Φωτο Αρχείου

Υποτιμημένος είναι πιθανότατα ο αριθμός των θανάτων που αποδίδονται σε λοίμωξη COVID-19 στις επίσημες αναφορές, σύμφωνα με μελέτη της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, που αναλύει τους δείκτες θνησιμότητας και νοσηρότητας κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19.

Σύμφωνα με τη μελέτη, δεν λαμβάνονται υπόψη οι θάνατοι που σχετίζονται έμμεσα με τον ιό και επιπλοκές της λοίμωξης, καθώς και όσοι σχετίζονται εμμέσως με τα μέτρα που έχουν ληφθεί  για τον  περιορισμό του ιού SARS-CoV-2.

Συύμφωνα πάντα με τη μελέτη, στην αρχή της πανδημίας, τα άτομα που πέθαναν λόγω COVID-19 μπορεί να μην είχαν αναγνωριστεί λόγω ανεπαρκούς γνώσης και εμπειρίας σχετικά με τη λοίμωξη COVID-19  και λόγω έλλειψης υλικοτεχνικών δομών. Έτσι, οι θάνατοι αυτών των ασθενών μπορεί να έχουν αποδοθεί σε άλλη αναπνευστική νόσο, όπως η γρίπη.  Άνθρωποι που κατέληξαν στο σπίτι ή σε γηροκομεία μπορεί να μην είχαν εξεταστεί ή διαγνωστεί με COVID-19 και αυτοί οι θάνατοι δεν υπολογίζονται στη θνησιμότητα που σχετίζεται με την πανδημία.

Επιπλέον, άλλοι θάνατοι που δεν προέρχονται άμεσα λόγω λοίμωξης COVID-19 ενδέχεται να προήλθαν από την πανδημία, ιδίως όταν σχετίζονται με ανησυχίες σχετικά με την έκθεση στον ιό SARS-CoV-2 και τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης. Μία σχετική μελέτη έδειξε ότι οι νοσηλείες σε εγκαταστάσεις βετεράνων στις ΗΠΑ για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης και δυνητικά απειλητικές για τη ζωή, όπως έμφραγμα του μυοκαρδίου και εγκεφαλικό επεισόδιο, μειώθηκαν κατά 41,9% κατά τις πρώτες εβδομάδες της πανδημίας. Συμπτωματικοί ασθενείς μπορεί να μην αναζήτησαν ιατρική φροντίδα κατά τη διάρκεια των αυστηρών μέτρων περιορισμού των μετακινήσεων, ωστόσο δεν έχει καταστεί σαφές εάν αυτή η πρακτική έχει οδηγήσει σε επιπλέον θανάτους ή ποιες θα είναι οι μακροχρόνιες επιπτώσεις σε αυτούς τους ασθενείς.

Αντίθετα, τα μέτρα καραντίνας μπορεί, να έχουν οδηγήσει σε μείωση των θανάτων από άλλες αιτίες, όπως τροχαία ατυχήματα, επειδή λιγότερα άτομα οδηγούσαν στους δρόμους. Ακόμη, τα κοινωνικά μέτρα αποστασιοποίησης έχουν αποδειχθεί ότι μειώνουν την επίπτωση της γρίπης και άλλων αναπνευστικών ιών, και πιθανώς οδηγούν σε μείωση των θανάτων από αυτές τις αιτίες.

Υπό αυτό το πρίσμα, η αξιολόγηση των επιπλέον θανάτων πέραν των αναμενόμενων, με βάση τα στατιστικά στοιχεία προηγούμενων ετών, αποτελεί μία ενδιαφέρουσα προσέγγιση, όπως αναφέρουν οι επιστήμονες. Κατά την έξαρση της πανδημίας στις ΗΠΑ, καταγράφηκαν επιπλέον 87.001 θάνατοι, εκ των οποίων το 65% μπορούσε να αποδοθεί σε λοίμωξη από COVID-19, ενώ το υπόλοιπο 35% αποδόθηκε είτε σε σφάλματα καταγραφής των δεδομένων είτε στην αποφυγή ιατρικής φροντίδας λόγω φόβου COVID-19.

Επιπλέον, σημειώνεται ότι δεν θα πρέπει να παραβλέπονται και οι δείκτες νοσηρότητας (που δείχνουν τη συχνότητα εμφάνισης μιας νόσου όπως εδώ του κορονοϊού). Φαίνεται ότι υπήρξαν περισσότεροι άνθρωποι που νόσησαν από τον κορονοϊό από ότι λένε τα στοιχεία. Δεν μπορούμε ωστόσο να γνωρίζουμε την ακριβή κατάσταση. Επίσης είναι δυσχερές να εκτιμήσει κάποιος την επιβάρυνση που θα έχει μακροπρόθεσμα η υγεία ενός ασθενούς ο οποίος προσβλήθηκε από κορονοϊό και ο οποίος έχει μία υποκείμενη νόσο, παραδείγματος χάρη υπολειμματική καρδιαγγειακή και πνευμονική βλάβη.

Σημαντικό είναι επίσης να αναφέρουμε ότι, η κοινωνικο-οικονομική αναταραχή που προκάλεσε η πανδημία και οι επιπτώσεις στον ψυχολογικό τομέα, τόσο των ασθενών όσο και όλων των πολιτών που τηρούσαν τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης, σαφώς και έχουν έμμεση επίπτωση στους δείκτες νοσηρότητας.

ΠΗΓΗ ΑΠΕ-ΜΠΕ

Μοιράσου το άρθρο: