Η Ελλάδα μπαίνει στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο– 28 Οκτωβρίου 1940
Ντοκιμαντέρ του Κώστα Βάκκα, παραγωγής 1985, επιχειρεί μια ανάλυση του φασιστικού καθεστώτος και μια ερμηνεία των λόγων που οδήγησαν στην εισβολή των Ιταλών στην Ελλάδα την 28η Οκτωβρίου 1940. Παρουσιάζονται συνεντεύξεις Ιταλών αλλά και Γερμανών πολιτικών και ιστορικών, σκιαγραφώντας το δημόσιο λόγο στην Ιταλία του Μουσολίνι, αλλά και μεταπολεμικά αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα, τις κυρίαρχες αντιλήψεις και τις διαφορετικές προσεγγίσεις. Αφιέρωμα από το Αρχείο ΕΡΤ για την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940, το ΟΧΙ και την είσοδο της Ελλάδας στον Β’ ΠΠ.
Για την εθνική επέτειο της 28ης Οκτωβρίου 1940 και την κήρυξη του Ελληνο-ιταλικού πολέμου το Αρχείο της ΕΡΤ παρουσιάζει ενα ντοκιμαντέρ
Το ντοκιμαντέρ του Κώστα Βάκκα, παραγωγής 1985, επιχειρεί μια ανάλυση του φασιστικού καθεστώτος και μια ερμηνεία των λόγων που οδήγησαν στην εισβολή των Ιταλών στην Ελλάδα την 28η Οκτωβρίου 1940. Παρουσιάζονται λοιπόν μαρτυρίες και συνεντεύξεις Ιταλών αλλά και Γερμανών πολιτικών και ιστορικών, σκιαγραφώντας το δημόσιο λόγο στην Ιταλία του Μουσολίνι, αλλά και μεταπολεμικά αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα, τις κυρίαρχες αντιλήψεις, τις διαφορετικές προσεγγίσεις, αλλά και την ιστορική πραγματικότητα αναφορικά με την χρήση πρακτικών χειραγώγησης και προπαγάνδας μέσα από τα ΜΜΕ προκειμένου να νομιμοποιηθούν ή να γίνουν αποδεκτές οι θέσεις του φασιστικού καθεστώτος, αλλά και μεταπολεμικά από τους νεοφασίστες και τους ακροδεξιούς προκειμένου να αναγεννηθούν ή να δικαιολογηθούν αυτές οι θέσεις.
Στην ταινία μιλούν εκπρόσωποι των ιταλικών πολιτικών κομμάτων: Αλεσσάντρο Νάτα, πρώην γενικός γραμματέας του Κ.Κ. Ιταλίας, Φραντσέσκο ντε Μαρτίνο, πρώην γενικός γραμματέας του Σοσιαλιστικού κόμματος Ιταλίας, γερουσιαστής Ταβιάνι, εκ μέρους του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος. Παρουσιάζεται ακόμη η φασιστική άποψη και η προσπάθεια δικαιολόγησης της ιταλικής επίθεσης από τον Πίνο (Τζουζέπε) Ρομουάλντι, γερουσιαστή του ιταλικού Κοινωνικού Κινήματος. Επίσης μιλούν ο ιστορικός και φιλόσοφος Λουτσιάνο Κάνφορα, ένας από τους σπουδαιότερους θεωρητικούςκαι διευθυντής του ινστιτούτου Γκράμσι, ο Τζουζέπε Βάκα και ο ιστορικός Αρίγκο Πετάκο. Από γερμανικής πλευράς μιλούν ο Άλφρεντ Χάουσερ, προεδρος της αντιφασιστικής Κινησης της πρώην ομοσπονδιακής Γερμανίας, ο Γκέζαρντ Ράινχαρτ, μέλος της Αντιφασιστικης οργάνωσης της πρώην λαοκρατικής δημοκρατίας της Γερμανίας
Ο Ρομουάλντι μιλάει για τη στρατηγική λογική πίσω από την ιταλική εισβολή τον Οκτώβριο του 1940 και εξηγεί ότι αιφνιδίασε τον ελληνικό όσο και τον ιταλικό. Παρουσιάζεται η άποψη ότι η Ιταλία ήθελε να περιορίσει τις αγγλικές βάσεις επιχειρήσεων στη Μ. Ανατολή και ειδικά στην Αίγυπτο και ότι η Ελλάδα αν και υπό το φασιστικό καθεστώς Μεταξά παρέμενε υπό βρετανική επιρροή λόγω του Παλατιού. Το τελεσίγραφο περίμεναν ότι θα γίνει δεκτό από την Ελλάδα μιας και τη θεωρούσαν απροετοίμαστη για πόλεμο. Μιλάει για τη δική του εμπειρία στον πόλεμο, όπου ζήτησε ο ίδιος να υπηρετήσει.
Ο Αρίγκο Πετάκο ιστορικός συγγραφέας και δημοσιογράφος αναφέρεται σε αποχαρακτηρισμένα ντοκουμέντα, πρακτικά από μυστική σύσκεψη του Μουσολίνι όταν λήφθηκε η απόφαση επίθεσης στην Ελλάδα, στις 15 Οκτωβρίου1940, με τον υπουργό εξωτερικών Τσιάνο, τον αρχηγό του Γενικού Επιτελείου Στρατού Μπαντόλιο , τον διοικητή που θα αναλάμβανε την επίθεση, στρατηγό Βισκόντι Πράσκα και τον κυβερνήτη της Αλβανίας, στρατηγό Γιακομόνι. Διαβάζει ενδεικτικά αποσπάσματα των συζητήσεων για το ηθικό του Ιταλικού και ελληνικού στρατού τις αναλογίες των στρατιωτικών δυνάμεων, την ετοιμότητα των δυνάμεων την αναμενόμενη αντίσταση και το αξιόμαχο του ελληνικού στρατού, ενώ στέκεται στο σημείο όπου ζητάει να γίνει κάποια προβοκάτσια για να δικαιολογηθεί η επίθεση στην Ελλάδα. Στην φασιστική Ιταλία η 28η Οκτωβρίου ήταν η πιο σημαντική γιορτή γιατί τιμούσε την Πορεία προς τη Ρώμη και την κατάληψη της εξουσίας από τον Μουσολίνι και επιλέχθηκε ως ημερομηνία για την επίθεση στην Ελλάδα, έτσι ώστε στο μέλλον να γιορτάζεται η στρατιωτική νίκη μαζί με τη φασιστική γιορτή. Δεν υπήρχε πραγματικός λόγος επίθεσης στην Ελλάδα, μιας και στην Ελλάδα υπήρχε ένας δικτάτορας που έβλεπε με συμπάθεια τον φασισμό, αλλά ο Μουσολίνι ήθελε να μπορέσει να επιδείξει μια πολεμική επιτυχία ελπίζοντας να κερδίσει τη συναίνεση του λαού. Ως προς το επιχειρησιακό κομμάτι, εξηγεί ότι οι Ιταλοί δεν ήθελαν τους στρατιωτικούς συμβούλους των Γερμανών, ο Μουσολίνι είχε υποτιμήσει την Ελλάδα. Ως προς τη επικοινωνιακή διαχείριση, θεωρεί ότι ο Μουσολίνι ήταν θεατρίνος και δημαγωγός που ήξερε να απευθύνεται στις μάζες και να τις γοητεύει και χρησιμοποίησε με επιτυχία το ραδιόφωνο και τον κινηματογράφο ως όπλα προπαγάνδας. Θεωρεί ότι μέχρι το 1939, δηλαδή πριν την ολική εμπλοκή της Ιταλίας στον Β’ ΠΠ, αυτή η προσπάθεια είχε αποτέλεσμα στον ιταλικό λαό.
Ο Τζουζέπε Βάκα, πολιτικός, φιλόσοφος και ιστορικός εξηγεί ότι ο φασισμός γεννήθηκε από την κρίση του φιλελεύθερου κράτους και ως απάντηση των πιο αντιδραστικών ομάδων της μεγαλοαστικής καπιταλιστικής και αγροτικής τάξης στην ανάπτυξη και πρωτοβουλία των εργατικών τάξεων που έψαχναν λύσεις στα μεγάλα προβλήματα της Ιταλίας λόγω του πολέμου, με την ανάπτυξη συνδικάτων και κομμάτων. Αναφέρεται στις βουλευτικές εκλογές του 1919 όπου το σοσιαλιστικό Κόμμα έγινε το πρώτο μεγάλο μαζικό κόμμα με σχετική πλειοψηφία στο κοινοβούλιο, μεγάλο μαζικό, λαϊκό, δημοκρατικό κόμμα με προοδευτικό πρόγραμμα. Οι αντιδραστικές δυνάμεις, όπως λέει, υποστήριξαν ένα ανατρεπτικό κίνημα με βάση την μικροαστική τάξη και μεγάλα τμήματα του στρατού που είχαν οικονομικά και επαγγελματικά προβλήματα. Διεθνώς επικρατούσε το πρόβλημα των χωρών να μετατρέψουν την οικονομία του πολέμου σε οικονομία ειρήνης και ανάπτυξης. Από 1926 και μετά ο φασισμός χαρακτηρίζεται ως ολοκληρωτικό καθεστώς και στην Ιταλία με τον φασισμό επιβλήθηκε μια μορφή απολυταρχίας με αποτέλεσμα την ανάπτυξη μιας μαζικής κοινωνίας, όπου ο φασισμός με βία και έλεγχο των κρατικών μηχανισμών καταστολής επιτρέπει στους μεγάλους κυρίαρχους οικονομικούς ομίλους να αποδιοργανώνουν τις λαϊκές μάζες, να καταστρέφουν τις οργανώσεις τους, την ίδια στιγμή που επικοινωνούσαν με τις μάζες για να τις οργανώσουν από κάτω, επιχειρώντας με ένα ένοπλο πολιτικό βραχίονα να αναλάβουν την εξουσία ελέγχοντας τις μάζες. Ο πόλεμος είναι σημαντικός για τον φασισμό για τη δημιουργία του ολοκληρωτικού καθεστώτος, την κινητοποίηση των μαζών, τον έλεγχο του ιταλικού λαού, αλλά και ιδεολογικά είναι μια ηθελημένη έξοδος προς την οικονομία του πολέμου, όπως έκανε ο Χίτλερ, αλλά αυτό φαίνεται ότι δεν συνέβη στην Ιταλία, αν και χρησιμοποιήθηκε αντίστοιχη προπαγάνδα, εξασφαλίστηκε αρχικά η συναίνεση με τον πόλεμο της Αβησσυνίας, αλλά στον Β’ ΠΠ θα καταρρεύσει η συναίνεση με τον πόλεμο λόγω της οικονομικής κατάρρευσης που συμβαίνει και της μεγάλης θυσίας σε ανθρώπινες ζωές που απαιτεί αυτή η σύγκρουση.
Ο Πάολο Εμίλιο Ταβιάνι, γερουσιαστής του Χριστιανο-δημοκρατικού κόμματος (DC). Εξηγεί ότι το 1935 μεγάλη πλειοψηφία του ιταλικού λαού υποστήριζε τον πόλεμο και τον θεωρούσαν ως πόλεμο λύτρωσης. Για την εισβολή στην Ελλάδα λέει ότι η πλειοψηφία τη θεωρούσε μια χώρα με μεγάλο πολιτισμό που προηγήθηκε του ρωμαϊκού, μιας και εκείνη την περίοδο τα παιδιά μάθαιναν στην ιστορία ότι οι ρίζες του ρωμαϊκού πολιτισμού ξεκινούσαν από την αρχαία Ελλάδα. Περιγράφει τη διαφορετική στάση του ιταλικού λαού το 1935 αναφορικά με τις επιχειρήσεις στην Αφρική και το 1940 με την εισβολή στην Ελλάδα.
Για το φαινόμενο του υπο-ιμπεριαλισμού μιλάει ο ιστορικός Λουτσιάνο Κανφόρα, δηλαδή μια ετερόκλητη συμμαχία ανάμεσα σε μια μεγάλη ιμπεριαλιστική δύναμη, τη Γερμανία, αλλά και ένας λιγότερο δυνατός στρατιωτικά σύμμαχος, η Ιταλία, η οποία όμως επιδιώκει πολιτικές επιτυχίες και αναζητεί περιοχές στις οποίες μπορεί να επέμβει στρατιωτικά αυτόνομα. Έτσι επιτίθεται στην Ελλάδα. Θέλει να αποκτήσει μια περιοχή στη μεσόγειο όπου θα ασκεί στρατιωτικό έλεγχο και επιρροή δίπλα στον ισχυρό της σύμμαχο. Η αναφορά του φασισμού στη ρωμαϊκή παράδοση βρίσκεται στα θεμέλια, στις ρίζες του φασισμού κι ας φαίνεται γελοία μια τέτοια αυθαίρετη σύνδεση. Αναφέρεται για παράδειγμα η ταινία για τον Σκιπίωνα τον Αφρικανό και τη σύγκρουση της Ρώμης απέναντι στην Καρχηδόνα (Scipione l’africano -1937). Εξηγεί την επίθεση της Ιταλίας στην Ελλάδα ως σύνδεση με την κατάκτηση της Ελλάδας τον 3-4ο αιώνα π.Χ. και την προπαγάνδα της ιστορίας στην Ιταλία. Η συναίνεση της κοινής γνώμης στον πόλεμο και τον φασισμό στην Ιταλία έχει ξεπεράσει τις δύο παλιότερες θέσεις περί απρόθυμης εχθρότητας και στην ανοιχτή αντίθεση στο καθεστώς. Σε καθεστώτα που εγκαθίστανται για μεγάλο διάστημα παρατηρείται η κοινωνική συναίνεση, αυτό συνέβη και στην Ιταλία, αλλά άρχισε να ασθενεί μετά τις στρατιωτικές αποτυχίες. Αντίστοιχα με την πτώση του Μουσολίνι η αντίσταση στο φασιστικό καθεστώς δεν είναι άμεση, αλλά χρειάζεται χρόνο για να πάρει τις διαστάσεις που θα ανατρέψουν πλήρως τους φασίστες. Ο φασισμός παράγει πόλεμο και αυτό εκφράστηκε με την Γερμανία και την Ιταλία να προτάσσουν την ανάγκη για εκδίκηση για τις στρατιωτικές και οικονομικές αδικίες της συνθήκης των Βερσαλλιών. Θεωρεί ότι ο φασισμός έχει αναγεννηθεί σε σύγχρονες αναθεωρημένες μορφές, όχι απαραίτητα μόνο ή κυρίως ως αιμοσταγής δικτατορία, αλλά περισσότερο όπως οι πολυεθνικές εταιρίες που ελέγχουν τον κόσμο και προκαλούν πείνα σε χώρες, οι δυνάμεις που ελέγχουν στρατό, οικονομία και παραγωγή, επιβάλλουν πολιτικές και συνθήκες σε υποανάπτυκτες χώρες.
Ο Φραντσέσκο ντε Μαρτίνο, πρώην Γ.Γ. του ιταλικού Σοσιαλιστικού Κινήματος (PSI) μιλάει για το φασιστικό φαινόμενο στην Ιταλία, ως φαινόμενο μετά τον Α’ ΠΠ, έκφραση ταξικών συμφερόντων μεταξύ καπιταλισμού και μεγάλων γαιοκτημόνων με στόχο την παραπλάνηση του εργατικού κινήματος και κυρίως απέναντι στους σοσιαλιστές οι οποίοι τότε ήταν πολύ δυνατοί. Ήταν ένα μείγμα ταξικών συμφερόντων και εθνικιστικών ιδεών. Χαρακτηριστική της νοοτροπίας του φασισμού ήταν η επίθεση εναντίον ενός φιλήσυχου λαού, όπως οι Έλληνες, χωρίς να υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων στο εσωτερικό της Ιταλίας, ενώ θεωρεί ότι πρέπει να αποδοκιμάστηκε καθολικά και για αυτό η φαινομενική συναίνεση και παθητική αποδοχή των Ιταλών γρήγορα μετατράπηκε σε αποστροφή.
