για τη δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης, μέσω για πρώτη φορά κοινού δανεισμού των εταίρων, που είναι και οι πιο καινοτομικές, αποτελούν ποιοτική αλλαγή στην πορεία της ευρωπαϊκής ενοποίησης ή θα μείνουν ένας έκτακτος μηχανισμός, με ημερομηνία λήξης, για την αντιμετώπιση μιας συγκεκριμένης κρίσης; Για να απαντήσει κανείς με κάποια βεβαιότητα θα πρέπει, βεβαίως, να έχει μαντικές ικανότητες, μια και οι σχετικές εξελίξεις εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες. Μια ανατομία, όμως, των μέχρι τώρα αποφάσεων και της στάσης ορισμένων κρατών μελών μπορεί να βοηθήσει να έχουμε μια εικόνα.

Αποφάσεις με διαφορετικές αναγνώσεις

H τελική συμφωνία των 27 για το «Πακέτο Ενίσχυσης» (Ταμείο Ανάκαμψης και ΠΔΠ), ήρθε μετά 91 και κάτι ώρες διαπραγματεύσεων. Για περίπου 25’ δεν έσπασε το ρεκόρ των επίσης 4ήμερων διαπραγματεύσεων το Δεκέμβριο του 2000 για την υιοθέτηση της Συνθήκης της Νίκαιας. Όμως, η Συμφωνία δημιούργησε το μεγαλύτερο κείμενο Συμπερασμάτων στην ιστορία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, τα οποία φτάνουν τις 68 σελίδες. Σ’ αυτές καταγράφονται όλες οι οικονομικές και θεσμικές πτυχές των δύο πυλώνων της συμφωνίας, ενώ περιέχονται επιπλέον λεπτομέρειες των ενωσιακών δράσεων για τα επόμενα χρόνια, όπως π.χ. ακόμη και τα μέτρα στήριξης της τουρκοκυπριακής κοινότητας ή την παροχή 57 εκατ. στη Βουλγαρία για την ενίσχυση της ασφάλειας του πάντα επίφοβου πυρηνικού εργοστασίου στο Κοζλοντούι…

Όπως προαναφέρεται, το Ταμείο Ανάκαμψης διατήρησε τελικά το συνολικό μέγεθος της αρχικής πρότασης της Επιτροπής (750 δισ. ευρώ), αλλά με την σημειούμενη αυξημένη αναλογία δανείων έναντι επιχορηγήσεων. Το Ταμείο θα είναι τριετές (μεταξύ 2021-23), ως προς τις δεσμεύσεις πόρων (δηλαδή σε σχέση με τη κατάρτιση και έγκριση προγραμμάτων δράσεων) και εξαετές ως προς την εκτέλεση των πληρωμών, που μπορούν να φτάσουν έως και το 2026. Το βασικό εργαλείο, που αποκαλείται Recovery and Resilience Facility (Μηχανισμός Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας), αποτελεί σχεδόν το 90% του Ταμείου, φτάνοντας τα 672,5 δισ. ευρώ. Εξ αυτών τα 312,5 δισ. θα είναι επιχορηγήσεις και τα 360 δισ. δάνεια.

Η συμπλήρωση του εν λόγω μηχανισμού και των ποσών των επιχορηγήσεων γίνεται μέσα από μια σειρά άλλα προγράμματα, που εκπροσωπούν τις εκσυγχρονιστικές προτεραιότητες της Ένωσης. Όμως, αυτοί οι επιπλέον μηχανισμοί είναι περικομμένοι, ώστε να προκύψει η προαναφερόμενη μείωση των δωρεάν πόρων κατά 110 δισ. ευρώ σε σχέση με την αρχική πρόταση της Επιτροπής, αλλά και την πρόταση Μέρκελ/Μακρόν του περασμένου Μαΐου. Έτσι, οι πόροι του Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης (βασικού μηχανισμού στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πράσινης Συμφωνίας) συρρικνώνονται δραστικά, από 32,5 σε 10 δισ. ευρώ, περικόπτονται τα επιπλέον ποσά για το πρόγραμμα χρηματοδότησης της έρευνας «Horizon Europe» από 13,5 σε 5 δισ. ευρώ και περιορίζονται τα χρήματα του Ταμείου Αγροτικής Ανάπτυξης, για τον εκσυγχρονισμό και την περιβαλλοντική αναβάθμιση του αγροτικού τομέα, από 15 σε 7,5 δισ. ευρώ. Καταργείται επίσης, μεταξύ άλλων, το EU4Health, ένα νέο πρόγραμμα που αποσκοπούσε στην αναβάθμιση της συλλογικής υγειονομικής ικανότητας της Ε.Ε., καθώς και το λεγόμενο «εργαλείο φερεγγυότητας», το οποίο θα κινητοποιούσε κεφαλαιακές ενέσεις σε βιώσιμες επιχειρήσεις ανά την Ευρώπη που έχουν πληγεί από τον κορωνοϊό.

