Με το να βρίσκονται στη μέση της αντιπαράθεσης Κίνας-ΗΠΑ, πολλές χώρες της Ευρώπης αναζητούν μια ενδιάμεση οδό, ώστε ούτε τα εθνικά τους συμφέροντα να πλήξουν, ούτε το Πεκίνο να αποξενώσουν, αλλά ούτε και να αντιπαρατεθούν για το θέμα αυτό με την Ουάσιγκτον. Είναι μια κατάσταση που περιλαμβάνει από εμπορικά θέματα και το κρίσιμο ζήτημα του 5G, έως το νέο νόμο ασφαλείας του Πεκίνου για το Χονγκ Κονγκ και τη μεταχείριση της εθνότητας των Ουιγούρων.

Του Πολυδεύκη Παπαδόπουλου

Π.χ. η Γερμανία και η Γαλλία  έχουν προχωρήσει σε περιορισμένες επικρίσεις, αλλά είναι εμφανής η έλλειψη διάθεσης να συνταχθούν με την κυβέρνηση Τραμπ στα θέματα αυτά.  Μόνον η Βρετανία του Μπόρις Τζόνσον αρχίζει να ακολουθεί άλλο δρόμο, έχοντας ιστορικές σχέσεις με την πρώην νοτιοασιατική αποικία της κι επιλέγοντας να αποκλείσει την Huawei από τα νέα δίκτυά της.

Σι Ζινπινγκ-Πρόεδρος της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας από το 2012

Ένας ασιατικός γίγαντας που δύσκολα πλέον χαλιναγωγείται…

Με τεράστια συναλλαγματικά αποθέματα, εξαγωγές που αυξάνουν αλματωδώς, ακόρεστη δίψα για ενέργεια και πρώτες ύλες και πρόθεση να κατακτήσει όλες τις μεγάλες αγορές του πλανήτη, η Κίνα αποτελεί αναμφίβολα τον ανερχόμενο παίκτη στην παγκόσμια οικονομική, αλλά πλέον και γεωπολιτική, σκηνή.

Με μια τέτοια εξέλιξη, η Ευρώπη δε θα μπορούσε να λείπει από τα σχέδια του Πεκίνου. Οι περισσότερες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης βρίσκονται σε στρατηγική θέση κι αρκετές  διαθέτουν σημαντική τεχνογνωσία και δυνατότητες, η δε αγορά της ΕΕ είναι διεθνώς μία από τις πιο πολυάνθρωπες (1/2 δις κάτοικοι), αλλά κυρίως πλούσιες. Έτσι, η προσοχή των κινεζικών μεγαθηρίων -τα οποία ουσιαστικά βρίσκονται υπό τον έλεγχο του καθεστώτος-  έχει στραφεί εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες στη Γηραιά Ήπειρο.

Για την ίδια την Ευρώπη (της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης), το γεγονός αυτό συνιστά «δίκοπο μαχαίρι». Γιατί η μία όψη έχει να κάνει με τις τεράστιες επενδυτικές ευκαιρίες, η άλλη, όμως, αφορά τους κινδύνους που συνοδεύουν το σύγχρονο κινεζικό επεκτατισμό. Έτσι, η ισορροπία δεν είναι πάντα εύκολη, αλλά ούτε όλες οι ευρωπαϊκές χώρες αντιμετωπίζουν με τον ίδιο τρόπο το ζήτημα.

Πάντως, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Γιούγκερ είχε παρουσιάσει, ήδη από τον Σεπτέμβριο του 2017, πρόταση για τη δημιουργία ενός πανευρωπαϊκού μηχανισμού αξιολόγησης και εποπτείας (screening) των άμεσων ξένων επενδύσεων, ο οποίος εμμέσως πλην σαφώς σχετίζεται με την αυξανόμενη παρουσία των κινεζικών επιχειρήσεων στην Ε.Ε. Ως νομιμοποιητική βάση αυτής της πρότασης, η Κομισιόν επικαλέστηκε επενδυτικές πρωτοβουλίες που ενδέχεται να άπτονται της δημόσιας τάξης και ασφάλειας μέσω της εξαγοράς στρατηγικής σημασίας υποδομών ή λόγω της πρόσβασης σε ευαίσθητες πληροφορίες. Κατά συνέπεια πρότεινε  τον στενότερο συντονισμό μεταξύ των κρατών-μελών και την αύξηση της διαφάνειας κατά την πραγματοποίηση των σχετικών επενδύσεων.

