Κάθε Παρασκευή στις 19:00 ο τενόρος και ραδιοφωνικός παραγωγός Γιάννης Φίλιας παρουσιάζει μεγάλους λυρικούς τραγουδιστές, μέσα από ζωντανές ή studio ηχογραφήσεις τους που εναλλάσσονται με στοιχεία από τη ζωή τους και την πορεία της καριέρας τους.
Από τις ρομαντικές συμβατικότητες, στους πολύπλοκους ήρωες του 20ου αιώνα.
“Για να βγάλεις έναν ωραίο ήχο, πρέπει πρώτα να ρισκάρεις με έναν άσχημο ήχο” είχε πει κάποτε η Renata Scotto. Η Ιταλίδα σοπράνο, καθηγήτρια φωνητικής και σκηνοθέτης, γεννήθηκε το 1934 στη Savona στην επαρχία της Liguria.
Μεγάλωσε σε οικογένεια με περιορισμένα οικονομικά μέσα: ο πατέρας της ήταν δημοτικός αστυνομικός και η μητέρα της μοδίστρα. Κατά τη διάρκεια του Β’ παγκοσμίου πολέμου η μητέρα και οι δύο κόρες εγκαταστάθηκαν στο κοντινό Tovo San Giacomo. Η νεαρή Renata τραγουδούσε παντού, επαναλαμβάνοντας όσα άκουγε στο ραδιόφωνο από τον Beniamino Gigli και τον Tito Schipa. Ένας θείος της, ψαράς στο επάγγελμα, αναγνώρισε το ταλέντο της και ανέλαβε με προσωπικές θυσίες, να στηρίξει τις σπουδές της στο ωδείο. Η Renata σπούδασε στο Μιλάνο με τον Emilio Ghirardini, αρχικά ως μεσόφωνος. Το ντεμπούτο της το έκανε στη γενέτειρά της, Savona, το 1952 με Violetta από “Traviata” και την επόμενη κιόλας χρονιά τραγούδησε Cio-Cio San από “Madama Butterfly” στο Teatro Nuovo στο Μιλάνο. Όλα αυτά πριν κλείσει καν τα δεκαεννιά. Η γρήγορη επιτυχία όμως συνοδεύτηκε από πρώιμες φωνητικές δυσκολίες. Η ίδια παραδεχόταν ότι είχε αναλάβει απαιτητικές υποχρεώσεις προτού ολοκληρώσει την τεχνική της κατάρτιση. Καθοριστική υπήρξε τότε η παρέμβαση του Alfredo Kraus, ο οποίος την οδήγησε στη δική του δασκάλα, τη Mercedes Llopart. Η Scotto περιόρισε προσωρινά τη δραστηριότητά της και αφοσιώθηκε στη μελέτη. Η δουλειά εκείνης της περιόδου ενίσχυσε την ομοιογένεια των περιοχών της φωνής και τη σύνδεση της ευκινησίας με το φραζάρισμα, στοιχεία πολύ ουσιαστικά για τη μετέπειτα πορεία της. Η διεθνής αναγνώριση ήρθε το 1957 στο Φεστιβάλ του Εδιμβούργου, όπου το θέατρο της Σκάλας του Μιλάνου ταξίδεψε για να παρουσιάσει τη “Sonnambula” του Vincenzo Bellini με πρωταγωνίστρια τη Μαρία Κάλλας. Όταν προστέθηκε μία επιπλέον παράσταση, στην οποία η Κάλλας δεν είχε συμφωνήσει να συμμετάσχει, η Scotto ανέλαβε το ρόλο της Amina. Η επιτυχία της εικοσιτριάχρονης καλλιτέχνιδας έδωσε αποφασιστική ώθηση στην καριέρα της. Το γεγονός συνέδεσε έκτοτε τα ονόματα των δύο τραγουδιστριών, τροφοδοτώντας άδικες συγκρίσεις, που συχνά επισκίαζαν την ξεχωριστή προσωπικότητα της νεότερης και πιο άπειρης Scotto.
Τα μεγάλα ρίσκα που πήρε στη ζωή της απέδωσαν, ακόμα και όταν ανέλαβε το ρόλο του σκηνοθέτη, γνωρίζοντας εκ των έσω, τι απαιτεί για τον τραγουδιστή μια σκηνοθεσία όπερας. Σε αυτό το ρόλο μας συστήθηκε και στην Ελλάδα, όταν το 2004 σκηνοθέτησε “Lucia di Lammermoor” στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης και το 2008 την “Turandot” της Εθνικής Λυρικής Σκηνής στο Ηρώδειο. Θα μας συστηθεί για ακόμα μια φορά, αυτή την Παρασκευή 2 Οκτωβρίου στις 19.00 γεμίζοντας με ήχους τον «Καθρέφτη» μας.
Μη λείψει Κανείς!
INFO
«Μια Φωνή στον Καθρέφτη»
Έρευνα – παραγωγή – παρουσίαση: Γιάννης Φίλιας
Τρίτο Πρόγραμμα 90.9 & 95.6 | ERT εcho