Αναφορικά με το Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2021-27 (δηλ. τον προϋπολογισμό της Ένωσης) το ποσό του 1,074 τρισ. ευρώ αποτελεί έναν ικανοποιητικό συμβιβασμό, σε σχέση με τις αντιδράσεις και διαφορές που υπήρχαν τους προηγούμενους μήνες. Αν εκτελεστεί στο ακέραιο ο εν λόγω προϋπολογισμός, αρκετές από τις φιλοδοξίες της Ένωσης για το πέρασμα σε μια νέα εποχή μπορούν να καταστούν εφικτές, παρότι υπάρχουν οι προαναφερόμενες οριζόντιες περικοπές σε προγράμματα, προκειμένου να γίνουν αποδεκτές, ειδικά από τις πέντε φειδωλές χώρες, οι προβλέψεις για το Ταμείο Ανάκαμψης, μια και οι δύο αυτοί πυλώνες είναι αλληλένδετοι. Επίσης, το ΠΔΠ περιέλαβε, στην τελική του μορφή, ακόμη μεγαλύτερες «επιστροφές» (rebates) κατ’ έτος για τους «φειδωλούς»: προς τη Δανία 377 εκατ. ευρώ, τη Γερμανία 3671 εκατ. ευρώ, την Ολλανδία 1921 εκατ. ευρώ, την Αυστρία 565 εκατ. ευρώ και τη Σουηδία 1069 εκατ. ευρώ. Οι επιστροφές αυτές αποφασίστηκαν προκείμενου οι «φειδωλοί» (στους οποίους τι φορά αυτή δεν συμπεριλαμβάνεται η Γερμανία, αλλά η οποία τελικά ωφελείται από τα rebates) αφενός να αποδεχθούν την τελική μορφή του Ταμείου Ανάκαμψης και αφετέρου να μην επιβαρυνθούν υπερβολικά λόγω αναπλήρωσης της εισφοράς της Βρετανίας, λόγω Brexit.

Ωστόσο, επειδή με λιγότερες εθνικές συμβολές θα πρέπει να γίνουν περισσότερα, είναι απαραίτητο να θεσπιστούν και να λειτουργήσουν οι λεγόμενοι «ίδιοι πόροι» της ΕΕ, δηλαδή μια σειρά από πανευρωπαϊκοί φόροι, όπως έχει προταθεί, στα πλαστικά, στις εκπομπές καυσαερίων, τις ψηφιακές υπηρεσίες των γιγάντων του διαδικτύου και σε μέρος τουλάχιστον των χρηματοοικονομικών συναλλαγών, που θα πηγαίνουν κατευθείαν στα ταμεία της Ενωσης και όχι διαμέσου των κρατών μελών.

Οι ομαδοποιήσεις των φειδωλών και όσων δεν θέλουν «περισσότερη Ευρώπη»…

Oι αποφάσεις της Τρίτης 21/7 αν μη τι άλλο διέσωσαν την ενότητα της ΕΕ και της έδωσαν νέα προοπτική. Ωστόσο, η αντίδραση των «φειδωλών», με πρωταγωνίστρια την Ολλανδία του Μάρκ Ρούτε, παρέμεινε μέχρι τέλους, μεταβάλλοντας εν τέλει ποσά και όρους της συμφωνίας. Όμως, πρέπει να γίνει κατανοητό ότι η στάση αυτή των αποκαλούμενων “Frugal” έχει βαθιά αίτια, με τους 4 από τους 5 να ανήκουν σε μια μεγαλύτερη συμμαχία 8 κρατών μελών που είναι γνωστή ως «Νέα Χανσεατική Ένωση».

Η εν λόγω Ένωση είναι μια από τις πολλές ομαδοποιήσεις που υπήρχαν ακόμη και την εποχή της ΕΟΚ των 12 και οι οποίες διατηρήθηκαν και πληθύναν στην Ευρωπαϊκή Ένωση των 27. Η συγκεκριμένη Ένωση σχηματίστηκε τον Φεβρουάριο του 2018, με πρωτοβουλία της Ολλανδίας, δηλαδή «της μεγαλύτερης των μικρών χωρών μελών». Η ονομασία «Νέα Χανσεατική Ένωση», κάνει χρήση μιας ιστορικής αναφοράς στην ισχυρή εμπορική και πολιτική ένωση δεκάδων πόλεων της ΒΔ Ευρώπης (κυρίως της Βόρειας Θάλασσας και της Βαλτικής) που διήρκησε από τον 12ο έως τον 16ο αιώνα.