Εξετάζοντας τη στάση των επιμέρους χωρών της ΕΕ, είναι και πάλι η Γερμανία, λόγω μεγεθών, που έχει το περισσότερο ενδιαφέρον, αλλά και τα μεγαλύτερα διλήμματα για το μέλλον των σχέσεων της με την Κίνα. Και προς το παρόν, σε μια σειρά από ζητήματα η στάση της Γερμανίας είναι αντιφατική, όπως π.χ. στο φλέγον ζήτημα της Huawei, που έχει διχάσει το δυτικό στρατόπεδο. Το Βερολίνο χρειάζεται την κινέζικη τεχνολογία και οι πάροχοι της γερμανικής κινητής τηλεφωνίας είναι εξαιρετικά θετικοί απέναντι στο αίτημα της Huawei για την άδεια κινητών πέμπτης γενιάς, γιατί χρησιμοποιούν ήδη το λειτουργικό της κινεζικής εταιρείας στα δίκτυά τους.

Όμως, δεν παύει να αποτελεί πηγή ανησυχίας και για τη Γερμανία το γεγονός ότι οι κινεζικές εταιρείες προσεταιρίζονται τη δική της τεχνολογία. Έτσι, το Δεκέμβριο του 2018 ένας νέος νόμος του Βερολίνου μείωσε το όριο κτήσης μετοχών με το οποίο ενεργοποιείται αυτόματα η έρευνα των κρατικών αρχών για συγχωνεύσεις γερμανικών εταιριών με ξένες.  Ο κύριος αποδέκτης αυτής της απόφασης είναι το Πεκίνο (χωρίς να εξαιρείται και η  Ουάσιγκτον, όπως με την απόπειρα γρήγορης εξαγοράς γερμανικής εταιρίας με έρευνα πάνω σε θεραπείες για την COVID 19). H νομοθεσία που προώθησε ο υπουργός Οικονομικών Πίτερ Αλτμάγιερ θέλει να προστατεύσει ολόκληρους γερμανικούς κλάδους, όπως η αεροναυπηγική, τα χρηματοπιστωτικά, οι τηλεπικοινωνίες, τα τρένα υψηλών ταχυτήτων, η ενέργεια, η ρομποτική, κυρίως από τις κινέζικες εξαγορές.  Εν τέλει, η σινο-γερμανική σχέση έχει αλλάξει σημαντικά. Η Γερμανία έβλεπε κάποτε την Κίνα ως αγορά για τις εξαγωγές μηχανημάτων με τα οποία η Κίνα θα ανέπτυσσε τη βιομηχανική βάση της. Σήμερα η Κίνα εξελίσσεται στον μεγαλύτερο εταίρο αυτής της σχέσης.

Ένα στοιχείο καθοριστικής σημασίας για την εξέλιξη των σχέσεων του Βερολίνου με το Πεκίνο είναι η αυτοκινητοβιομηχανία. Μέχρι πρόσφατα αποτελούσε την κύρια εμπορική επιτυχία της Γερμανίας και το σύμβολο της αναπτυσσόμενης κινεζικής ευημερίας. Στο εξής, όμως, οι δυο πλευρές μοιάζουν να έχουν αντίθετα συμφέροντα. Εξαιτίας της υπερβολικής εξάρτησης από την τεχνολογία ντίζελ, η γερμανική βιομηχανία αυτοκινήτου καθυστέρησε να επενδύσει στην τεχνητή νοημοσύνη και στις ηλεκτρικές μπαταρίες. Οι Κινέζοι πάλι θέλουν γρήγορο πέρασμα στην χρήση ηλεκτρικών αυτοκινήτων, τα οποία και να παράγουν πλέον οι ίδιοι όχι συναρμολογώντας τα, αλλά κατασκευάζοντάς τα. Μάλιστα,  για να το πετύχει αυτό, η Κίνα έχει εξασφαλίσει μεγάλο μέρος της παγκόσμιας παραγωγής κοβαλτίου, που είναι το βασικό μέταλλο για την παραγωγή μπαταριών.

Η αντιπαράθεση γύρω από τη Huawei

Σε ό,τι αφορά την αντιμετώπιση των αιτήσεων της Huawei για άδεια κινητών πέμπτης γενιάς δείχνει ότι, όχι μόνον η Γερμανία, αλλά η ΕΕ στο σύνολό της δεν είναι καλά προετοιμασμένη για να χειριστεί τη σχέση μεταξύ ασφάλειας και βιομηχανικής πολιτικής.  Και τούτο πέραν των πιέσεων Τραμπ προς τους ευρωπαίους «συμμάχους»  να μπλοκάρουν την κινεζική εταιρία από την απόκτηση τέτοιων αδειών.