O Αλεσάντρο Νάτα, Γ.Γ. Κομουνιστικού Κόμματος Ιταλίας (PCI) εξηγεί ότι ο φασισμός επέβαλλε στον ιταλικό λαό έναν πόλεμο σε σύγκρουση με τα συμφέροντα και τα συναισθήματα του λαού, μέσα από τους τρόπους με τους οποίους κατέλαβε και εδραιώθηκε στην εξουσία μετά τον Α’ ΠΠ ως αντιδραστικό κίνημα απέναντι στο εργατικό κίνημα, το κομουνιστικό και σοσιαλιστικό κόμμα, απέναντι στο κίνημα σοσιαλιστικής επανάστασης. Είχε τη συναίνεση σε μεγάλες οικονομικές καπιταλιστικές δυνάμεις. Αναφέρεται στην αντίσταση στους φασίστες από τους Ιταλούς. Σημειώνει ότι οι κίνδυνοι του φασισμού δεν έχουν εκλείψει, υπάρχουν συγκρούσεις αλλά οι αξίες της Αντίστασης και των απελευθερωτικών αγώνων πρέπει να διατηρηθούν και να εμπνέουν όλον τον κόσμο για την ειρήνη, την ισότητα, τη διεθνή συνεννόηση των λαών.
Ο συνδικαλιστής και αντιστασιακός Άλφρεντ Χάουσερ, εξηγεί ότι ο γερμανικός λαός παρά τα πολιτιστικά του επιτεύγματα δεν είχε δημοκρατική παράδοση και η στρατιωτικοποίηση του δημόσιου βίου μετέτρεψε τα πάντα σε μιλιταριστική γλώσσα, οι θέσεις εργασίας σε μάχη, τα αθλήματα σε στρατιωτικές ασκήσεις.
Ο Γκέρχαρντ Ράϊνχαρτ, εθελοντής του ΕΛΑΣ, αναφέρει ότι ο γερμανικός φασισμός στηριζόταν από το γερμανικό χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, τον γερμανικό ιμπεριαλισμό, τα πολεμικά μονοπώλια, τους ηττημένους του Α’ ΠΠ.
Ο Μπερντ Φον Κογκελγκεν, διευθυντής της εφημερίδας “DerSonntag” συμμετείχε ως αξιωματικός της Βέρμαχτ στην εισβολή των ναζί στη σοβιετική Ένωση, ένα χρόνο μετά τον Ιούνιο του 1942 πιάστηκε αιχμάλωτος εκεί, ως τότε ήταν σκεπτικός απέναντι στον φασισμό, αλλά πολεμούσε για τη νίκη ως πατριώτης.
Η συγγραφέας Εύα Λίπολντ-Μπροκντορφ μιλάει για τα 9 χρόνια φυλάκισης της Γερμανίας υπό το φασιστικό καθεστώς της και την εκτέλεση όλων των συντρόφων της από τους ναζί λίγο πριν την κατάρρευσή τους.
Ο Γκέρχαρντ Σόιμα, σκηνοθέτης ντοκιμαντέρ και δημοσιογράφος, εξηγεί πώς βίωσε το 1945. Ήταν 15 ετών και ήταν για εκείνον μια κατάρρευση μετά από 4 χρόνια σε μια φασιστική ελίτ σχολή όπου εκπαιδεύονταν ηγετικά στελέχη για το καθεστώς. Κλονίστηκε, έχασε την πατρίδα του που περιήλθε μεταπολεμικά στην Πολωνία, εγκαταστάθηκε στην ανατολική Γερμανία και η απάντηση στο γιατί χάθηκε η πατρίδα του, του δόθηκε από τους Γερμανούς αντιφασίστες., του έδειξαν εμπιστοσύνη, δεν τον απέρριψαν.
Σκηνοθεσία, σενάριο: Κώστας Βάκκας
Διευθυντής Φωτογραφίας: Γιώργος Τσιώκος
Έτος παραγωγής: 1985
Σύνταξη άρθρου και τεκμηρίωση εκπομπής: Βλάσης Κομνηνός