Η σπουδαία σκιτσογράφος, σκηνογράφος και ενδυματολόγος Έλλη Σολομωνίδου-Μπαλάνου (1931-2026) αυτοβιογραφείται στο «Μονόγραμμα» και ξετυλίγει τη διαδρομή της συνυφασμένη με την ιστορία της «Καθημερινής» όπου επί σειρά ετών δημοσίευε τα σκίτσα της, αποτυπώνοντας εικαστικά επί 50 χρόνια τα καλλιτεχνικά δρώμενα της Αθήνας. Ταυτόχρονα η πορεία της συνδέθηκε με την Ελληνική Ραδιοφωνία της δεκαετίας του ’50, τη δημόσια τηλεόραση και αμέτρητες θεατρικές παραστάσεις. Παραγωγός: Γιώργος Σγουράκης. Σκηνοθεσία: Χρίστος Γ. Ακρίδας. Έτος παραγωγής: 2020.
Έφυγε χθες από τη ζωή η σπουδαία σκιτσογράφος Έλλη Σολομωνίδου-Μπαλάνου (1931-2026), βραβευμένη από την Ακαδημία Αθηνών για το έργο της, η οποία συνέδεσε τη διαδρομή της με την ιστορία της «Καθημερινής» που επί σειρά ετών δημοσίευε τα σκίτσα της, αποτυπώνοντας εικαστικά επί 50 χρόνια τα πολιτιστικά δρώμενα της Αθήνας. Η διαδρομή της όμως στο ξεκίνημά της συνδέθηκε με την Ελληνική Ραδιοφωνία, όταν τη δεκαετία του ’50 ξεκίνησε τη συνεργασία της με το ραδιόφωνο ως παραγωγός ελαφράς ξένης μουσικής, και συνέχισε κάνοντας τη μουσική επιμέλεια για το ραδιοφωνικό θέατρο. Ανέλαβε επίσης τα σκηνικά και τα κοστούμια για τηλεοπτικές σειρές μυθοπλασίας όπως η «Αναδυομένη» του Ξενόπουλου, καθώς και για πλήθος θεατρικών έργων που μεταφέρθηκαν στην τηλεόραση μέσα από το «Θέατρο της Δευτέρας». Αξίζει να αναφερθεί ότι η Έλλη Σολομωνίδου σχεδίασε το οπτικό σήμα του σταθμού τηλεόρασης του ΕΙΡ που φάνηκε στους δέκτες κατά την επίσημη έναρξη της λειτουργίας του τον Φεβρουάριο του 1966.
Το Αρχείο της ΕΡΤ παρουσιάζει την εκπομπή, παραγωγής του 2020:
ΜΟΝΟΓΡΑΜΜΑ ΕΛΛΗ ΣΟΛΟΜΩΝΙΔΟΥ-ΜΠΑΛΑΝΟΥ
Η σκιτσογράφος, σκηνογράφος και ενδυματολόγος Έλλη Σολομωνίδου-Μπαλάνου αυτοβιογραφείται στο «Μονόγραμμα». Αναφέρεται στις οικογενειακές της καταβολές, καταγόμενη από την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη και για την παρακαταθήκη του παππού της τον Σωκράτη Σολομωνίδη, σημαντική προσωπικότητα της κοινότητας της Σμυρνης, εκδότη της ιστορικής εφημερίδας «Αμάλθεια». Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή έφτασαν στην Ελλάδα. Η ίδια γεννήθηκε στο Ψυχικό όπου μεγάλωσε στο πατρικό της σπίτι εκεί αλλά και στη Ρόδο, όπου πέρασε μεγάλο μέρος των παιδικών της χρόνων, μετά τον πρόωρο θάνατο του πατέρα της. Μιλά για την επαφή της από μικρό παιδί με καθετί καλλιτεχνικό που της επέτρεψε να καλλιεργήσει την αγάπη της για τη μουσική και τη ζωγραφική. Κατά τη διάρκεια της αφήγησής της θυμάται την περίοδο που ζούσε με τους γονείς της στην Πλάκα, στο σπίτι της οδού Περιάνδρου 5 και ανακαλεί στιγμές από την ζωή της εκεί με σημείο αναφοράς τον εθνικό ποιητή Κωστή Παλαμά.
Μόλις τελείωσε το Αρσάκειο, μπήκε στη Σχολή Καλών Τεχνών, στην τάξη του Μόραλη, σύντομα όμως την εγκατέλειψε για οικονομικούς λόγους. Δούλεψε ως μακετίστα και ως σχεδιάστρια σε γραφείο διακόσμησης εσωτερικών χώρων και αργότερα παράλληλα φοίτησε στη Σχολή Δοξιάδη, στο Τμήμα Σκηνογραφίας με δασκάλους της τους Γιάννη Τσαρούχη, Σπύρο Βασιλείου και Βασίλη Βασιλειάδη.
Στη συνέχεια, ξετυλίγει τη διαδρομή της στο ΕΙΡ όπου εργάστηκε ως μουσικός παραγωγός και επί σειρά ετών επιμελήθηκε μουσικά και εκπομπές ραδιοφωνικού θεάτρου. Κάνει επίσης λόγο για τη γνωριμία της με τον γενικό διευθυντής της Ραδιοφωνίας Κωστή Μπαστιά, θεατράνθρωπο που της άνοιξε το δρόμο για τις πρώτες της σκηνογραφίες στο θέατρο. Σκηνογράφησε κυρίως μουσικές παραστάσεις στη Λυρική Σκηνή ενώ συνεργάστηκε επίσης με το Εθνικό Θέατρο και άλλους φορείς. Κάνει αναφορά στην πρώτη της παράσταση με δικά της κοστούμια, στον «Βέρθερο» που ανέβηκε το 1969 στο θέατρο Ολύμπια.
Σημαντική στιγμή στην καριέρα της ήταν η γνωριμία της με την εκδότρια Ελένη Βλάχου, ξεκινώντας τη συνεργασία της με τη «Μεσημβρινή» και τις «Εικόνες» ως σκιτσογράφος στις καλλιτεχνικές στήλες τους συνοδεύοντας με τα σκίτσα της τα κείμενα κορυφαίων κριτικών. Δεν παραλείπει να αναφερθεί στο έμπειρο μάτι της Ελένης Βλάχου η οποία διέβλεψε από νωρίς το ταλέντο της. Το 1974 μετά την επανέκδοση της «Καθημερινής», συνέχισε να καλύπτει όλα τα καλλιτεχνικά γεγονότα της Αθήνας.
Η Έλλη Σολομωνίδου-Μπαλάνου υπογραμμίζει την αγάπη της για το σκίτσο, αρχικά με το πενάκι της κι έπειτα με μαρκαδοράκι, και πως στη διάρκεια της πορείας της έκανε χιλιάδες σκίτσα, ακόμη και τον Νουρέγιεφ, εν κινήσει, παρακολουθώντας αναρίθμητες παραστάσεις στα αθηναϊκά θέατρα, στο Φεστιβάλ Αθηνών, στην Επίδαυρο και στο Μέγαρο. Περισσότερο αγαπούσε να σκιτσάρει τον Μάνο Χατζιδάκι. Το ότι αποτύπωσε το σύνολο της καλλιτεχνικής παραγωγής επί 50 χρόνια στα σκίτσα της κατέστησε το αρχείο της μοναδικό. Η ίδια περιγράφει πότε ξεκίνησε να συγκροτεί συστηματικά το προσωπικό της αρχείο και να το αξιοποιεί σε εκδόσεις. Το 1988 εκδόθηκε σε πολυτελή τόμο το βιβλίο της «30 χρόνια σκίτσα». Τέλος, καταθέτει την άποψή της για το ανέβασμα παραστάσεων κλασικών έργων με σύγχρονη ματιά που αποκλίνουν από την κλασική προσέγγιση.