Πάντως, προς το παρόν μόνον το Λονδίνο δείχνει να ακολουθεί έναν τέτοιο δρόμο, δημιουργώντας μεγάλη αναταραχή στις σχέσεις του με το Πεκίνο. Μετά την απόφαση του πρωθυπουργού Μπόρις Τζόνσον να αποκλείσει την Huawei από το δίκτυο 5G της χώρας έως τα τέλη του 2027 , οι κινεζικές αντιδράσεις υπήρξαν σφοδρές. Η Κίνα  μίλησε για διασάλευση των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, κατηγορώντας επίσης το Λονδίνο ότικυριολεκτικά τις δηλητηρίασε παρεμβαίνοντας και στις υποθέσεις του Χονγκ Κονγκ. Υπήρξε μάλιστα μια πρώτη έμπρακτη απάντηση μέσω της κινεζικής κρατικής τηλεόρασης, η οποία αφαίρεσε τη μετάδοση των αγώνων του αγγλικού πρωταθλήματος από το βασικό αθλητικό κανάλι της.

Κι αν για το μάρκετινγκ των βρετανικών ομάδων η γιγάντια κινεζική αγορά αποκτά όλο και μεγαλύτερη βαρύτητα, η απόφαση αντανακλά τη σημαντική επιδείνωση των διμερών σχέσεων, την οποία η Κίνα αποδίδει στην υπερβολική επιρροή που ασκεί η κυβέρνηση Τραμπ στον Τζόνσον. Απ’ την άλλη δεν είναι σίγουρο πως στη Γηραιά Αλβιόνα συμφωνούν όλοι μ’αυτές τις αποφάσεις της Ντάουνιγκ Στριτ. Ο συνδέσμος βρετανικών βιομηχανιών CBI, σε σχετική ανακοίνωσή του δεν έκρυψε την ανησυχία του για την τροπή που έχουν πάρει οι σινοβρετανικές σχέσεις.

Πόσες θέσεις εργασίας δημιουργούν οι κινεζικές επενδύσεις

Οι κινεζικές επενδύσεις στην Ευρώπη έχουν αυξηθεί θεαματικά τα τελευταία χρόνια. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του οίκου Rhodium Group, ο όγκος των άμεσων ξένων επενδύσεων (ΑΞΕ) από την Κίνα ανήλθε σε 45 δισ. ευρώ το 2018, από μόλις 1,6 δισ. ευρώ το 2010. Οι κινεζικές επιχειρήσεις ενδιαφέρονται πάντα για τις πωλήσεις των δικών τους προϊόντων και υπηρεσιών τους στην ευρωπαϊκή αγορά. Όμως, οι στόχοι τους περιλαμβάνουν πλέον πρόσβαση σε υψηλές τεχνολογίες made in Europe και βελτίωση της θέσης τους σε άλλες ηπείρους μέσω των ευρωπαϊκών δικτύων.

Επίσης, γίνεται φανερό ότι η δραστηριοποίηση μεγάλων κρατικών επιχειρήσεων εποπτεύεται κι ενδεχομένως συντονίζεται από το Πεκίνο για λόγους πολιτικούς. Ανιχνεύονται, επίσης, γεωπολιτικές επιδιώξεις σε ορισμένες περιπτώσεις, ιδίως σε ό,τι αφορά τον έλεγχο στρατηγικής σημασίας ευρωπαϊκών υποδομών

Απ΄την άλλη, από την κρίση του 2008 και για μια 10ετία οι Ευρωπαίοι υπήρξαν ιδιαίτερα απορροφημένοι από τον εαυτό τους που δεν είδαν αυτό που ερχόταν εξ ανατολών. Σήμερα, ο αναδυόμενος προστατευτισμός διεθνώς και η ξαφνική συνειδητοποίηση της ανάγκης για προστασία από τις κινέζικες εξαγορές αποτελούν σημάδια ότι ο εφησυχασμός μπορεί να εξελιχθεί σε πανικό.

Στις συζητήσεις για το ρόλο των κινεζικών επιχειρήσεων στην Ευρώπη βασικό επιχείρημα είναι η τόνωση της απασχόλησης που προσδοκάται πως θα φέρει η αυξανόμενη παρουσία τους. Οι αριθμοί, πάντως, δείχνουν περιορισμένη αύξηση των θέσεων εργασιών. Π.χ. το 2017, οι πολυπληθείς κινεζικές επιχειρήσεις στο Βέλγιο απασχολούσαν 18.586 εργαζομένους. Στη Γαλλία, ο αντίστοιχος αριθμός ήταν 45.000 και στη Βρετανία 26.000. Στην Ισπανία το υπουργείο Οικονομίας υπολόγιζε προ διετίας ότι στη χώρα απασχολούνται μόλις 2.661 εργαζόμενοι σε κινεζικές επιχειρήσεις, ενώ, αντιθέτως, οι ισπανικές εταιρίες στην Κίνα είχαν δημιουργήσει 30.674 θέσεις εργασίας! Στην Ελλάδα οι νέες θέσεις απασχόλησης που μπορούν να αποδοθούν σε κινεζικές επενδύσεις είναι 1000-1100 στον Πειραιά από τις δραστηριότητες της COSCO. Οι άλλες κινεζικές επενδύσεις στη χώρα μας κάποιου μεγέθους, που είναι η εξαγορά του 24% του ΑΔΜΗΕ από την China State Grid  και η δραστηριοποίηση της China Development Bank, δεν έχουν αποφέρει κάποιο αποτέλεσμα, τουλάχιστον στο πεδίο της απασχόλησης. Στα προαναφερόμενα να ληφθεί επίσης υπόψιν ότι, εξαιτίας του ανταγωνισμού που υφίστανται οι ευρωπαϊκές βιομηχανίες από τις κινεζικές εισαγωγές, έχουν χαθεί και εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας στη Γηραιά Ήπειρο.

Οι κινεζικές επενδύσεις στην Ευρώπη, εκτός από τις οικονομικές πτυχές, έχουν και γεωπολιτικές προεκτάσεις. Π.χ. εκφράζονται ανησυχίες για την εξάπλωση μεγάλων κινεζικών ομίλων σε τομείς ευρωπαϊκών χωρών που σχετίζονται με την έννοια της ασφάλειας. Στην κατηγορία αυτή, όπως προαναφέρεται, εμπίπτει η Huawei με τα δίκτυα 5G που κατασκευάζει, όμως και η COSCO, η οποία ελέγχει λιμάνια όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην Τουρκία, την Ιταλία, την Ισπανία και στο Βέλγιο. Επίσης, από τις Βρυξέλλες εξετάζεται με προσοχή η συμπεριφορά κρατών-μελών της Ε.Ε. που φαίνεται να είναι ευάλωτες σε πολιτικές πιέσεις  από το Πεκίνο για τη θέση που παίρνουν σε ζητήματα διεθνούς πολιτικής που αφορούν την Κίνα, όπως π.χ. είναι η διένεξη για το καθεστώς της Νότιας Σινικής Θάλασσας ή σε ό,τι αφορά τα θέματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν π.χ. η Ουγγαρία, η Πολωνία, η Ρουμανία αλλά και η Ελλάδα.

Ο «Νέος Δρόμος του Μεταξιού», η «Πρωτοβουλία 17+1» και οι επιφυλάξεις…

Το υπερφιλόδοξο σχέδιο για την ανασύσταση του Δρόμου του Μεταξιού από το Πεκίνο, με τον επίσημο τίτλο «Μια ζώνη-ένας δρόμος», κυοφορείτο εδώ και χρόνια, αλλά από το 2017 και το 19ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Κίνας αποτελεί επίσημη πολιτική της χώρας. Η πολυσχιδής αυτή επιχείρηση εμπλέκει 70 χώρες, στα πλαίσια περίπου 1.800 επενδυτικών προγραμμάτων. Όμως, όπως αναφέρει μελέτη της RWR Advisory, περίπου 270 από αυτά  αντιμετωπίζουν ήδη προβλήματα και ενδέχεται να ακυρωθούν, να αναβληθούν ή να τροποποιηθούν και να μειωθούν σε έκταση και κόστος.

Επί του παρόντος, σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, το σχέδιο περιλαμβάνει τουλάχιστον 18 χώρες. Από αυτές δεκαεπτά ανήκουν στην «Πρωτοβουλία 17+1», με την δέκατη έβδομη  να είναι η Ελλάδα από το Μάιο του 2019.  Συνολικά, οι 12 χώρες είναι μέλη της ΕΕ και οι υπόλοιπες 5 αφορούν τα κράτη των Δ. Βαλκανίων που δεν μετέχουν στην Ένωση (Αλβανία, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Βόρεια Μακεδονία, Μαυροβούνιο και Σερβία).

Από την πρωτοβουλία απουσιάζουν οι μεγάλες οικονομίες της Δ. Ευρώπης, με την εξαίρεση της Ιταλίας, η οποία εντάχθηκε, πριν μόλις μερικούς μήνες στο «Νέο Δρόμο του Μεταξιού». Ωστόσο, για την «Πρωτοβουλία 17+1» εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις οι Βρυξέλλες, αλλά πλέον και το Βερολίνο, καθώς και το Παρίσι, θεωρώντας την «βιτρίνα» της επιθετικής οικονομικής κινεζικής διείσδυσης στην Ε.Ε., αλλά και «Δούρειο Ίππο» του Πεκίνου για την ενίσχυση του γεωπολιτικού της ρόλου στην Ευρώπη. Και παρότι υπάρχουν βάσιμα στοιχεία για μια τέτοια ανάλυση, η στάση των 3 έναντι των υπολοίπων δείχνει τις διαφορετικές αναπτυξιακές και επενδυτικές ανάγκες υπάρχουν μεταξύ των χωρών της Ένωσης.

Βλέπε επίσης: H Κίνα & ο κόσμος- Στα όρια ψυχρού πολέμου με τις ΗΠΑ

Μοιράσου το άρθρο: