Το πρόγραμμα της συναυλίας είναι εξ ολοκλήρου αφιερωμένο στον μεγάλο Γερμανό ρομαντικό συνθέτη, με την Τέταρτη Συμφωνία του να αποτελεί το δεύτερο μέρος του. Έργο ώριμο και κατασταλαγμένο, η τελευταία συμφωνία του Μπραμς είναι μια επιτομή όλης της τέχνης του, της άφθαστης γνώσης του για τη μεγάλη φόρμα, καθώς και του συναισθηματικού του πλούτου.
Διευθύνει ο Ρώσος αρχιμουσικός Στανισλάβ Κοτσανόφσκι.
Το πρόγραμμα με μια ματιά
ΓΙΟΧΑΝΕΣ ΜΠΡΑΜΣ (1833-1897)
Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 2 σε σι ύφεση μείζονα, έργο 83
Συμφωνία αρ. 4 σε μι ελάσσονα, έργο 98
ΣΟΛΙΣΤ: Νικολάι Λουγκάνσκι | πιάνο
ΜΟΥΣΙΚΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: Στανισλάβ Κοτσανόφσκι
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ
Τιμές εισιτηρίων: 60€, 45€, 35€, 25€ και 15€ (εκπτωτικό)
Περισσότερα εδώ
Online αγορά εδώ
Για την Ιστορία
ΓΙΟΧΑΝΕΣ ΜΠΡΑΜΣ (1833 – 1897)
Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 2 σε σι ύφεση μείζονα, έργο 83
- Allegro non troppo
- Allegro appassionato
- Andante
- Allegretto grazioso
Τα πρώτα σχεδιάσματα για το δεύτερο κοντσέρτο για πιάνο έγιναν την άνοιξη του 1878, κατά την διάρκεια ταξιδιού του Μπραμς στην Ιταλία. Χρειάστηκαν περίπου τρία χρόνια για να ολοκληρωθεί το έργο, αφού η σύνθεσή του γινόταν με διαλείμματα τόσο λόγω συναυλιακών υποχρεώσεων του συνθέτη όσο και της παράλληλης σύνθεσης άλλων έργων. Ο αποδέκτης της αφιέρωσης ήταν ο πιανίστας και συνθέτης Έντουαρντ Μάρκσεν, παλιός δάσκαλος και φίλος του Μπραμς. Η πρεμιέρα του κοντσέρτου δόθηκε με μεγάλη επιτυχία στις 9 Νοεμβρίου 1881 στην Βουδαπέστη, με τον ίδιο τον συνθέτη στον ρόλο του σολίστα και υπό την διεύθυνση του Αλεξάντερ Έρκελ.
Ο συνθέτης προφητικά είχε γράψει μετά την πρεμιέρα του πρώτου κοντσέρτου πως «ένα δεύτερο κοντσέρτο θα είναι πολύ διαφορετικό». Πράγματι, ενώ το πρώτο είναι ένα θυελλώδες έργο ενός νέου εμφορούμενου με ασίγαστο πάθος, το δεύτερο είναι το έργο ενός ώριμου και κατασταλαγμένου δημιουργού με απόλυτη συναίσθηση των αισθητικών του στοχεύσεων. Χαρακτηρίζεται από εκπληκτική μορφολογική διαύγεια, μία αίσθηση ήρεμης υφολογικής σιγουριάς και από έναν έντονα συμφωνικό χαρακτήρα. Ο σολίστ, παρά τις εγγενείς τεράστιες δεξιοτεχνικές απαιτήσεις της πιανιστικής γραφής, συνδιαλέγεται ως πρώτος μεταξύ ίσων με την ορχήστρα, που δεν περιορίζεται σε μία απλή συνοδεία, αλλά συνδιαμορφώνει το μουσικό τοπίο, στο πλαίσιο μίας συνθετικής λογικής που παραπέμπει συχνά στην μουσική δωματίου.
Το κόρνο, από τα αγαπημένα όργανα του Μπραμς, ξεκινά να εκθέτει το πρώτο θέμα υπό την συνοδεία του πιάνου, που απαντά με μία δυναμική καντέντσα προετοιμάζοντας το έδαφος για μία τυπική έκθεση από την ορχήστρα. Μετά την αναμενόμενη ενότητα της ευφάνταστης επεξεργασίας του θεματικού υλικού, η γαλήνια μετάβαση προς την επανέκθεση, υπό την ψιθυριστή κίνηση του πιάνου, αποτελεί ένα από τα πιο «μαγικά» σημεία όλου του μέρους. Το ακόλουθο σκέρτσο, σε τριμερή μορφή, είναι και το μόνο μέρος που δεν είναι γραμμένο στην σι ύφεση μείζονα, αλλά στην ρε ελάσσονα. Με το βασικό θέμα, που εισάγεται από το πιάνο, διαμορφώνεται μία τραγική ατμόσφαιρα, αν και αυτή σύντομα -αλλά παροδικά- καταλαγιάζει. Στο ενδιάμεσο τμήμα πιάνο και ορχήστρα αναλαμβάνουν αντιθετικού χαρακτήρα ρόλους. Ένα εκτενές σόλο του βιολοντσέλου αποτελεί και το σήμα κατατεθέν του αργού τρίτου μέρους. Το ίδιο θέμα ο Μπραμς αργότερα το μετουσίωσε σε ένα εξαίσιο τραγούδι, το Immer leiser wird mein Schlummer, που αναφέρεται σε ένα κορίτσι που πεθαίνει. Το φινάλε είναι ανάλαφρο, γεμάτο χάρη και χορευτική διάθεση, θυμίζοντας κατά κάποιον τρόπο αντίστοιχα τελευταία μέρη κοντσέρτων του Μότσαρτ. Σε πολλά σημεία ο Μπραμς επιστρατεύει μία παιγνιώδη ρυθμική αμφισημία, που καθιστά ακόμη πιο ενδιαφέρουσα την εξέλιξη της μουσικής. Η εκτενής coda, σε πιο γρήγορο τέμπο, δίνει στο κοντσέρτο ένα αισιόδοξο και λαμπερό τέλος.
ΓΙΟΧΑΝΕΣ ΜΠΡΑΜΣ (1833 – 1897)
Συμφωνία αρ. 4 σε μι ελάσσονα, έργο 98
- Allegro non troppo
- Andante moderato
- Allegro giocoso
- Allegro energico e passionatο
Η εργασία του Μπραμς πάνω στην Τέταρτη Συμφωνία ξεκίνησε το καλοκαίρι του 1884 σε ένα γραφικό χωριό της νοτιοανατολικής Αυστρίας. Έχοντας την προαίσθηση, ότι η συμφωνία θα ξένιζε τους ακροατές της, ο συνθέτης σε επιστολές του έκανε ένα λογοπαίγνιο, έμμεσα παρομοιάζοντάς την με τις φράουλες της περιοχής: «Σε αυτά τα μέρη οι φράουλες δεν ωριμάζουν και δε γίνονται γλυκές, ώστε να τις τρώει κανείς απλά σαν φρούτα». Το επόμενο καλοκαίρι, η συμφωνία ολοκληρωνόταν, ενώ στις 25 Οκτωβρίου εκείνης της χρονιάς ο συνθέτης διηύθυνε την πρεμιέρα της με την ορχήστρα του Μάινινγκεν.
Η Τέταρτη Συμφωνία αποτελεί το απαύγασμα της ωριμότητας του Μπραμς ως συμφωνικού συνθέτη. Εγκεφαλικότητα και συναισθηματικότητα συμπορεύονται αρμονικά και η αριστοτεχνική μορφολογική ακρίβεια αποτελεί προαπαιτούμενο όρο έκφρασης και βίωσης ενός βαθύτατου μουσικού περιεχομένου. Η έναρξη του μεγαλειώδους -αλλά και εν πολλοίς αγωνιώδους- πρώτου μέρους πραγματοποιείται με αφοπλιστική αμεσότητα· χωρίς κάποιας μορφής εισαγωγή ο συνθέτης παρουσιάζει άμεσα τις προθέσεις του. Οι μελωδικές ιδέες που παρατίθενται και γίνονται αντικείμενο επεξεργασίας στην πορεία, αν και φαινομενικά διαφορετικές μεταξύ τους, πηγάζουν από μία ενιαία εσωτερική λογική.
Η μέγιστη καινοτομία της Τέταρτης Συμφωνίας βρίσκεται αναμφίβολα στο φινάλε. Ο συνθέτης αξιοποιεί την παλιά φόρμα της πασακάλιας, κατά την οποία ένα σύντομο μελωδικό σχήμα επαναλαμβάνεται διαρκώς, ενώ πάνω σε αυτό θεμελιώνεται μία σειρά παραλλαγών. Στη συγκεκριμένη περίπτωση το θέμα προέρχεται από το τελευταίο χορωδιακό της Καντάτας αρ. 150 του Μπαχ: Nach dir, Herr, verlanget mich (Εσένα ποθώ, Κύριε). Ο Μπραμς δεν διστάζει να δώσει ζωή σε μία θεωρούμενη «νεκρή» φόρμα αξιοποιώντας τις γνώσεις του στον χώρο της αντίστιξης και των παραλλαγών. Από ενορχηστρωτικής άποψης το φινάλε της Τέταρτης θεωρείται ως το κορυφαίο επίτευγμα του Μπραμς· ίσως γι’ αυτό δεν επεδίωξε να γράψει κάποια άλλη συμφωνία ως τον θάνατό του.