H καινούργια «Χάνσα» στην οποία, πλην της Ολλανδίας, μετέχουν Δανία, Σουηδία, Φινλανδία, Εσθονία, Λετονία, Λιθουανία και Ιρλανδία, ήρθε ως απάντηση στη δραστηριοποίηση του γαλλογερμανικού άξονα, την υποκατάσταση του κενού που δημιουργεί η Βρετανία με το Brexit, αλλά και τις ανάλογες συμμαχίες των χωρών της Κεντροανατολικής και της Νότιας Ευρώπης. Βασικοί παράμετροι της πρωτοβουλίας αυτής ήταν να μπει φραγμός στις ιδέες για «πολιτική διακυβέρνηση» και ξεχωριστό προϋπολογισμό της ευρωζώνης και αντιθέτως να υπάρχει αυστηρότερος έλεγχος των εθνικών προϋπολογισμών από το Eurogroup και τον ΕSM.

Η ομάδα αυτών των χωρών δεν είναι θερμή για μεγάλες και συνεχείς μεταρρυθμίσεις στους θεσμούς της Ευρωζώνης και της Ένωσης και θεωρεί ότι αυτές πρέπει κυρίως να αφορούν το εθνικό επίπεδο των χωρών, προς την κατεύθυνση της φιλελευθεροποίησης και του εκσυγχρονισμού των οικονομιών και των διοικήσεων. Επίσης, με παραλλαγές, οι εν λόγω χώρες δεν είναι υποστηρικτικές μιας Ένωσης μεταβιβάσεων και αμοιβαιοποίησης των χρεών. Μερικοί μάλιστα πολιτικοί παράγοντες τους το λένε και πιο ωμά: «Οι προτάσεις για ‘περισσότερη Ευρώπη’ δεν πρέπει να κρύβουν εθνικές αποτυχίες και αδυναμίες…».

Έτσι δεν είναι τυχαίο ότι τα μέλη της Νέας Χανσεατικής Ενωσης που είναι τα πιο πλούσια και αποτελούν καθαρούς πληρωτές του κοινοτικού προϋπολογισμού, δηλαδή η Ολλανδία, η Δανία, η Σουηδία και η Φινλανδία, συν την Αυστρία, ήταν εκείνα που αντέδρασαν μέχρι τέλους για το ύψος των επιχορηγήσεων σε σχέση με τα δάνεια στο «Πακέτο Ενίσχυσης», για το χρόνο διάρκειάς του, όπως και για μια πιο μόνιμη αύξηση του κοινοτικού προϋπολογισμού. Στους τομείς αυτούς οι 5 Frugal ήρθαν σε ευθεία αντιπαράθεση με τη Γερμανία (δείχνοντας ότι οι αναλύσεις περί «δορυφόρων» είναι απλουστευτικές) και βέβαια και με τη Γαλλία, με την οποία βρίσκονται σε άλλο μήκος κύματος σε πολλά ζητήματα. Όμως, από τη συγκεκριμένη στάση των «φειδωλών» στο θέμα του Πακέτου και του Προϋπολογισμού, έως τις υπόλοιπες της «Νέας Χανσεατικής Ενωσης» καταλαβαίνει κανείς ότι δεν υπάρχει μόνον μια άποψη για το πώς θα πρέπει να προχωρήσει η ευρωπαϊκή ενοποίηση

… και οι «νέοι φεντεραλιστές»

Απέναντι στις απόψεις της Νέας Χανσεατικής Ένωσης ή και στο γκρουπ των χωρών της ΚΑ Ευρώπης (Πολωνία, Ουγγαρία και εν μέρει Τσεχία και Σλοβακία) που επίσης δεν καίγονται για μεγαλύτερη ενοποίηση, εμφανίζονται νέοι υποστηρικτές της «περισσότερης Ευρώπης» μεταξύ ευρωπαϊκών ελίτ που παλιότερα δεν λάμβαναν τέτοιες θέσεις.

Π.χ. ένας Κύκλος Οικονομολόγων της Γαλλίας με επιρροή, που δραστηριοποιείται εδώ και 25 χρόνια, ζητά τώρα να «να θυμόμαστε την πανδημία ως τη στιγμή που ξεκίνησε η ομοσπονδιακή Ευρώπη». Στη Γερμανία οι φωνές αυτές έχουν αυξηθεί, από την Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, που αν και πρόεδρος της Κομισιόν, υποστήριξε ότι «για τη Γερμανία η ανάκαμψη είτε θα είναι ευρωπαϊκή, είτε δεν θα υπάρχει», ακαδημαϊκούς του Πανεπιστημίου του Βερολίνου που θεωρούν ότι αναδύεται, λόγω κρίσης, ένας έστω «κατ’ εξαίρεση ευρωπαϊκός φεντεραλισμός», έως τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε που προτείνει «να μην ξαναχαθεί η ευκαιρία και να χρησιμοποιήσουμε την πανδημία του κορωνοϊού για να αναρωτηθούμε τι μπορούμε να κάνουμε καλύτερα για το μέλλον της Ευρώπης». Και βέβαια ας μην ξεχνάμε ότι η όλη ιδέα ενός «Ταμείου Ανάκαμψης» προικοδοτημένου με κεφάλαια 750 δις. Ευρώ, που να αντληθούν μέσω δανεισμού που θα κάνει η Κομισιόν εξ ονόματος όλων των εταίρων, ξεκίνησε από μια κοινή πρόταση Μακρόν/Μέρκελ στις 18 Μαΐου.

Ωστόσο, το κατά πόσον τέτοιες ιδέες και τάσεις θα εδραιωθούν μένει να φανεί τα επόμενα περίπου 3 χρόνια, όταν λήξει η περίοδος του Ταμείου Ανάκαμψης, εφόσον έχουν θεσπιστεί και λειτουργούν αποτελεσματικά οι «ίδιοι πόροι» της ΕΕ και φυσικά εάν έχουν προχωρήσει άλλες κοινές πολιτικές σε ζωτικούς τομείς, όπως το μεταναστευτικό και η ασφάλεια.

Τι πιστεύουν και ζητούν οι Ευρωπαίοι-Μια πανευρωπαϊκή έρευνα

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε σχέση με όλα τα προαναφερόμενα παρουσιάζουν τα ευρήματα πανευρωπαϊκής έρευνας που διεξήγαγε το «Ευρωπαϊκό Συμβούλιο Διεθνών Σχέσεων» ECFR, που είναι μια από τις μεγαλύτερες δεξαμενές σκέψης στην ΕΕ. Η έρευνα διεξήχθη μερικές βδομάδες πριν τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και αφού οι συνέπειες της πανδημίας είχαν γίνει για τα καλά αισθητές.

Κατ’ αρχήν, τα στοιχεία της έρευνας έδειξαν ότι οι διαφορετικές εμπειρίες σχετικά με τη νόσο COVID-19 οδηγούν διαφορετικά τμήματα του πληθυσμού της ΕΕ σε διαφοροποιημένα συμπεράσματα. Π.χ. η αργή υποστήριξη προς την Ιταλία από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ στην αρχή της κρίσης οδηγεί την κοινή γνώμη της χώρας σε ποσοστό 58% να είναι επικριτικό ή και απορριπτικό για τα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Επίσης, στην Ισπανία και τη Γαλλία τα επίπεδα απογοήτευσης είναι επίσης υψηλά, με ποσοστά 50% και 41% αντίστοιχα.

Ωστόσο, η ευρωπαϊκή κοινή γνώμη βλέπει έναν σαφή ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η ευρωπαϊκή συνεργασία. Η εν λόγω έρευνα έδειξε ότι οι Ευρωπαίοι τάσσονται υπέρ μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης η οποία να διαμορφώνει τη διεθνή τάξη που θα προκύψει μετά την κρίση του κορωνοϊού. Συγκεκριμένα το 63% των Ευρωπαίων πιστεύει ότι η κρίση έχει αναδείξει την ανάγκη για περισσότερη ευρωπαϊκή συνεργασία και σε ποσοστό 52% θεωρούν ότι η ΕΕ θα πρέπει να παρέχει μια πιο συντονισμένη αντίδραση στις παγκόσμιες απειλές και προκλήσεις. Ακόμη, ο διεθνής χαρακτήρας της πανδημίας φαίνεται να έπεισε τους ψηφοφόρους σχετικά με τη σημασία των οικονομιών κλίμακας για την αντιμετώπιση κρίσεων. Στη Γερμανία και τη Γαλλία, ειδικότερα, αναφέρθηκε έντονη αύξηση υπέρ της επαναφοράς της παραγωγής στην Ευρώπη, με πάνω από 50% και στα δύο κράτη-μέλη για ιατρικά είδη και περίπου 40% για μη ιατροφαρμακευτικά προϊόντα.

Βλέπε σχετικό άρθρο : O Ρούτε, οι «φειδωλοί» και η Νέα Χανσεατική Ενωση

Μοιράσου το άρθρο: