Για την επέτειο 120 ετών από τη γέννηση του σημαντικού Έλληνα φωτογράφου, Σπύρου Μελετζή, στις 20 Ιανουαρίου 1906, το Αρχείο ΕΡΤ προτείνει επεισόδιο από την εκπομπή του Άρη Σκιαδόπουλου, Νυχτερινός Επισκέπτης, με συνέντευξη του Μελετζή στην οποία μιλάει για τη ζωή του και το φωτογραφικό του έργο.
Ο σημαντικός Έλληνας φωτογράφος Σπύρος Μελετζής γεννήθηκε στην Ίμβρο, στις 20 Ιανουαρίου 1906. Η οικογένειά του τον προόριζε για δεσπότη, αλλά σε ηλικία 13 ετών έχασε τον πατέρα του και έπρεπε να εργαστεί. Εργάστηκε αρχικά ως υπάλληλος σε υφασματοπωλείο και αργότερα στο φωτογραφείο του Αλέξανδρου Παναγιώτου, ενώ η φωτογραφία του με τα καΐκια στην παραλία της Αλεξανδρούπολης θα κερδίσει το πρώτο βραβείο στην έκθεση της Θεσσαλονίκης το 1924 και κάπως έτσι θα ξεκινήσει η φωτογραφική του καριέρα. Το 1927 μετακομίζει στην Αθήνα όπου μαθητεύει δίπλα στον Γεώργιο Μπούκα, φωτογράφο της βασιλικής οικογένειας. Το 1937 ο Μελετζής βρίσκεται στην Ήπειρο και φωτογραφίζει την ελληνική ύπαιθρο και ένα χρόνο μετά θα εκθέσει το έργο του για πρώτη φορά στα Ιωάννινα. Λίγα χρόνια μετά στην Αντίσταση φωτογραφίζει τους αντάρτες στην Πελοπόννησο και Ευρυτανία και για αυτό του το έργο Μελετζής θεωρείται ο φωτογράφος της Αντίστασης, ενώ οι φωτογραφίες του από αυτή την περίοδο με τους αντάρτες στα βουνά έχουν απαθανατίσει με τον πλέον ολοκληρωμένο τρόπο τον αγώνα του ΕΑΜ ΕΛΑΣ.
Μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, αλλάκαι περιόδους εξορίας, λόγω των αριστερών φρονημάτων του θα δυσκολευτεί να βρει εργασία, όμως εκείνος συνεχίζει να τραβάει φωτογραφίες θα ταξιδέψει σε όλη τη χώρα και θα εκθέσει τις φωτογραφίες του από το Άγιο όρος, τον Όλυμπο, τα Τέμπη, τις Κυκλάδες στην Κύπρο, στην Κωνσταντινούπολη και στην Αθήνα. από αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία. Κατά τη δεκαετία του 1950 θα κάνει τα φωτογραφικά πορτρέτα πολιτικών όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης, ο Γεώργιος Ράλλης, ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο Αρχιεπίσκοπος Ιάκωβος, αλλά πολλούς καλλιτέχνες. Το 1953 ο Μελετζής θα διακριθεί για το έργο του στο εξωτερικό στο Ρότσεστερ, Μπέρμινχαμ και στο Μπουένος Άιρες και το 1955 θα συνάψει σύμβαση με το δημόσιο προκειμένου να φωτογραφίσει δημόσια έργα στον Έβρο, ενώ το 1957 ως φωτογράφος δημόσιων έργων περιοδεύει σε όλη την Ελλάδα, από την Πελοπόννησο, στη Ρούμελη μέχρι τη Θράκη. Από το 1960 θα φωτογραφίσει αρχαιότητες κι αρχαιολογικούς χώρους για την έκδοση οδηγών για τα Αρχαιολογικά Μουσεία Αθηνών, Δελφών, Ολυμπίας, Επιδαύρου, Κορίνθου, Μυκηνών, Ρόδου. Στα τέλη της δεκαετίας του '70 θα σκηνοθετήσει ντοκιμαντέρ με θέμα την Εθνική Αντίσταση για λογαριασμό της σουηδικής τηλεόρασης. Το 1974 εκδίδει το λεύκωμα “Με τους αντάρτες στα βουνά” και το 1987 εκδίδει βιβλίο με θέμα τον Όλυμπο. Σταθμό στην καριέρα του θα αποτελέσει η προσωπική του έκθεση με θέμα την Ελλάδα στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης στη Βιέννη το 1993. Το 1997 παρουσιάζει δουλειά του στην Κίνα στην έκθεση «Ελληνική φωτογραφία 1870-1995», και την ίδια χρονιά εκδίδεται το λεύκωμα “ΙΜΒΡΟΣ” μια κατάθεση ψυχής στην ιδιαίτερη, σκλαβωμένη πατρίδα του, ενώ το 1998 με τις «Όψεις της ελληνικής φωτογραφίας» το έργο του θα παρουσιαστεί στη Νίκαια της Γαλλίας και το Μονακό. Ο Σπύρος Μελετζής έφυγε από τη ζωή στις 14 Νοεμβρίου 2003.
Το Αρχείο της ΕΡΤ για την επέτειο 120 ετών από τη γέννησή του, στις 20 Ιανουαρίου 1906, προτείνει την εκπομπή:
ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΣ ΕΠΙΣΚΕΠΤΗΣ
ΣΠΥΡΟΣ ΜΕΛΕΤΖΗΣ – Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΥ
Το συγκεκριμένο επεισόδιο της σειράς του Άρη Σκιαδόπουλου είναι αφιερωμένο στον φωτογράφο της εθνικής αντίστασης και του ελληνικού τοπίου, Σπύρου Μελετζή. Ο Σπύρος Μελετζής παρουσιάζει φωτογραφίες που τράβηξε ο ίδιος κατά τη διάρκεια της κατοχής από διάφορες περιοχές της Ελλάδας όπου βρέθηκε κοντά στους αντάρτες και στα μέρη της χώρας όπου εκείνοι έδρασαν. Περιγράφει το ταξίδι στον ποταμό της Στύγας κοντά στα Καλάβρυτα, στο Μαυρονέρι για να κολυμπήσει στα νερά που έκαναν αθάνατο τον Αχιλλέα. Μιλάει για την προσέγγισή που είχε στη φωτογραφία και την πρόκληση της νέας τεχνολογίας και της ψηφιακής φωτογραφίας, ενώ εξηγεί τη σχέση τέχνης και τεχνικής στην φωτογραφία. Από μικρός στην Ίμβρο φανταζόταν ότι θα γίνει φωτογράφος, εξηγεί τη σχέση του με τη θρησκεία, θυμάται την πατρίδα του και τις εικόνες που κρατάει μέσα του. Αναφέρεται στη συγκίνηση που προκαλεί στον ίδιο η φύση αλλά και ο αγώνας του ανθρώπου. Μνημονεύει τους φωτογράφους Αλέξανδρο Παναγιώτου και Γεώργιο Μπούκα οι οποίοι τον δίδαξαν με τον τρόπο τους ο καθένας. Εξηγεί τους λόγους για τους οποίους αρνήθηκε να γίνει μόνιμος φωτογράφος του παλατιού, θυμάται την πρόθεση του Ι. Μεταξά να τον στείλει στην Κεφαλονιά να φωτογραφίσει την ιδιαίτερη πατρίδα του, υπογραμμίζει την αριστερή ιδεολογία και την πίστη προς τον Χριστό που τον χαρακτήριζε. Κατά την έναρξη του Ελληνο-ιταλικού πολέμου θυμάται την άρνηση του καθεστώτος να τον στείλουν στο μέτωπο και περιγράφει τη φωτογράφιση των γεγονότων στην Κατοχή στην Αθήνα, τους νεκρούς και τα θύματα των κατακτητών. Θυμάται την εικόνα που είχε για τους πρωταγωνιστές της αντίστασης και την απόφαση να βγει και εκείνος στο βουνό με χαρά στην καρδιά του και περιγράφει τη γνωριμία με τον Άρη Βελουχιώτη στη Βίνιανη, ενώ εξηγεί και την αντικειμενική δυσκολία που είχε να φωτογραφήσει όχι μόνο τους αντάρτες του ΕΛΑΣ αλλά και εκείνους του ΕΔΕΣ. Παρά την εντολή του Γιώργου Σιάντου, ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ, να καταστρέψει το φωτογραφικό υλικό εκείνος το φύλαξε. Μετά την απελευθέρωση επιστρέφει στην Αθήνα, συλλαμβάνεται και εξορίζεται. Θυμάται τη γνωριμία με τον Κωνσταντίνο Καραμανλή όταν ήταν υπουργός δημοσίων έργων και του ζήτησε να φωτογραφήσει τα έργα και έπειτα με τον διάδοχο του Γ. Ράλλη, αλλά και τα πορτρέτα πολιτικών που φωτογράφιζε. Μιλάει και τα ανέκδοτα ποιήματα που έχει γράψει και διαβάζει από αυτά τον «Όλυμπο».